Sunday, October 21, 2012

Φαντάσματα


Θα σου αφήσω το κλειδί μέσα στη γλάστρα, είχε πει. Πραγματικά, το κλειδί ήταν χωμένο στα χώματα. Θυμήθηκε το γύφτο. Σχοινόχωμα, καστανόχωμα, ο ανθοπώλης. Έτριξε γυρίζοντας στην κλειδαρότρυπα. Μπήκε μέσα, άνοιξε το φως. Ήταν όλα στη θέση τους, σα να είχε τακτοποιήσει λιγάκι πριν. Η ίδια ελαφριά μυρωδιά υγρασίας και κλεισούρας. Ήλιος δεν έμπαινε  να ξεράνει τον αέρα. 
Ακούμπησε απαλά το χέρι στο γραφείο του. Καιρό τώρα αναρωτιόταν αν είχε πάρει καινούργιο υπολογιστή. Τώρα είδε. Ύστερα άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Όλα ήταν στην θέση τους και στο λευκό ντουλάπι, ένα μολύβι ματιών καφέ σκούρο, μια λοσιόν και μια κρέμα. Οι οδοντόβουρτσες επτά. Τις μέτρησε μία, μία. Τι στο καλό, καθένας που περνάει θα αφήνει από μία. Αλλά αυτό είχε δει και όταν είχε πρωτοέρθει σπίτι του. Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα, που είχε περάσει στην κλειστή θερμαινόμενη πισίνα, μέχρι το μεσημέρι.
Θα πάρει μια βαριά ανάσα. Το κουτί με την κρυμμένη αλληλογραφία είναι στη θέση του. Χαϊδεύει τους φακέλους, κάτι δώρα που δεν δόθηκαν ποτέ, τις φωτογραφίες από το παρελθόν, όλα τα μυστικά που έχουν καταχωνιασμένα οι  εργένηδες στα βάθη της ντουλάπας και νομίζουν ότι είναι ασφαλή. Ανοίγει την πόρτα του ψυγείου που κλείνει, δεν κλείνει. Δεν έχει και τίποτα μέσα, όπως και τότε. Τα άπλυτα στην ίδια θέση, μισογεμάτα ή μισοάδεια. Αγκαλιάζει ένα βαμβακερό πουλόβερ. Οι εφημερίδες στοίβα, βαράει μια με το χέρι και τις σκορπάει χάμω. Στην ίδια θέση, όπως πάντα και τα προφυλακτικά. Πιάνει το κουτί, το κοιτάει  λίγο σα χαμένη, μισά με την πρώην, μισά με την επόμενη, κάπου το είχε διαβάσει κι αυτό, το δαγκώνει, να δει αν έχει γεύση χαρτιού ή πικραμένης νοσταλγίας. Μια τελευταία ματιά, ούτε δάκρυ, ούτε χριστοπαναγία, ούτε τσάκισμα στο βήμα. Βγαίνει έξω. Η πόρτα χτυπάει δυνατά. Ξέχασε το κλειδί. Ο αέρας είναι ξηρός και δροσερός. Νύχτωσε και σα να μπήκε το φθινόπωρο. Η γειτονιά μυρίζει κατρουλιό και νεράτζια. Ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα κι εκείνη δεν θυμάται αν ήταν ποτέ αξιοπρεπής ή πάντα ήταν ένα φάντασμα που έμπαινε στα σπίτια απρόσκλητη. Δεν μπορεί με σιγουριά ν’ αποφασίσει. Είναι ζωντανή ή πεθαμένη; Ξέρει κανείς να απαντήσει τέτοιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την ύπαρξη, πέρα ίσως απ’ τα ληξιαρχεία;


Φωτογραφία Linda Troeller

3 comments:

MissMe said...

Κάποτε σε διάβαζα με ενδιαφέρον αλλά πια είμαι πεπεισμένη πως δεν αξίζει άλλο. Τα κείμενά σου δεν είναι παρά μία συνεχής άσκηση ύφους και μάλιστα του ίδιου ύφους. Δεν έχουν περιεχόμενο δυστυχώς. Μόνο μία ατέρμονη επανάληψη ενός ύφους. Κούρασες.

gasireu said...

Ζω μια ζωή άνευ περιεχομένου. Συμβαίνουν αυτά. Να ευχηθώ, καλή ξεκούραση!

katabran said...

αν θεωρηθούν διάφανα τα αντικείμενα, όπως τα "είδε" ο Ναμπόκωφ, ίσως το Ληξιαρχείο καεί απ άκρη σ' ακρη...

καλή μέρα...