Κάτι θα γίνει, θα δεις, είναι η
σειρά διηγημάτων του Οικονόμου, σήμερα, ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ. Τώρα, που με σιγουριά δεν
γίνεται κάτι. Δεκάξι ιστορίες από τα Καμίνια, τη Νίκαια,
τη Δραπετσώνα, το λιμάνι. Ίσως όποιος δεν
έχει ζήσει εκεί, ή του αρέσουν τα λιμάνια να βρει μια ρετρό χαμένη
εξωτικότητα στα τοπία. Μια άλλη πόλη. Μια διαχρονική καθημερινότητα, που αν δεν
την τάραζαν τα σημάδια μιας αναγκαστικής νεοτερικότητας, όπως τα
ATM και οι τραπεζικές κάρτες
ανάληψης, το πασχαλιάτικο αυγό Κίντερ, ο Κουφοντίνας και η
Microland, να έπειθε ότι προέρχεται από τα βάθη μιας άλλης
δεκαετίας. Ένα κομμάτι ξεχασμένων και σχεδόν άχρονων ανθρώπων, που δεν τους αγγίζει
η επιφάνεια της κουλτούρας του κέντρου ή των κυριλέ προαστίων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τους γρατζουνίζει το σήμερα, με τον τρόπο που εγγράφεται αυτό στον καθένα
ξεχωριστά.
Οι ήρωες του, βυθίζονται στα
υπαρκτά προβλήματα τους, ενώ τους παρακολουθεί μια αφήγηση που στέκεται στις
λεπτομέρειες της ζωής και του χώρου. Μια εντυπωσιακή αφήγηση. Φαντάσματα στην
πορεία τους, περπατάμε με βήματα αργά τις μέρες, χωρίς την ασφυξία του
απρόσμενα τραγικού, με τη βεβαιότητα ότι θα συμβεί αυτό που περιμένεις, το
αναμενόμενο τελειωτικό χτύπημα. Τα βασικά πρόσωπα είναι άντρες, εκτός από την
Έλλη Δράκου με τον κουμπαρά της και τη Νίκη. Θέλει να μιλήσει για τις κουβέντες
στα καφενεία, για την ανεργία, για το φόβο, για το βίτσιο να χαζεύεις ένα σπίτι φραγκάτων,
για το λιμάνι, για την εκδίκηση, όταν σου βιάζουν την αδερφή, για το Πέραμα, για
τη βιοτεχνία του πάγου. Ο ρεαλισμός κυλάει μέσα από τα στόματα των αντρών που
πίνουν, που αδικούνται και αδικούν τον εαυτό τους, που κρίνονται με βάση το
χρήμα που μπορούν να έχουν στην τσέπη για να φέρουν στο σπίτι, όταν η τίμια
μαγκιά και ο λόγος, δεν αρκεί, ούτε για να κρατήσεις το κεφάλι σου στη θέση
του. Η Έλλη και η Νίκη, αναρωτιούνται για τους άντρες γύρω τους, που δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί, κομμάτι, κομμάτι, τους κλέβουν τον κόσμο τους.
Κι έτσι κυλούν οι ιστορίες, χωρίς
συνθήματα, χωρίς ευχολόγια και υποσχέσεις, χωρίς σαρκικό έρωτα και πάθη σε
πρώτο πλάνο, γύρω από την υπαρξιακή μοναξιά της αφραγκίας. Το σήμερα ένα τόνο
πιο διαφορετικό από το χτες, λίγο πιο γκρι. Η θλίψη της αξημέρωτης άσπρης μέρας,
πάνω από ένα ποτήρι τσίπουρο. Και κάθε εικόνα μια κινηματογραφική σκηνή,
ακριβής, ολοζώντανη, μπροστά στα μάτια σου. Και οι φράσεις πιο βαριές από
μολύβι, γιατί αυτό που σε χτυπάει σα μαστίγιο, είναι η ξαφνική συγκίνηση, ο
λυρισμός ενός σκληρού τοπίου, μια αναλαμπή που σκίζει την ψυχή κι’ ας λένε,
αναίτια, ότι οι αντρικές γραφές δεν θέλουν το λυγμό, σα να χωρίζονται οι
άνθρωποι σ’ εκείνους που λυγάνε και σ’ εκείνους που γυρίζουν το κεφάλι απ’ την
άλλη στον πόνο.
Ανάμεσα στις σελίδες μου έχει σκαλώσει η άμμος.
Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή.
Το παιδί είχε αποκοιμηθεί νηστικό στο τραπέζι της κουζίνας.
Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της μέρας.
Από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε να βρέχει.
Κάθισα στο παγκάκι μου. Επιτέλους. Πέρασα την παλάμη μου πάνω στο
ξεφλουδισμένο ξύλο. Ήταν ζεστό και με γρατζούνισε. Μύρισα το χέρι μου. Μύριζε
αρμύρα και μαζούτ.
Φοβερό πράγμα να ’χεις μια θηλιά στο λαιμό. Ακόμα και για μια ζωγραφιά,
για έναν ψεύτικο άνθρωπο, φοβερό πράγμα. Στ’ αλήθεια.
Έπιανε ένα παγάκι από κείνα με την τρύπα στη μέση-κλέφτες τα λέγαμε-και
το ’κλεινε στη χούφτα του. Σε δευτερόλεπτα το παγάκι άρχιζε να λιώνει. Σε δύο λεπτά γινότανε νερό. Σε πέντε είχε
εξαφανιστεί.
Φοβερό δεν είναι, με ρώταγε. Να φτιάχνεις κάτι που ξέρεις πως την άλλη
κιόλας στιγμή θα χαθεί. Τι απάνθρωπο πράμα.
Έξω γίνεται χαλασμός τώρα. Τα τζάμια τρέμουνε, σφυρίζει ο αέρας απ’ τις
χαραμάδες. Τα ρούχα της μάνας μου στροβιλίζονται στο σκοινί σαν αιχμάλωτα
φαντάσματα που παλεύουν να ξεφύγουν.
Δεν μπόρεσε να γράψει τίποτα στο χαρτόνι.
Κάποια πράγματα είναι δύσκολο να τα βγάλεις από μέσα σου. Πολύ δύσκολο.
Ακατόρθωτο.
Είναι σαν να ζητάς από κάποιον να κλάψει μόνο από το ένα μάτι.
Ήταν Ιούλιος. Ξημέρωνε Σάββατο. Η θάλασσα ανάσαινε με μικρά κοφτά
κύματα.
Η φωτογραφία του M.O. Hammond, 1933, Port Arthur.