Wednesday, March 07, 2012

Στάχτες

Το νεκροταφείο του χωριού μου είναι δίπλα στη θάλασσα. Δεν την ατενίζει εποπτικά όπως συνηθίζεται. Το χειμώνα τα κύματα γλείφουν το μαντρότοιχο. Μεσολαβεί ένας μικρός δρόμος, απ' αυτούς με τη λίγη άσφαλτο, από αυτούς που θα διαλύσει η κρίση. Είναι φτωχά τα μνήματα και απλά, καμία σχέση με αστικά νεκροταφεία. Πέντε κομμάτια μαρμαρόπλακα κι' ενας σταυρός. Συχνά φωτογραφίες και απελπισμένα λόγια γεμάτα πόνο. Λίγα φυτά που φύονται εκεί και κυπαρίσσια. Συχνά εγκατάλειψη.
Θυμάμαι ότι έπλεναν τα κόκκαλα στην παραλία και τα έβαζαν σε όμορφους άσπρους σωρούς σε ένα μικρό δωμάτιο. Νομίζω τα έδερνε ο αέρας και η βροχή. Ποτέ δεν κολυμπούσα προς τα εκεί, δεν ήθελα να χαιρετηθώ με κανέναν που τους ξέφυγε στην πλύση. Ήμουν παιδί.
Εκεί είναι θαμμένος ο παππούς μου. Ψαράς. Τη γλέντησε τη ζωή του.  Ωραίος άντρας. Καλοντυμένος, γυναικάς. Τι θα'ταν; Κανένας δεν του έμοιασε στον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο, είχε μια μάνα χαρά θεού. Εμείς πάλι μεγαλώσαμε με τρόπους. Ή έτσι νομίζανε.
Εκεί είναι θαμμένη η γιαγιά μου. Λεπτή σα μίσχος στα νιάτα της, με δυο πανέξυπνα πράσινα μάτια. Εκείνος περπάτησε με τα πόδια από την Αλβανία στα τελειώματα του μετώπου ως την Πελοπόννησο να τη βρεί ξανά. Το πρώτο παιδί, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά γκρίνια μια ζωή. Σκληρή γυναίκα. Ένα παιδικό καλοκαίρι την κλείδωσα στο μπαλκόνι κανένα δίωρο. Μεγάλωσα και κατάλαβα. Της πέθαναν τόσα μωρά στα χέρια. Γεννήθηκε πλούσια με λούσα και έζησε μέσα στη φτώχεια, εργάτρια στην κλωστοϋφαντουργία. Να τον μαζέψει δεν μπορούσε. Τον έψαχνε με τα παιδιά αγκαλιά στις ταβέρνες, να της δώσει λεφτά, όταν το ξεχνούσε. Το μάθαινε από άλλους, που γύρναγε, τι έκανε. Αθώα επαρχία του 50. Τα μάθαινε και από τον ίδιο όταν επέστρεφε. Με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν τσάκισε ποτέ. Έλεγε τα σκληρότερα πράγματα με τη μεγαλύτερη ευκολία και πέθανε με ένα γαλήνιο χαμόγελο. Καμιά φορά τα δηλητήρια που πίνεις σε ποτίζουν. Το ξέρεις και ζεις μ'αυτό.
Εκεί είναι θαμμένη η αδερφή της. Μας έκανε κοκκινιστό με μοσχοκάρυδο, τα μεσημέρια μετά το μπάνιο, στο πατρικό τους. Ήταν χήρα από νέα. Ο άντρας της καθάριζε τζάμια στη Νέα Υόρκη και σκοτώθηκε από πτώση. Έμεινε μόνη μια ζωή, με μια σύνταξη από την Αμερική. Πεθαίνοντας ο παππούς μου, είπε στη νύφη του, θα στα πω όλα εκτός από μια αδικία που έκανα. Εμείς, νέοι, με αίμα να βράζει, αμέσως σκεφτήκαμε το προφανές. Υπάρχει μια φωτογραφία που είναι οι τρεις τους γέροι. Ο καθένας με ένα περίεργο ή συνωμοτικό μειδίαμα. Δεν ξέρω αν πέφτουμε μέσα και ποιος ήξερε τι, κανείς δεν θα μάθει.
Εκεί είναι θαμμένο ένα αγόρι που κάναμε ελάχιστη παρέα. Δεν θυμάμαι τίποτα γι'αυτόν, παρά μόνο ότι τον είχαν καλέσει σε ένα πάρτυ, που ήταν για μεγαλύτερους. Εγώ φύλαγα καραούλι στην οξώπορτα, είχα σκάσει απ' τη ζήλεια μου, χάζευα, θολά, μέσα απ' το χαρτόνι που είχαν βάλει, για να μη βλέπει το χωριό, τα θαύματα. Άκουγα τη μουσική, Upside Down και χτύπαγα τα πόδια μου στο σοκάκι. Σκοτώθηκε με το μηχανάκι του. Έσκασε κάτω. Θα είχε πιει και θα 'χε νταλκαδιάσει. Ήταν νομίζω ηλεκτρολόγος ή θα γινόταν. Θυμάμαι τη μάνα και τις αδερφές του, μια κουστωδία από κοντές στα μαύρα, βαθιά θλιμμένες. Είναι η πρώτη φορά που δάκρυσα για θάνατο.
Εκεί είναι θαμμένη μια κοπέλα. Ήταν η πρώτη φοιτήτρια του χωριού. Δασκάλα. Πέθανε από λευχαιμία στο πρώτο έτος. Σαν σε όνειρο, περνούσε από τα στενά με το ποδήλατο της, όμορφη, αέρινη, με σγουρά μαλλιά και βλέμμα ονειροπόλο. Δεν πρόλαβε καν να πάρει μια ανάσα.
Ποτέ δεν είχα το φόβο του θανάτου. Είναι ένας από τους φόβους που δεν ένιωσα ποτέ. Απ΄τη φτιαξιά μου ήμουν έτσι. Αυτά συμβαίνουν.
Όταν πεθάνω δεν θέλω να με θάψουνε εκεί. Έχει υγρασία και με τον παππού μου μιλάμε που και που στα όνειρα μου. Πάμε και καμιά βόλτα με ταξί για κανένα κρασί. Φοράει πάντα το γκρί κουστούμι.
Δεν θέλω να με θάψουμε και εδώ, δίπλα σε πολιτικούς και κουλτουριάρηδες. Μισώ τη γκρίνια τους, τις ιδέες τους, σκατά στα μνήματα του Πρώτου. Τον Μάνο, δεν έχω ανάγκη, τον κουβαλάω μέσα μου.
Εμένα θέλω να με κάψουνε. Να στρώσουνε τραπέζι με ένα σωρό κόλυβα να παίρνουν με τη φούχτα και δίπλα στις ρακές, τις στάχτες μου. Να παίζει μια ωραία ορχήστρα μόνο τραγούδια με λυγμό. Από αυτά, που όταν τα νιώθεις βλέπεις τη ζωή σου ταινία πίσω απο κουίντες βουρκωμένες. Να τραγουδά γυναίκα, αυστηρά. Και να βουτάνε τα δάκτυλα τους πρώτα στη στάχτη και μετά στο στόμα. Εκείνοι που μ' αγάπησαν στ' αλήθεια. Αυτοί που όταν φύγω θα είναι άδειες οι Κυριακές και οι σχόλες τους. Μόνο αυτοί, κανείς άλλος, κι' εμένα θα είναι η ψυχή μου θάλασσα.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo και να ξεκινήσουν όλα με τη Μαργαρίτα και τη Βίκυ

6 comments:

Theorema said...

...αρχίζει και γίνεται λιγάκι ανατριχιαστικό όλο αυτό, νομίζω...

gasireu said...

Αφου δεν θα είστε, τι σκάτε...(κατάλαβα, συμβαίνουν αυτά)

radio sociale said...

μπράβο ρε

gasireu said...

ευχαριστώ ρε Χρήστο

katabran said...

πώς είναι οι άδειες κυριακές και σχόλες δε γνωρίζω...επίτηδες δε και σαν από άμυνα εμμένω σε αυτή την άγνοια...
όμως οι άλλες μέρες, οι άλλες μέρες βαραίνουν όσο και η στάχτη στη φούχτα μου...

gasireu said...

και καλά κάνετε να εμμένετε...ακούστε με...