Sunday, April 15, 2012

Φρέαρ



Ας σιχαθούμε την ανάσταση. Την επαναφορά των νεκρών στον ζωντανό βίο. Ότι πέθανε, πέθανε, καρδιά μου.

Ψιλόβροχο ξεπλένει το Αιγαίο, μουλιάζει τις  ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τις ελεγείες της οξώπετρας και τα φτηνά στιχάκια αριστερών ποιητών, που ξύνουν τις πληγές τους με ψαλιδάκι των νυχιών. 

Οι Μαντόνες της μεγαλοβδομάδας ποζάρουν στατικές, εικονίσματα κορνιζαρισμένα με τζάμι. Χωρίς ψεγάδια. Κάτσε ‘συ  ενεός και θαύμασε, ω εραστή του ανέφικτου, της άψυχης περπατησιάς, του μωβ περιεχόμενου χωρίς ανταύγειες πάθους. Θεατή. Ορμητικά κλειστές οι πόρτες που χτυπάς, στην ευλαβική υστερία που σούρνεται στα πατώματα, για λίγο αγάπη, για ένα πουκάμισο αδειανό, για λίγο πούτσο ακόμα.

Έπειτα με βάζεις να θυμηθώ το πριν. Πριν λίγο χρόνο. Χτυπάνε οι καμπάνες ανάμεσα στον τρίτο γύρο. Αγώνας πάλης.  Μυρίζουν τα σεντόνια ξινά λιβάνια, έρωτα αχόρταγο, που προχωράει τα σώματα στα όρια. Σπασμοί και ιαχές σχεδόν οδύνης, σε όλες τις στάσεις. Πυροτεχνήματα και στο ψυγείο δεν υπάρχει ούτε χυμός. Δεν θα σου πω τα αφυδατωμένα σ’αγαπώ που ίσως να ‘θελες. Ποιος τα γαμάει τα σ’αγαπώ. Σου μίλησα για μόχθο. Σε έστησα στα τέσσερα θρησκευτικά.  Έγραψα ποίηση πάνω στο λερωμένο σου κορμί που χύνει ποταμούς. Ούρλιαξα. Τα τελευταία σεντόνια θα μείνουν νωπά στο έλεος της άνοιξης.

Ο λόγος, μιας εποχής μετρίων, βουλιάζει κάτω από το βάρος του αξεπέραστου, του ειπωμένου άριστα εδώ και χρόνια.  Τι να μιλήσω, τι να ξαναπώ. Υπάρχουν πάντα οι λέξεις, μα μένουν ανεκπλήρωτες. Οι μέρες προσπερνάνε βουβές. Η λύσσα δεν βρίσκει τόπο να ριζώσει. Χερσώνουν τα χωράφια μας. Φαντάσματα στοιχειώνουν την ξερολιθιά φτύνοντας και τραγουδώντας σκληρές κατάρες για τον έρωτα. 

Αποζητώ τη νέα εποχή. 

Πενθώ τα δίστιχα που πνίγηκαν στη λήθη.


Φωτογραφία Man Ray

Monday, April 02, 2012

Στο κόκκινο


Κάποτε, που δεν φοβόμουν τις μουσικές, έβαζα δυνατά το Struggle For Pleasure. Πέταγα τα ρούχα μου στο πάτωμα.  Έφτιαχνα χειροποίητο γαλλικό καφέ. Περπάταγα το σπίτι πάνω κάτω. Έχω πια μεγάλο σπίτι, προσφέρεται για περιπάτους στο γυαλιστερό παρκέ. Προσφέρει μοναχικές άδειες γωνιές, προστατευμένες κόγχες. Ίσως, μετά, το νερό, να έσταζε πάνω μου σε δόσεις πολιτικά ορθές, μια δυο μνήμες.

Του δίνεις ραντεβού Ηλία Ηλιού και Βουλιαγμένης, στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Ακριβώς. Ντύνεσαι, φτιάχνεσαι. Πέδιλα με μεταλλικό τακούνι και μια πεταλούδα στο πλάι. Ξώπλατο φόρεμα. Ωραίο ντεκολτέ. Περνάει από δίπλα σου. Με το κεφάλι σκυφτό. Δε σου μιλάει. Σε περνάει για άλλη. Καθιστός θα πάρει το ύφος που πουλάει. Σοβαρός γκόμενος. Θα σε καλέσει στο σπίτι του. Το σπίτι τραγωδία. Έχεις δικαιολογία να ξεφύγεις σήμερα. Ξέρεις έχω τεχνικά θέματα. Να βάλουμε μια πετσέτα. Μα. Όπως και να έχει θα βάλω κάτι πιο άνετο. Γυρίζει γυμνός. Στο ύψος των ματιών σου ένας πούτσος σε πλήρη στύση. Μένεις αμήχανα να κοιτάς λοξά. Τι να σκεφτείς, είναι αργά.  Υγρές ρώγες σε μισοκατεβασμένο φόρεμα, πάνω σε εμπριμέ καναπέ και ο ήλιος βγήκε. Φεύγεις βιαστικά, κουρασμένη, σκεφτική. Σε περιμένουν σε ένα πάρτυ στο Λαγονήσι, δίπλα στην πισίνα, αργότερα. 

Θα έρθω να σε βρω την Τρίτη είπε. Είσαι γκαντέμης, σκέφτεσαι. Στο Joker's έχει λίγο κόσμο και είναι αργά. Μην κουνηθείς, πάω να πάρω δυο ποτά. Αμηχανία. Σχεδόν δεν σε ξέρω, σχεδόν δεν ξέρω πια τι είμαι. Ένα τρισδιάστατο κορμί σε μια οθόνη δύο διαστάσεων. Φοράς Philosykos και του αρέσει. Γενικά του αρέσεις υπερβολικά. Αυτός ο παγετώνας μέσα σου, αχνίζει πάνω στα παγάκια του τζιν. Τζιν τόνικ δύο επί δύο. Κολλάει πάνω σου και συ δεν τον κοιτάς στα μάτια. Κι' όμως όσο αταίριαστος κι αν είναι, έχει κάτι. Σου μαλακώνει την ψυχή. Τα πόδια του τρέμουν και η φωνή του σιγοψιθυρίζει άγνωστα τραγούδια. Μία ώρα αργότερα ξεχνιούνται τεχνικές λεπτομέρειες και κολλήματα. Πάνω σε μια μωβ πετσέτα, το ταλαιπωρημένο σου σώμα απλώνεται δειλά. Μυρίζει ανεπαίσθητα αιμορραγία. Δυο μάτια σε καρφώνουν στο σκοτάδι. Πεταλούδα ορθάνοικτη καρφιτσωμένη στο χαρτί. Πριν ξεπλυθείς απ' τον έρωτα. Πριν το σώμα γείρει πάνω στο μαλακό κρεβάτι. Είναι αργά και έχεις δουλειά αύριο.

Στο ξωκλήσι απ’ έξω έχει ένα πάγκο κτιστό. Κυκλάδες και ξημερώνει. Στάλες υγρασίας βρέχουν τις πλάκες. Σου πιάνει τα βυζιά. Του ‘λες έχω περίοδο, μαζέψου. Σου λέει είμαι Ιχθείς. Εσύ είσαι Καρκίνος. Πακέτο. Παραμερίζει το εσώρουχο επίμονα και σου χώνει δύο δάκτυλα. Θέλω να σου σκίσω τον κώλο, λέει. Σήμερα. Έπειτα θα πάμε στη θάλασσα όλη μέρα. Ανάμεσα στα δάκτυλα του και στα σάλια στο λαιμό σου ξέπεσε η αληθινή σου μέρα. Σας παίρνει ο ύπνος πάνω σε κάτι μαξιλάρες. Ο ήλιος χάσκει πίσω από το αεράκι. Έχει μια αράχνη τατουάζ στον ώμο. Εσύ έχεις κάποιον που σε περιμένει να σε γαμήσει πίσω στην Αθήνα.


Φωτογραφία Manuel Alvarez Bravo

Monday, March 12, 2012

Βόρειο Σέλας

Είναι ψηλή, αλλά όχι πολύ. Βοηθάνε και τα τακούνια που φοράει σχεδόν πάντα. Κυκλοφορεί ισόπατη, μόνο όταν είναι χαρούμενη. Σπάνια, σχεδόν δεν θυμάμαι πότε. Κι όταν είχε κουράσει το χιαστό από το φεύγα της. Περπατάει και οδηγεί σε όλη την πόλη. Θα βρεθεί παντού. Δεν της ξεφεύγεις εύκολα. Ξημερώματα και μέρα, κέντρο και απόκεντρο.
Έχει μια μεγάλη τσάντα. Νεότερη δεν είχε καθόλου. Κουβαλάει το μικρό της σύμπαν. Τα εργαλεία της δουλειάς, μου είπε μια φορά, χαμογελώντας . Κάρτες με το κινητό της κάτω από το όνομα Aurora, αν θυμάμαι καλά. Δεν ξέρω γιατί αυτό. Και χαρτάκια μεγάλα, ορθογώνια παραλληλόγραμμα, σαν αυτά που διαφημίζουν ιδιαίτερα μαθήματα, με το τηλέφωνο της ξανά, που γράφουν, Καλά Τσιμπούκια. Νόμιζα ότι κάνει πλάκα μέχρι που την είδα να τα κολλάει σε κάτι μουχλιασμένους τοίχους. Κουβαλάει πάντα και μονωτική ταινία. Και αντισηπτικά μαντήλια. Και κουτιά προφυλακτικά. Και ένα χαπάκι των 48ωρών. Και μια κάρτα διαρκείας για το Καραϊσκάκη, Θύρα 6.
Στο γήπεδο φοράει κόκκινα κολλητά μπλουζάκια με μεγάλα ντεκολτέ. Έχει μεγάλα βυζιά, ωραία. Στο δρόμο τις Κυριακές προκαλεί και απαντάει στις προσκλήσεις. Είναι ένα ερωτικό ναυάγιο η ανάσα της.
Μοιράζει τις κάρτες της στους μπάτσους που φυλάνε τη γωνία Σπύρου Τρικούπη και Ναυαρίνου. Στις πορείες βέβαια φοράει μαύρα και τους πετάει πέτρες. Έτσι για την καύλα. Παίζει και κανένα γρήγορο στις στοές της κάπνας.
Παλιά πήγαινε τα Σάββατα στο Μπουγά. Προ κρίσης. Φούστα παγέτα ίσα να κρύβει τον κώλο και μαύρο φανελάκι. Βαμμένη φουλ. Ποτάμια τα ουίσκια και τα λουλούδια. Άλλες φορές στο Καζίνο ή σε κάτι τριτοτέταρτα σκυλάδικα στον Πύργο. Τίγκα στη φούντα και την κόκα. Είναι αλήθεια ότι στα πόδια της αδειάστηκαν φορτηγά πανέρια που ποδοπατήθηκαν στην ιδρωμένη πίστα. Ένα βράδυ γλύστρησε σε ένα γαρύφαλλο επάνω και έπαθε διάστρεμμα. Ένα άλλο, μια μπουκάλα Absolut από ένα δίσκο που περιφερόταν ψηλά την πέτυχε στο κούτελο, ζαλίστηκε. Μπουζούκι, κιθάρα, τραγούδι, σερβιτόρος, πελάτης, παρκαδόρος, χωρίς διακρίσεις.
Σε τσακίρ κέφια, έκανε ώτο στοπ στη λεωφόρο Νάτο τις νταλίκες. Πήγαινε για βρώμικο στο Πέραμα. Κάπνιζε το τσιγάρο της στην άκρη του λιμανιού προς Δραπετσώνα και παρατηρούσε τα τελωνεία που έλεγχαν πετρέλαιο. Σουλατσάριζε καθημερινές την παλιά Τρούμπα και την Αριστοτέλους. Της αρέσει να χαζεύει τις εισόδους στα μπουρδέλα. Στα κωλάδικα. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει. Πως μπαίνει, πως βγαίνει.
Της αρέσει να χαζεύει τις πουτάνες που κάνουν πεζοδρόμιο. Κάποτε πήγε να χωρίσει δυο που πατάγαν χάμω, με τα τακούνια, μια μικρή στη Σόλωνος. Προχώρα μωρή ψόφια πρόλαβε ν' ακούσει και ένα αντρικό χέρι, σαν κουπί, από το πουθενά, την άδειασε και μέτρησε τις πλάκες. Αν σταματήσει κανείς κατά λάθος και πει πόσο πάει κοπελιά, απαντάει. Χτύπαγε καμιά ρακή στη Μιχαήλ Βόδα, να ξεχαστεί, εκεί που πίνανε παλιά οι Πολωνοί. Έπινε καφέ και ψώνιζε αυστηρά από Μενίδι.
Την έχω μαζέψει ξημερώματα από το πάρκινγκ του Πανεπιστήμιου χτυπημένη. Αργά τη νύχτα από τον Ιππόδρομο, σχεδόν γδυτή, με σκισμένο το χείλι. Μια Κυριακή, χωρίς λεφτά καθόλου, ερχόταν με τα πόδια και σπασμένο το τακούνι απ' το Λουτράκι.  Κάτι Χριστούγεννα την έτρεχα με αιμορραγία στο Γεννηματά. Σε ένα ξενοδοχείο της Πλατείας Βάθη στο τσακ την πρόλαβα δεμένη με τη μονωτική και την κυλότα χωμένη στο στόμα, χωρίς ανάσα.
Κοιμάμαι πάντα με ανοιχτό το κινητό. Κοιμάμαι ανήσυχα.
Σχεδόν δεν κοιμάμαι.

κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα.


Φωτογραφία Robert Mapplethorpe

Wednesday, March 07, 2012

Στάχτες

Το νεκροταφείο του χωριού μου είναι δίπλα στη θάλασσα. Δεν την ατενίζει εποπτικά όπως συνηθίζεται. Το χειμώνα τα κύματα γλείφουν το μαντρότοιχο. Μεσολαβεί ένας μικρός δρόμος, απ' αυτούς με τη λίγη άσφαλτο, από αυτούς που θα διαλύσει η κρίση. Είναι φτωχά τα μνήματα και απλά, καμία σχέση με αστικά νεκροταφεία. Πέντε κομμάτια μαρμαρόπλακα κι' ενας σταυρός. Συχνά φωτογραφίες και απελπισμένα λόγια γεμάτα πόνο. Λίγα φυτά που φύονται εκεί και κυπαρίσσια. Συχνά εγκατάλειψη.
Θυμάμαι ότι έπλεναν τα κόκκαλα στην παραλία και τα έβαζαν σε όμορφους άσπρους σωρούς σε ένα μικρό δωμάτιο. Νομίζω τα έδερνε ο αέρας και η βροχή. Ποτέ δεν κολυμπούσα προς τα εκεί, δεν ήθελα να χαιρετηθώ με κανέναν που τους ξέφυγε στην πλύση. Ήμουν παιδί.
Εκεί είναι θαμμένος ο παππούς μου. Ψαράς. Τη γλέντησε τη ζωή του.  Ωραίος άντρας. Καλοντυμένος, γυναικάς. Τι θα'ταν; Κανένας δεν του έμοιασε στον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο, είχε μια μάνα χαρά θεού. Εμείς πάλι μεγαλώσαμε με τρόπους. Ή έτσι νομίζανε.
Εκεί είναι θαμμένη η γιαγιά μου. Λεπτή σα μίσχος στα νιάτα της, με δυο πανέξυπνα πράσινα μάτια. Εκείνος περπάτησε με τα πόδια από την Αλβανία στα τελειώματα του μετώπου ως την Πελοπόννησο να τη βρεί ξανά. Το πρώτο παιδί, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά γκρίνια μια ζωή. Σκληρή γυναίκα. Ένα παιδικό καλοκαίρι την κλείδωσα στο μπαλκόνι κανένα δίωρο. Μεγάλωσα και κατάλαβα. Της πέθαναν τόσα μωρά στα χέρια. Γεννήθηκε πλούσια με λούσα και έζησε μέσα στη φτώχεια, εργάτρια στην κλωστοϋφαντουργία. Να τον μαζέψει δεν μπορούσε. Τον έψαχνε με τα παιδιά αγκαλιά στις ταβέρνες, να της δώσει λεφτά, όταν το ξεχνούσε. Το μάθαινε από άλλους, που γύρναγε, τι έκανε. Αθώα επαρχία του 50. Τα μάθαινε και από τον ίδιο όταν επέστρεφε. Με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν τσάκισε ποτέ. Έλεγε τα σκληρότερα πράγματα με τη μεγαλύτερη ευκολία και πέθανε με ένα γαλήνιο χαμόγελο. Καμιά φορά τα δηλητήρια που πίνεις σε ποτίζουν. Το ξέρεις και ζεις μ'αυτό.
Εκεί είναι θαμμένη η αδερφή της. Μας έκανε κοκκινιστό με μοσχοκάρυδο, τα μεσημέρια μετά το μπάνιο, στο πατρικό τους. Ήταν χήρα από νέα. Ο άντρας της καθάριζε τζάμια στη Νέα Υόρκη και σκοτώθηκε από πτώση. Έμεινε μόνη μια ζωή, με μια σύνταξη από την Αμερική. Πεθαίνοντας ο παππούς μου, είπε στη νύφη του, θα στα πω όλα εκτός από μια αδικία που έκανα. Εμείς, νέοι, με αίμα να βράζει, αμέσως σκεφτήκαμε το προφανές. Υπάρχει μια φωτογραφία που είναι οι τρεις τους γέροι. Ο καθένας με ένα περίεργο ή συνωμοτικό μειδίαμα. Δεν ξέρω αν πέφτουμε μέσα και ποιος ήξερε τι, κανείς δεν θα μάθει.
Εκεί είναι θαμμένο ένα αγόρι που κάναμε ελάχιστη παρέα. Δεν θυμάμαι τίποτα γι'αυτόν, παρά μόνο ότι τον είχαν καλέσει σε ένα πάρτυ, που ήταν για μεγαλύτερους. Εγώ φύλαγα καραούλι στην οξώπορτα, είχα σκάσει απ' τη ζήλεια μου, χάζευα, θολά, μέσα απ' το χαρτόνι που είχαν βάλει, για να μη βλέπει το χωριό, τα θαύματα. Άκουγα τη μουσική, Upside Down και χτύπαγα τα πόδια μου στο σοκάκι. Σκοτώθηκε με το μηχανάκι του. Έσκασε κάτω. Θα είχε πιει και θα 'χε νταλκαδιάσει. Ήταν νομίζω ηλεκτρολόγος ή θα γινόταν. Θυμάμαι τη μάνα και τις αδερφές του, μια κουστωδία από κοντές στα μαύρα, βαθιά θλιμμένες. Είναι η πρώτη φορά που δάκρυσα για θάνατο.
Εκεί είναι θαμμένη μια κοπέλα. Ήταν η πρώτη φοιτήτρια του χωριού. Δασκάλα. Πέθανε από λευχαιμία στο πρώτο έτος. Σαν σε όνειρο, περνούσε από τα στενά με το ποδήλατο της, όμορφη, αέρινη, με σγουρά μαλλιά και βλέμμα ονειροπόλο. Δεν πρόλαβε καν να πάρει μια ανάσα.
Ποτέ δεν είχα το φόβο του θανάτου. Είναι ένας από τους φόβους που δεν ένιωσα ποτέ. Απ΄τη φτιαξιά μου ήμουν έτσι. Αυτά συμβαίνουν.
Όταν πεθάνω δεν θέλω να με θάψουνε εκεί. Έχει υγρασία και με τον παππού μου μιλάμε που και που στα όνειρα μου. Πάμε και καμιά βόλτα με ταξί για κανένα κρασί. Φοράει πάντα το γκρί κουστούμι.
Δεν θέλω να με θάψουμε και εδώ, δίπλα σε πολιτικούς και κουλτουριάρηδες. Μισώ τη γκρίνια τους, τις ιδέες τους, σκατά στα μνήματα του Πρώτου. Τον Μάνο, δεν έχω ανάγκη, τον κουβαλάω μέσα μου.
Εμένα θέλω να με κάψουνε. Να στρώσουνε τραπέζι με ένα σωρό κόλυβα να παίρνουν με τη φούχτα και δίπλα στις ρακές, τις στάχτες μου. Να παίζει μια ωραία ορχήστρα μόνο τραγούδια με λυγμό. Από αυτά, που όταν τα νιώθεις βλέπεις τη ζωή σου ταινία πίσω απο κουίντες βουρκωμένες. Να τραγουδά γυναίκα, αυστηρά. Και να βουτάνε τα δάκτυλα τους πρώτα στη στάχτη και μετά στο στόμα. Εκείνοι που μ' αγάπησαν στ' αλήθεια. Αυτοί που όταν φύγω θα είναι άδειες οι Κυριακές και οι σχόλες τους. Μόνο αυτοί, κανείς άλλος, κι' εμένα θα είναι η ψυχή μου θάλασσα.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo και να ξεκινήσουν όλα με τη Μαργαρίτα και τη Βίκυ

Tuesday, March 06, 2012

Παραλιακή


Το αμάξι έμεινε από μπαταρία. Ακίνητο εδώ και ένα μήνα. Έβγαλε τα κροκοδειλάκια από το πορτ μπαγκάζ και είπε:
Όποιος μασά καλώδια, φτύνει ποιήματα,
όποιος μασά ποιήματα, φτύνει καλώδια.
Τρέχει στην παραλιακή προς Σούνιο για να φορτίσει. Βροντάει, αστράφτει, γλίτσα ο δρόμος. Ακούει Apres La Pluie όπως παλιά. Μουνιά, Πολιτική, Προδοσία. Προδοσία, Πολιτική, Μουνιά.
Νυχτερινή αναστροφή στο οδόστρωμα με χειρόφρενο. Έτσι.
Φορτίστηκε, ανάμεσα στα ποτισμένα αρμυρίκια και τα πεύκα. Μάλλον κρατάει η μπαταρία, για λίγο ακόμα.


Ακολουθώντας τις παραλιακές γραμμές τις Karine Laval

Monday, March 05, 2012

Βαρβάκειος


Σηκώνει τα μπατζάκια της όταν φοράει παντελόνι. Με φόρεμα μόνο καλοκαίρι, το χειμώνα δεν τολμάει να βάλει. Έχει αίματα κάτω, πριονίδι και βρώμα. Τα σώματα ιδρωμένα, μέσα στις καταλερωμένες μπλούζες. Ένα μεσημέρι σχεδόν την ακουμπούσαν καθώς περνούσε ανάμεσα. Η μυρωδιά ήταν μια στεγνή ήττα. Κάποιος την πιτσίλισε κιόλας, με το μαχαίρι, άθελά του, ανάμεσα στα σφαχτά. Κρεμασμένα κορμιά, άψυχα, σάμπως δεν είναι έτσι η ζωή μας; Κάθισε στο μαγειρείο. Μόνη. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ανάμεσα σε πατσά και σούπα μοσχάρι. Οι άντρες τρώνε πατσά με μπούκοβο και σκορδοστούμπι. Λίγοι τον προτιμούνε με λεμόνι. Οι άντρες που τρώνε μόνοι. Γι’ αυτούς δεν έβρασε τσουκάλι σπίτι. Η σούπα θέλει αγάπη, υπομονή και χρόνο. Θέλει να τη σερβίρεις αχνιστή και με ωραίο ψωμί. Θέλει την τρυφερότητα να κόβει τα λεμόνια και να ακουμπά κουτάλι στο πλάι. Γιατί να τρώνε μόνοι, ποιος χρόνος δεν τους όρισε μια τόση δα μικρή σωτηρία; Χτυπάνε τα χείλη στα κουτάλια και εκείνη νιώθει μια υγρασία στα σκέλια και μια ανάσα ελευθερίας. Μελαγχολία.


Σε ψάχνω, στις φωτογραφίες της Karine Laval.

Friday, March 02, 2012

Σούτσου


Πεινάνε οι φράσεις για λέξεις. Πως να σου δώσω να καταλάβεις το συναίσθημα. Βραχνή μέρα. Τα παιχνίδια σκορπισμένα πάνω στην άσφαλτο. Στο δρόμο αυτό άλλοτε μετράγαμε ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Βουτάγαμε σε θλιβερά ποτήρια. Σήμερα περνάω την ψυχή μου χειρουργείο. Νετάρω τις λασκαρισμένες βίδες, σε ένα μυαλό που δεν μπορεί να ξελαγράρει. Ξεσπάω σε χαρτομάντηλα που μυρίζουν ξεθυμασμένα λουλούδια νεκροταφείου. Έσπασα. Χτες έτριψα το χέρι μου επίτηδες σε ένα μαντρότοιχο πιο κάτω. Έγραψε το αίμα μια θολή γραμμή. Δεν θα τη βγάλει στην πρώτη βροχή. Μαρκάρω την πόλη ανόητα. Κι ο χρόνος είναι βαρύς σαν σίδερο.



ακούγοντας νοερά Miles Davis, Kind of Blue



Φωτογραφία  Green Wall Florence του Scott Schuman

Thursday, February 23, 2012

Mαρίνα


2011
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε τη ζακέτα στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Πάντα είναι. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι τελειωμένο, μπιμπελό στο ράφι. Ήπιε τζιν. Δεν ήθελε τόνικ. Δεν είχα ούτως ή άλλως. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, μια μικρή ένταση, χαμηλά, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι,
μίλησε.

Είπε θα έρθει δώδεκα ακριβώς. Τα μεσάνυχτα. Ήταν του Αγίου Δημητρίου. Γιόρταζε ο πατέρας του είπε. Όλη τη βδομάδα στο σεμινάριο φλερτάραμε χοντρά. Δεν είχα όρεξη γενικά, είχα τις κακές μου, δεν μου πολυάρεσε, σκληρή φάτσα, μου φάνηκε και κάφρος στην αρχή, αλλά είχε ένα χοντροκομμένο χιούμορ που το γούσταρα. Παρακάτω, αυτά που έλεγε άρχισαν να με φτιάχνουν. Ύστερα με πήγε σε αυτή την παρακμιακή καφετέρια στην Καλλιθέα, δίπλα σε πουτάνες και αλογομούρηδες να πιούμε μια μπύρα. Τους σχολιάζαμε και γελάγαμε. Ενδιάμεσα είχε βάλει το χέρι του κάτω από τη μπλούζα μου, μου είχε κατεβάσει το σουτιέν, μου χάιδευε τις ρώγες, με κοίταγε στα μάτια και χαιρόταν, που είχαν κοκκινίσει τ’ αυτιά μου απ’ τη ντροπή. Μας κοίταγαν οι γύρω, πουτάνες, σκυλομούρηδες, αλογομούρηδες ανεξαιρέτως και διαδοχικά. Ζήλεψα το γρέζι της μορφής τους, τις πράσινες λαμέ μπλούζες, τα μυτερά σκαρπίνια.
Πάρε μπισκότα και κακάο είπε στο τηλέφωνο, αν δεν κάτσει η φάση να φτιάξουμε γλυκό ψυγείου. Το βούτυρο το ξέχασε, εγώ πάλι όχι, είχα δει πρόσφατα το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Μιλήσαμε ούτε δέκα λεπτά, δώδεκα και δέκα πετάχτηκαν το εσώρουχα στο πάτωμα, άρχισε ο αγώνας, σώμα με σώμα, μιλάγαμε, γαμιόμασταν, τον ατελείωτο, ποιος θα τελειώσει τελευταίος, τι σόι άνθρωποι ήμασταν, μας πως βρεθήκαμε εμείς οι δυο, περνάει ο χρόνος πάνω στο βρεγμένο σεντόνι, άνοιξαν οι κάνουλες της σάρκας, με νιώθω και δε με αναγνωρίζω, δυο τέρατα πάνω σε άσπρο φόντο, με έφτυσε στα μούτρα, με είπε πουτανή και καργιόλα, τον είπα γαμιά, τρεις παρά δεν αντέχω άλλο, νίκησες, πάνω στον σπασμό μου, παραδίδω τα όπλα μου, εσύ είσαι ο βασιλιάς μου. Ο βασιλιάς δεν έχυσε εκείνο το βράδυ, αποκοιμήθηκε τον ύπνο του εργάτη της αρχαϊκής έλξης, που δεν έχει εξηγήσεις και λόγιες εκφράσεις, δεν έχει αύριο και μεθαύριο, έχει μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, μια ονειραυγή προοπτικής, μια αιώνια κατραπακιά κατακούτελα.



2004
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε το παλτό της στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι μισοτελειωμένο, έριξε τρία δάκτυλα. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι άλλωστε,
είπε.

Μιλάγαμε για τον Επιστάτη του Πίντερ. Μου είπε ότι η παράσταση ήταν φόλα. Ύστερα έσερνα σιγά σιγά τη συζήτηση στον έρωτα, όχι στο έρωτα δηλαδή, στο πήδημα. Ήθελα μια αγκαλιά αυτό το βράδυ, πως θα την κέρδιζα αλλιώς. Δε με ένοιαζε ο τρόπος, ούτε το τίμημα, θα έπαιρνα κάθε ρίσκο. Στο σεξ, εκεί καταλήγουν όλα είπε. Είχε ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο. Δεν χρησιμοποιούσε λέξεις όπως γκόμενα, πούτσος, γαμήσι. Το νόημα πλήρες, όμως οι λέξεις προσεγμένες. Συζητάγαμε για πράγματα που μας ενδιέφεραν και τους δύο. Άρχισα να νιώθω μια έξαψη. Η συζήτηση κάπως πήγε στον Αγγελόπουλο, όχι στο Μανώλη, στο Θόδωρο. Άρχισε να κανιβαλίζει το είδωλό του, τη νέα ταινία που έχει θέμα την κρίση, κοροϊδεύαμε τους ρυθμούς του, την απουσία πάθους, πως θα ήταν το σκληρό σεξ σε μια σκηνή με μονοπλάνο. Ίχνη σπέρματος πάνω στη σκελέα του πολεμιστή, που περπατάει αργά στην αχνοφέγγουσα ομίχλη μπροστά από το κανόνι της Ύδρας. Ένας άντρας είναι ικανός να ξεπουλήσει στα λόγια ακόμα και τη μάνα του για να σε ρίξει. Απορώ πως δεν μου είπε ότι η Αριστερά είναι τελειωμένη υπόθεση. Θα είχε καταλάβει ότι δεν πίστευα εύκολα στα οράματα. Ίσως δεν μιλήσαμε για πολιτική. Λογικό. Δώσαμε ραντεβού στο Λώρα. Ή νύχτα ήταν παγωμένη. Δε θυμάμαι να με γοήτευσε στην αρχή, μου φάνηκε κάπως της λεπτομέρειας, είχε όμως μια αμηχανία αβάστακτα γλυκιά, μια ανασφάλεια οικεία, ήθελα να τον ακούω να μου μιλάει, να τον πειράζω. Έπινα τα ποτά και γέλαγα, είχα μια σκοτεινιά και μια λάμψη στα μάτια, έλεγε αυτός, αντάμα σκοτάδι και φως, σαν ηρωίδα ταινίας. Τι θα έλεγε. Έκανε να με πιάσει από τη μέση, ξέφυγα, ύστερα μου άγγιξε το γυμνό γόνατο πάνω απ’ τη μπότα. Φιληθήκαμε, δέκα ποτά μετά στο κρεβάτι του, γεμάτος άγχος, έξω απ' τα νερά μου και'γω, τρεμουλιαστά τα σώματα σαν χορδές, επαναλαμβανόμενα λόγια τρυφερά, σχεδόν ενοχλητική η επανάληψη τους. Όλα τελείωσαν γρήγορα, πιάστηκα σαν να μην υπήρχε αύριο στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί, εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα ο κόσμος όλος και μάνα και πατέρας και ελπίδα, έπρεπε να ζήσω, να πάρω λίγη αγάπη, όλα ήταν σωστά κι’ ας ήταν τόσο λάθος, δάκρυσα και άγρυπνη με βρήκε το ξημέρωμα.



Είναι πιθανό να μπέρδεψα τις χρονολογίες, το ίδιο κι’ εκείνη, τι σημασία έχει, τι σημασία έχει όταν είσαι νοερά εκεί, εκείνη θ' αγκαλιάζει την αγάπη κι εγώ είμαι εκεί να την ακούω, πάντα.

Φωτογραφία Sally Mann

Monday, February 20, 2012

Δαίμονες

Λένε ότι αν ανοίξεις μια βαριά ξύλινη πόρτα τα μεσάνυχτα,
ξεπηδά η παρέα των δαιμόνων.
Εσωτερικών, ανεξάρτητων, αναρχοαυτόνομων, ένας συρφετός, περιοδεύων θίασος. Ο πρώτος σου γνέφει γεια, για τους τύπους και μετά σου κάνει κωλοδάκτυλο. Νοηματική σημείωση ότι την έκατσες ανοίγοντας, δηλωτική της μαλακίας σου.
Το βλέπεις, αφρίζουν, ξερνάνε φωτιά, ουρλιάζουν σε ακατανόητες γλώσσες. Φως φανάρι δεν ήρθαν για να τους τρατάρεις γλυκό και μέντα, αυτά αλλού, σε λυρικά περιβάλλοντα.
Έπειτα σταυροί, εικονίσματα και χριστοπαναγίες σου λείφτηκαν εδώ και χρόνια, σκόρδα δεν έχεις, δεν πήγες λαϊκή, σιγά μην είχες πάει. Γαμιέται το σύμπαν, λαϊκή θα πήγαινες;
Όπλο δεν έχεις. Ακόμα.
Στέκεσαι με γυμνά τα χέρια. Αντιμέτωπος.

Πίνακας David Quadrini

Friday, February 17, 2012

Φουστάνι


Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Πόσες φορές είπε το ποίημα; Πολλές, κανείς δεν μέτρησε.
Έπεσε γονυπετής ανάμεσα στα ωραία πόδια, στο κατάμαυρο σατέν εσώρουχο, στην άκρη του κρεβατιού, αγορασμένο από τη Νεοσέτ. Κι ενώ η γλώσσα έπιασε δουλειά, ήταν αργά τη νύχτα, πολλά τα ποτά, άγουρη η γνωριμία, τελείωσαν οι λέξεις πάνω στο ωραίο φουστάνι. Τράβηξε το σεντόνι κάτω απ’ το πάπλωμα, εκείνο το παγωμένο βράδυ, αφού έβγαλε το ρημάδι και το πέταξε, πάνω σε μια παρακείμενη σιδερώστρα.


Φωτογραφία Ansel Adams

Στους καταρράκτες του κορμιού που δεν στερεύουνε ποτέ.