Thursday, February 23, 2012

Mαρίνα


2011
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε τη ζακέτα στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Πάντα είναι. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι τελειωμένο, μπιμπελό στο ράφι. Ήπιε τζιν. Δεν ήθελε τόνικ. Δεν είχα ούτως ή άλλως. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, μια μικρή ένταση, χαμηλά, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι,
μίλησε.

Είπε θα έρθει δώδεκα ακριβώς. Τα μεσάνυχτα. Ήταν του Αγίου Δημητρίου. Γιόρταζε ο πατέρας του είπε. Όλη τη βδομάδα στο σεμινάριο φλερτάραμε χοντρά. Δεν είχα όρεξη γενικά, είχα τις κακές μου, δεν μου πολυάρεσε, σκληρή φάτσα, μου φάνηκε και κάφρος στην αρχή, αλλά είχε ένα χοντροκομμένο χιούμορ που το γούσταρα. Παρακάτω, αυτά που έλεγε άρχισαν να με φτιάχνουν. Ύστερα με πήγε σε αυτή την παρακμιακή καφετέρια στην Καλλιθέα, δίπλα σε πουτάνες και αλογομούρηδες να πιούμε μια μπύρα. Τους σχολιάζαμε και γελάγαμε. Ενδιάμεσα είχε βάλει το χέρι του κάτω από τη μπλούζα μου, μου είχε κατεβάσει το σουτιέν, μου χάιδευε τις ρώγες, με κοίταγε στα μάτια και χαιρόταν, που είχαν κοκκινίσει τ’ αυτιά μου απ’ τη ντροπή. Μας κοίταγαν οι γύρω, πουτάνες, σκυλομούρηδες, αλογομούρηδες ανεξαιρέτως και διαδοχικά. Ζήλεψα το γρέζι της μορφής τους, τις πράσινες λαμέ μπλούζες, τα μυτερά σκαρπίνια.
Πάρε μπισκότα και κακάο είπε στο τηλέφωνο, αν δεν κάτσει η φάση να φτιάξουμε γλυκό ψυγείου. Το βούτυρο το ξέχασε, εγώ πάλι όχι, είχα δει πρόσφατα το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Μιλήσαμε ούτε δέκα λεπτά, δώδεκα και δέκα πετάχτηκαν το εσώρουχα στο πάτωμα, άρχισε ο αγώνας, σώμα με σώμα, μιλάγαμε, γαμιόμασταν, τον ατελείωτο, ποιος θα τελειώσει τελευταίος, τι σόι άνθρωποι ήμασταν, μας πως βρεθήκαμε εμείς οι δυο, περνάει ο χρόνος πάνω στο βρεγμένο σεντόνι, άνοιξαν οι κάνουλες της σάρκας, με νιώθω και δε με αναγνωρίζω, δυο τέρατα πάνω σε άσπρο φόντο, με έφτυσε στα μούτρα, με είπε πουτανή και καργιόλα, τον είπα γαμιά, τρεις παρά δεν αντέχω άλλο, νίκησες, πάνω στον σπασμό μου, παραδίδω τα όπλα μου, εσύ είσαι ο βασιλιάς μου. Ο βασιλιάς δεν έχυσε εκείνο το βράδυ, αποκοιμήθηκε τον ύπνο του εργάτη της αρχαϊκής έλξης, που δεν έχει εξηγήσεις και λόγιες εκφράσεις, δεν έχει αύριο και μεθαύριο, έχει μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, μια ονειραυγή προοπτικής, μια αιώνια κατραπακιά κατακούτελα.



2004
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε το παλτό της στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι μισοτελειωμένο, έριξε τρία δάκτυλα. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι άλλωστε,
είπε.

Μιλάγαμε για τον Επιστάτη του Πίντερ. Μου είπε ότι η παράσταση ήταν φόλα. Ύστερα έσερνα σιγά σιγά τη συζήτηση στον έρωτα, όχι στο έρωτα δηλαδή, στο πήδημα. Ήθελα μια αγκαλιά αυτό το βράδυ, πως θα την κέρδιζα αλλιώς. Δε με ένοιαζε ο τρόπος, ούτε το τίμημα, θα έπαιρνα κάθε ρίσκο. Στο σεξ, εκεί καταλήγουν όλα είπε. Είχε ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο. Δεν χρησιμοποιούσε λέξεις όπως γκόμενα, πούτσος, γαμήσι. Το νόημα πλήρες, όμως οι λέξεις προσεγμένες. Συζητάγαμε για πράγματα που μας ενδιέφεραν και τους δύο. Άρχισα να νιώθω μια έξαψη. Η συζήτηση κάπως πήγε στον Αγγελόπουλο, όχι στο Μανώλη, στο Θόδωρο. Άρχισε να κανιβαλίζει το είδωλό του, τη νέα ταινία που έχει θέμα την κρίση, κοροϊδεύαμε τους ρυθμούς του, την απουσία πάθους, πως θα ήταν το σκληρό σεξ σε μια σκηνή με μονοπλάνο. Ίχνη σπέρματος πάνω στη σκελέα του πολεμιστή, που περπατάει αργά στην αχνοφέγγουσα ομίχλη μπροστά από το κανόνι της Ύδρας. Ένας άντρας είναι ικανός να ξεπουλήσει στα λόγια ακόμα και τη μάνα του για να σε ρίξει. Απορώ πως δεν μου είπε ότι η Αριστερά είναι τελειωμένη υπόθεση. Θα είχε καταλάβει ότι δεν πίστευα εύκολα στα οράματα. Ίσως δεν μιλήσαμε για πολιτική. Λογικό. Δώσαμε ραντεβού στο Λώρα. Ή νύχτα ήταν παγωμένη. Δε θυμάμαι να με γοήτευσε στην αρχή, μου φάνηκε κάπως της λεπτομέρειας, είχε όμως μια αμηχανία αβάστακτα γλυκιά, μια ανασφάλεια οικεία, ήθελα να τον ακούω να μου μιλάει, να τον πειράζω. Έπινα τα ποτά και γέλαγα, είχα μια σκοτεινιά και μια λάμψη στα μάτια, έλεγε αυτός, αντάμα σκοτάδι και φως, σαν ηρωίδα ταινίας. Τι θα έλεγε. Έκανε να με πιάσει από τη μέση, ξέφυγα, ύστερα μου άγγιξε το γυμνό γόνατο πάνω απ’ τη μπότα. Φιληθήκαμε, δέκα ποτά μετά στο κρεβάτι του, γεμάτος άγχος, έξω απ' τα νερά μου και'γω, τρεμουλιαστά τα σώματα σαν χορδές, επαναλαμβανόμενα λόγια τρυφερά, σχεδόν ενοχλητική η επανάληψη τους. Όλα τελείωσαν γρήγορα, πιάστηκα σαν να μην υπήρχε αύριο στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί, εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα ο κόσμος όλος και μάνα και πατέρας και ελπίδα, έπρεπε να ζήσω, να πάρω λίγη αγάπη, όλα ήταν σωστά κι’ ας ήταν τόσο λάθος, δάκρυσα και άγρυπνη με βρήκε το ξημέρωμα.



Είναι πιθανό να μπέρδεψα τις χρονολογίες, το ίδιο κι’ εκείνη, τι σημασία έχει, τι σημασία έχει όταν είσαι νοερά εκεί, εκείνη θ' αγκαλιάζει την αγάπη κι εγώ είμαι εκεί να την ακούω, πάντα.

Φωτογραφία Sally Mann

Monday, February 20, 2012

Δαίμονες

Λένε ότι αν ανοίξεις μια βαριά ξύλινη πόρτα τα μεσάνυχτα,
ξεπηδά η παρέα των δαιμόνων.
Εσωτερικών, ανεξάρτητων, αναρχοαυτόνομων, ένας συρφετός, περιοδεύων θίασος. Ο πρώτος σου γνέφει γεια, για τους τύπους και μετά σου κάνει κωλοδάκτυλο. Νοηματική σημείωση ότι την έκατσες ανοίγοντας, δηλωτική της μαλακίας σου.
Το βλέπεις, αφρίζουν, ξερνάνε φωτιά, ουρλιάζουν σε ακατανόητες γλώσσες. Φως φανάρι δεν ήρθαν για να τους τρατάρεις γλυκό και μέντα, αυτά αλλού, σε λυρικά περιβάλλοντα.
Έπειτα σταυροί, εικονίσματα και χριστοπαναγίες σου λείφτηκαν εδώ και χρόνια, σκόρδα δεν έχεις, δεν πήγες λαϊκή, σιγά μην είχες πάει. Γαμιέται το σύμπαν, λαϊκή θα πήγαινες;
Όπλο δεν έχεις. Ακόμα.
Στέκεσαι με γυμνά τα χέρια. Αντιμέτωπος.

Πίνακας David Quadrini

Friday, February 17, 2012

Φουστάνι


Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Τι ωραία πόδια, τι ωραίο φουστάνι.
Πόσες φορές είπε το ποίημα; Πολλές, κανείς δεν μέτρησε.
Έπεσε γονυπετής ανάμεσα στα ωραία πόδια, στο κατάμαυρο σατέν εσώρουχο, στην άκρη του κρεβατιού, αγορασμένο από τη Νεοσέτ. Κι ενώ η γλώσσα έπιασε δουλειά, ήταν αργά τη νύχτα, πολλά τα ποτά, άγουρη η γνωριμία, τελείωσαν οι λέξεις πάνω στο ωραίο φουστάνι. Τράβηξε το σεντόνι κάτω απ’ το πάπλωμα, εκείνο το παγωμένο βράδυ, αφού έβγαλε το ρημάδι και το πέταξε, πάνω σε μια παρακείμενη σιδερώστρα.


Φωτογραφία Ansel Adams

Στους καταρράκτες του κορμιού που δεν στερεύουνε ποτέ.

Sunday, February 12, 2012

Ανοικτά

Ζήταγες μέρες ορθάνοικτες. Διαβατά μονοπάτια στις παρυφές μιας Ιστορίας πρασινισμένης από το γλείψιμο ανεξάντλητων βροχών. Τζάκια ξεμάντρωτα να ξεπηδά η φλόγα. Ξεκλείδωτα μπουντρούμια εξορίστων. Μουνιά υγρά, ξεφυλλισμένα τριαντάφυλλα, στραμμένα ξεδιάντροπα στον ουρανό. Τις πύλες της κολάσεως χωρίς λουκέτα. Την πόλη άπαρτη. Τους τοίχους με χαραγματιές πολλών χιλιοστών.
Λες και σου κλήρωσε μια τέτοια ανοιχτωσιά. Λες και σου άξιζε. Σα να σου τάξανε τα ξέφωτα δικά σου,
για να πεις κωλοπαιδίστικα στο παρά τρίχα, ευχαριστώ δε θα πάρω.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson


Πάντα γυρίζω σ' αυτή τη μαντινάδα,

Σαν είναι ο τράγος δυνατός
δεν τονε στένει η μάντρα,
ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα

Monday, February 06, 2012

Έρημος

Είμαι εκεί, ανάμεσα στη νοητή γραμμή που υποδεικνύει την αρχή της και στο δρόμο. Μπροστά στην ατέλειωτη έρημο, την χωρίς νερό και χωρίς ελπίδα. Στέκομαι ακίνητος και ήσυχος. Δεν έχω ξαναδεί τίποτα τόσο μεγάλο και τόσο δυνατό στη ζωή μου. Η σκόνη μου πνίγει την ανάσα. Ότι περάσει αυτή τη στιγμή, θα μείνει εδώ, θα χαθεί για πάντα.
Καμία εικόνα δεν θα είναι ποτέ πια ίδια με το τοπίο τούτο. Τόσο άνυδρο που νοιώθω το δέρμα μου να σφίγγει σαν φολίδες καρφωμένες γύρω από τη σάρκα μου, τόσο ζεστό που νομίζω ότι η ανάσα μου θα γίνει πνιγερή κραυγή αγωνίας. Ανώφελο, δεν υπάρχει κανείς για να ακούσει αυτά που έχω να εξιστορήσω. Αυτά που μίλαγα στα κύματα, πίσω στις δικές μας θάλασσες. Τώρα μπορώ να τ’ αφήσω να πετάξουν μέσα στην έρημο.
Κατάφατσα στον κίνδυνο ένοιωθα πάντα ζωντανός. Aντιμέτωπος με τους ανθρώπους, βασιλιάς. Ανέβηκα εκεί που θέλησα σιγά και φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, που έγραφε πάνω τ’ όνομα μου, στάθηκα λίγο παράμερα να δω τη θέα. Τη θέα που ίδρωσα για να κερδίσω. Τότε κατάλαβα ότι γι’ αυτό δεν θα με συγχωρούσαν ποτέ.
Το αλάθητο ένστικτο μου με είχε κρατήσει ζωντανό. Είχα κερδίσει τη ζωή μου, αλλά μέσα μου βασίλευε απέραντη σιωπή. Ήμουν σκληρός με τους άλλους, μα πάνω απ’ όλα με τον εαυτό μου. Στα μυαλά τους δεν μπορούσε να χωρέσει αυτή η δύναμη και στο δικό μου δεν είχε θέση τίποτα λιγότερο.
Ο συνεκτικός κρίκος, είχε με κάποιους, χαθεί αμετάκλητα.. Για ευκολία χώρισα το πριν από το μετά και έτσι με διχοτομημένη τη ζωή μου κινήθηκα. Η επιλογή όμως είναι μονοσήμαντη και δεν έχει πισωγύρισμα. Ο άνθρωπος που έπεται του πρότερου εαυτού, παύει να θυμάται το παρελθόν ως δικό του και το καταχωνιάζει, σαν βαριά παρακαταθήκη που κουβαλάει μόνος, στα όνειρα του τις ταραγμένες νύχτες.
Έτσι συνήθιζα να προσπερνώ τα σημάδια καινούργιας ευτυχίας, καθώς η ιστορία είχε προκαθορίσει την πορεία μου. Ο χρόνος κυλούσε και σκιώδη τυχαία γεγονότα, έφεραν στο φως παλιές αγωνίες. Είχα ανάγκη τη χαμένη συνεχεία για να ξετυλίξω το μπερδεμένο μου κουβάρι απ’ την αρχή και να σκεφτώ για μια ακόμα φορά, τι ήταν αυτό που διάλεξα την κρίσιμη εκείνη ώρα.
Σκέφτηκα ότι εδώ στην άκρη του δικού μου κόσμου, εδώ μπροστά στην ατάραχη και αδυσώπητη έρημο, ίσως φωνάζοντας στα γόνατα σκυμμένος τις κραυγές μου, να έπαιρνα μια απάντηση απ΄τη σιωπή. Όχι κάτι το εύληπτο, ένα ψιθύρισμα ίσως της άμμου, έναν απόηχο της φωνής της ερήμου που να κρύβει μέσα στη μουσικότητα του ένα πιθανό χρησμό. Τέντωσα το κεφάλι μου προς την μεριά της και νόμισα ότι λέξεις ξεκάθαρες ακούστηκαν, ξέπνοες, σαν ομιλία παραδομένου από την κούραση ανθρώπου.

‘Χαμένες συνέχειες,

είναι χαμένες ζωές

και εδώ στην απέναντι σε σένα όχθη,

που με τόση αλαζονεία την έρημο κοιτάς, προσκύνησε και δες,

η χαμένη αρχετυπική αλληλουχία είναι αυτό που αναζητάς ακόμα και ανάμεσα στους αμμόλοφους.

Αυτούς του δικούς σου αλλήλους δεν θα τους βρεις,

γιατί οι ψυχές τους δεν περιδιαβαίνουν σε τόσο σκληρά μέρη,

παρά μόνο κατάλαβε ότι τις κουβαλάς μέσα σου.’



Φωτογραφία Ansel Adams : Road, Nevada Desert
Γραμμένο κάποτε για το Μαρόκο, διαβάζοντας πολύ Μπόρχες.


Sunday, February 05, 2012

Τυφλότητα




Πετάρισε το μάτι μου, κάποιον θα δω λένε.
Είμαι όμως τυφλός εδώ και χρόνια. Με στράβωσε η στιγμιαία αντανάκλαση του χιονιού ή το αστροπελέκι που έκαψε ένα έλατο.
Έχω ξεχάσει την αιτία και τίποτα ορατό δεν έχει πια βαρύτητα.
Μόνο η απτή αλήθεια των σωμάτων.





Η φωτογραφία δεν θυμάμαι από που είναι, θυμάμαι μόνο αυτό και τον Άνεμο που κυλάει.

Wednesday, February 01, 2012

Μόνο χιόνι

Ήτανε δύο τη νύχτα, σε ένα παράθυρο στη Δρυάδων, ένα πρόσωπο σκοτεινό. Έξω χιονίζει. Τα παντζούρια είναι ανοιχτά, το σπίτι ισόγειο, η κουρτίνα τραβηγμένη, το φως από μέσα λιγοστό. Μονολογεί.

Μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο.

Κοντοστέκομαι. Τον κοιτάω.
Δεν μου ρίχνει ματιά, επαναλαμβάνει στο ριπίτ σαν υπνωτισμένος, σε τόνο κατατονικό, την ίδια φράση.
Την ίδια φράση, σαν κασετόφωνο. Ηχογραφημένος.
Δεν υπάρχουν αντίο ρε, δεν υπάρχουν ευγενικά αντίο, δεν υπάρχει τίποτα ΜΟΝΟ, χωρίς κάτι άλλο, μόνο το χιόνι, μόνο το χιόνι με μουδιάζει, μου βάφει τα μαλλιά γκρίζα, γέρασα στα πορτοπαράθυρα του κόσμου, να αφουγκράζομαι τους χαμένους χτύπους των αναπήρων, μόνο στο χιόνι, μόνο στ’ αντίο, μόνο τότε που σε έπιασα απ’ τα μαλλιά μωρή παλιοκαριόλα, που θα μου πεις μόνο αντίο, ευγενικά αντίο, κι’ απάντησες με πονάς και ρίχνει χιόνι γαμώ την παναγία σου επιτέλους, με πονάς και δεν το θέλω, άσε με να λήξω σε ένα ευγενικό αντίο, μη με πνίγεις στην απελπισία σου, μη μου φτύνεις την αμηχανία μου στη μούρη, την αδυναμία μου, την ευγένεια μου, μη, μόνο μη.
Έφυγα με γρήγορο βηματισμό πριν το στρώσει και μόλις έφτασα σπίτι έβαλα ένα κονιάκ και πήρα τηλέφωνο μια βίζιτα που ήξερα. Βόρεια. Προορισμός το ισόγειο της οδού Δρυάδων.

Η φωτογραφία από τo À bout de souffle του Jean-Luc Godard

Ακούγοντας ευλαβικά αυτό.

Tuesday, January 31, 2012

Αναζητώντας την Οκτάνα

Δε μου λείπει τίποτα, είπε όρθιος πάνω απ’ το γεμάτο του κρεβάτι.
Ήταν Ιούλιος, ζέστη καυτή, πιο καίουσα η μέρα από τη σάρκα, που σ’ αυτό το σπίτι είχε συνήθως δεύτερο ρόλο.
Δυο σώματα αταίριαστα, η ερωτική μάνα γη και ο αέρας που φυσσά στο σπίτι του Ναρκίσσου.
Με το θλιμμένο βλέμμα του, τσεκούρι στο δόξαπατρί, μαλακίστηκε ανάμεσα στα καθαρά, φτηνά σεντόνια, αθόρυβα κι ύστερα σκούπισε το δάκτυλο της πάνω στη μαξιλαροθήκη.
Μια κάποια αγαλλίαση σωματοποιημένη εν είδει εκδίκησης.

Προσθήκη η φωτογραφία της Sally Mann, Legs.

Με το Μάνο να με γδέρνει


Friday, January 27, 2012

Χαρτάκι

Στην τσέπη του σακακκιού μου, βρήκα ένα μικρό χαρτί λευκό, κενό,
τίποτα γραμμένο πάνω,ούτε τηλέφωνο, ούτε όνομα.
Ίσως να αποτέλεσε, το άγραφο κομμάτι μιας υπόσχεσης,
ή έκανα κομμάτια μια ολόκληρη σελίδα από σκέτη αμηχανία
και κράτησα το ψήγμα της στιγμής.
Βλέπεις ποτέ δεν θα μάθουμε τις αληθινές προθέσεις μας
εκ των υστέρων.

Thursday, January 19, 2012

Ηδονοβλεψίας

Στην Πολιτεία, άκρη στη γωνιά αριστερά, εκεί στην ποίηση, τη βλέπω. Από την θέση αυτή υποψιάζομαι ότι ή Καρούζο διαβάζει ή Εμπειρίκο. ‎

''μέσα υπάρχει το όχι,
έξω κοχλάζει το ναι''

Πλησιάζω. Κρατάει ένα τόμο του Μεγάλου Ανατολικού. Είναι ελαφρά αναψοκοκκινισμένη και εντελώς αφοσιωμένη στην ανάγνωση. Απομακρύνομαι σε ασφαλές σημείο. Διακρίνω μια ελαφρά διαστολή στα μάτια και κύρτωση του σώματος προς τα μπρος.
Σκέφτομαι θα διαβάζει τώρα για τεράστιους πούτσους και ατελείωτα γαμήσια. Από την όψη της στοιχηματίζω, είναι ζωόφιλη, θα παραβλέψει τις διπλοβάρδιες του μολοσσού. Ερωτισμός καυλοπυρεσσώντων κορών. Με κουράζει αυτή η επανάληψη των επιφωνημάτων και των αναλυτικών περιγραφών. Μόνο στον πρώτο τόμο, διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη σκηνή της επιβίβασης. Αριστούργημα.
Λίγο ακόμα και θα ντραπεί ή θα βαρεθεί να φύγει.
Έχω καυλώσει ήδη. Κι’ όμως. Θα ξεφυλλίσει λίγο ακόμα ποίηση, εκεί και παραπέρα. Αγγίζει τον Οδυσσέα στα αγγλικά, μόλις 2,5 Ευρώ, τον αφήνει και με τα αρχικά βιβλία παραμάσχαλα θα πάει προς το ταμείο.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, αν είναι τόσο ξαναμμένη όσο εγώ. Σε ρόλο ηδονοβλεψία, θα μπορούσα εκεί στις σκάλες να της ψιθυρίσω από πίσω, σε νιώθω.
Δεν θα κάνω τίποτα, θα βγω αργότερα απ’ την είσοδο με ήρεμο βηματισμό και θα πάω για ένα πιτόγυρο δίπλα. Ξενέρωτος πια.

Φωτογραφία Jan Saudek
Aκούγοντας τη Δαγκωματιά