Thursday, June 02, 2011

Πως πάει;


Είδα ζευγάρια να ερωτεύονται και ζευγάρια να χωρίζουν γύρω μου.
Στην πλατεία.
Η παρατήρηση του καλλιτέχνη που στέκεται απέναντί μου, με κάνει να νιώθω άβολα, σα να με στενεύουν τα παπούτσια. Άλλες εποχές ίσως με συνέπαιρνε το γεγονός, σήμερα έχω ένα μούδιασμα στις λυρικότητες, ή μήπως όχι, ίσως και να φταίει η τεθλασμένη μου προσωπική πορεία.
Ήθελε να μου μιλήσει, το κατάλαβα. Ίσως γιατί τον κοίταξα μέσα στο πλήθος, τον ξεχώρισα. Τυχαία. Από σύμπτωση το μεσημέρι είχα δει την τελευταία του ταινία.
Είναι μια ευκαιρία να μιλήσουμε στο διπλανό μας ,είπε, να βγούμε έξω στους δρόμους και στις πλατείες, είπε, να πούμε ότι ερωτευθήκαμε, ότι γυρίσαμε ταινίες με δυσκολία, ότι δεν έχουμε μία, ότι η τέχνη δεν παίρνει φράγκο, ότι είναι ότι σημαντικότερο έχουμε ως χώρα. Εγώ φέτος ερωτεύθηκα και έπαιξα σε τρεις ταινίες. Όπως και δεν έχω μία.
Τον χαζεύω πως ενθουσιάζεται ενώ μιλά γρήγορα. Για δες.
Πως το αυτονόητο ανάμεσα σε σένα και σε μένα φίλε έγινε λαϊκό αίτημα, πως στην κατρακύλα φωνές ουρλιάζουν από δίπλα μαλακίες, ιδεολογικές ασυναρτησίες, άσχετους ισχυρισμούς, απόψεις που στερούνται λογικής, καμιά φορά και ανθρωπιάς;
Θυμάσαι το νούμερο;
Πως πάει;
Πως πάει;
Δύο, τρία, δέκα; To θυμάσαι; Δύο, τρία, δέκα…αρχίδια; Αρχίδια;
Ζευγάρια ερωτεύονται, ζευγάρια χωρίζουν. Έτσι είναι η ζωή. Έχουν ο ένας τον άλλον και στο μαζί και στο χωρισμό, μη σκας, μην ενθουσιάζεσαι, τίποτα δεν πάει στο άπειρο χωρίς κόπο. Τα ντουέτα θα βρουν την πίστα, εσύ όμως που με κοιτάς κατάματα έχεις σημασία, εσύ που δεν σχετίζεσαι άμεσα με το δικό μου όραμα. Κοίτα με στα μάτια και μίλα μου, θα καταλάβω απ’ τα μάτια σου, τώρα μιλάνε τα μάτια. Σε βλέπω, είσαι εντάξει, μεταξύ μας θα βρούμε άκρη, με τους άλλους δεν ξέρω.
Φεύγω από τις πλατείες και γύρω μου δε βλέπω ζευγάρια, βλέπω τους άντρες να πέφτουν, να πέφτουν και δεν πρόλαβα να κάνω ούτε μια ευχή.

Monday, May 23, 2011

Στο βάθος πόθος


Αν σήμερα είναι Μάης, το μόνο που μετράει είναι ο ήλιος που καίει περασμένες σκέψεις.

Τη ρώτησα προχθές τι έκανε όταν ήταν νέα, όταν γυρνούσαμε στους δρόμους άναυλα και μου απάντησε, τίποτα. Δε με ενδιέφερε κάτι, μόνο να βλέπω, να ανασαίνω.
Η ζωή γυρίζει και ο πόθος, αν υποτεθεί ως στερεός και πτητικός, εξαχνώνεται.

O ερευνητής δημοσιογράφος του Citizen Kane, το 1941 μετά το θάνατό του, λέει στον Bernstein :
-Υπάρχει περίπτωση να μιλούσε στην τελευταία του λέξη για μια κοπέλα και να τη θυμήθηκε μετά από πενήντα χρόνια;
-Είστε πολύ νέος. Πολλά μπορεί να θυμηθεί κανείς. Το 1896 ήμουν στο φέρι για το N.Jersey. Το φέρι μου διασταυρώθηκε με ένα άλλο φέρι. Στο φέρι εκείνο για μια στιγμή είδα μια κοπέλα, φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και κρατούσε ένα λευκό παρασόλι. Εκείνη δε με είδε, αλλά δεν υπήρξε μήνας μέχρι σήμερα που να μην την έχω σκεφτεί.

Οι χρονοδίνες, ξέρεις, δεν είναι το φόρτε μου. Μου φέρνουν ναυτία και η δραμαμίνη ύπνο. Το μερίδιο μου, το θέλω εδώ και τώρα.

Μάης, περάστε, στο βάθος πόθος.


Η φωτογραφία της Sara Saudkova, Parasol, 2001.

Thursday, May 12, 2011

Πρόκες


Ήταν δώδεκα χρονών. Μαζί γράφαμε φυλλάδια για τα σκουπίδια, τα αδέσποτα, τη θάλασσα και τα μοιράζαμε νύχτα κάτω απ’ τις πόρτες. Μας κατάλαβαν όλοι και θύμωσαν. Ελάχιστη επαρχία του ογδόντα. Δεν δέχονταν υποδείξεις και μαλώματα.
Έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδια, φόραγε στράπλες μακό και έκανε ποδήλατο, πέρα δώθε. Ασταμάτητα. Όταν ένας Γιάννης της είπε κάτι προστυχόλογα, του πέταξε το χωνάκι της στη μούρη. Στην άκρη του χωριού, κάθε απόγευμα, χάζευε τα παγόνια. Μια μέρα φρέναρε άτσαλα σε μια κατηφόρα και έφυγε από το δρόμο, ποδήλατο, κορίτσι, πέτρες, έγιναν κουβάρι. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, ίσιωσε πρώτα τη φούστα της και έπειτα τις λαμαρίνες.
Κάποιο απόγευμα πάτησε με τη σαγιονάρα της ένα ξύλο με καρφωμένες πρόκες. Σύρθηκε αθόρυβα στο καλύβι ενός ψαρά και τον παρακάλεσε να της ξεκαρφώσει το πόδι. Λίγο ιώδιο και να τη, κουτσαίνοντας, χωρίς να βγάλει άχνα, περπατάει στην παραλία.
Ακόμα έτσι είναι, πατάει πρόκες κι’ ύστερα απ’ τις πρώτες βοήθειες συνεχίζει μόνη. Μικρή παρένθεση, της σβήστηκε αυτό το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελο απ’ το πρόσωπο.
Νομίζω γελάει σπάνια.

Έξοδος


Πριν τη λέξη, άλλη λέξη και μιάμιση σιωπή, να πνίγει τις υπόγειες κραυγές. Πριν τη βία, το ανασηκωμένο χέρι και ακόμα πιο πριν το μίσος, προτού τα μάτια γίνουν κόκκινα. Όταν μας χτύπαγε ο ηλεκτρισμός στον αέρα, σκληρότερα και από λάμα μαχαιριού, σήκωσα το κεφάλι, άρθρωσα την πικρότερη αλήθεια, πήρα τα ρίσκα πάνω μου και άνοιξα το βήμα, ξεκάθαρα προς το χείλος της αβύσσου. Η αιώρηση δεν πέρασε ούτε σαν σκέψη απ’ το μυαλό μου.


Η φωτογραφία της Natsumi Hayashi 

Tuesday, May 10, 2011

Στην πισίνα


Γαλάζια νερά στη μέση ενός μεσογειακού κήπου. Δίπλα ρίγανη και δεντρολίβανο. Πιο πέρα βουκαμβίλιες και ελιές.
Βγάζω το κεφάλι μου από το νερό να πάρω ανάσα. Ο σπουργίτης με κοιτάει κατάματα ακίνητος, ύστερα πετάει φοβισμένος.
Άλλη μια βουτιά άπνοη μέχρι την άκρη.
Με περιφρονείς;
Εγώ τι νοιώθω, τι θα ήταν καλύτερο;
Να σε περιφρονήσω πίσω, να σε αγνοήσω;
Λέω για αλλαγή να σ’ αγαπήσω πιο πολύ. Ένα δάκρυ τρέχει στο χλωριωμένο μου πρόσωπο, αρμύρα και χλώριο.
Μια, δυο απλωτές ακόμα. Τι με νοιάζει, τι σημασία έχει αν σ’ αγαπώ στα γαλάζια νερά.


Ο πίνακας της Alyssa Monks

Monday, May 09, 2011

Διασταύρωση

Υπάρχει μια τυχαία διασταύρωση στο Παγκράτι. Δε μένω κοντά, περνάω μόνο που και που. Το φανάρι διαρκεί αρκετά, όχι όμως πολύ. Στην απέναντι πολυκατοικία μένει ένας νέος. Όταν λέμε νέος, από το σημείο που τον βλέπω, μάλλον νέος, απροσδιορίστου ηλικίας λόγω απόστασης. Το διαμέρισμα του είναι στο δεύτερο όροφο, έχει πάντα τις κουρτίνες τραβηγμένες, τις ξύλινες γρίλιες σηκωμένες ψηλά, όλα τα φώτα των δωματίων αναμμένα. Οι τοίχοι του είναι βαμμένοι στο χρώμα μιας φωτεινής όμορφης ώχρας. Δεν έχει πίνακες κρεμασμένους, πουθενά. Δεν έχει air condition. Τα φωτιστικά του είναι λευκές χάρτινες σφαίρες. Από τα διάφανα παράθυρα παρατηρώ τον κόσμο του, ένα κόσμο σε απόλυτη έκθεση. Φοράει τα ρούχα του και λεπτά γυαλιά μυωπίας. Τα μαλλιά του είναι καστανά. Δουλεύει σκεπτικός, συχνά ακόμα και τις Κυριακές. Ίσως χαζεύει μπροστά στον υπολογιστή του (θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει football manager ή να βλέπει τσόντες, αλλά τότε θα είχα να πω μια διαφορετική ιστορία και θα τον είχα φανταστεί εντελώς λάθος). Θα τον πω από δω και στο εξής αρχιτέκτονα, θα το προτιμούσα ή μήπως είναι επιμελητής κειμένων;
Όταν δεν τον βλέπω στο γραφείο του, γυρίζω τα μάτια να τον ψάξω στο χώρο. Καμιά φορά όμως τα φώτα του είναι κλειστά.
Έτσι άρχισε αυτή η εντελώς τυχαία γνωριμία και όταν σταματώ στη διασταύρωση και δεν είναι εκεί, νιώθω ότι αυτό το βράδυ δεν πρόλαβα να του πω ένα γεια.

Φωτογραφία Alfred Stieglitz. From the Back Window, 1915.

Tuesday, May 03, 2011

Όταν χαμένοι

Πολύπλοκο εργαλείο το σώμα, όλο νερό, ζεστό και εύθραυστο. Το μαλάζεις στην αμφιβολία. Τρυπάς πόνο στον πόνο. Βάζεις βαριά πλερέζα στην τυφλότητα. Τσακίζεις την ανασφάλεια με δήθεν αποδεικτικά στοιχεία. Ξεπλένεις τη ρευστή αγάπη με όξινη βροχή. Σκαλίζεις με χέρια γυμνά, σεντούκια που κρύβουν ξεχασμένα μέλη. Δεν έχει τελειωμό αυτή η λούπα.
Αν στη σιωπή σε μέτρησα και ευτύχησα, στην πόλη, στους ανθρώπους, μπορεί και να χαθούμε άσχημα.

Φωτογραφία Irving Penn

Thursday, April 21, 2011

Ο δρόμος αμέριμνος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Κοιτώντας το ρολόι, η ώρα ήρθε, ξεχωριστά για τον καθένα. Τρομάζει η μέρα το ξεκίνημα, το φως γυμνώνει τις αυταπάτες, δείχνει τον καθαρό ορίζοντα της σκέψης.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει. Οι διαβάται αμέτρητοι.
Περπατώντας με βήματα βαριά τις μέρες και τους τόπους. Χνάρια χαράζουν, σημαδεύοντας, διαδρομές χωμάτινες. Εκείνες, που τα νερά ανασκάπτουν κι η σκόνη τους σα διάολος, σέρνεται μέσα από τις χαραμάδες, βρωμίζοντας την καθημερινή λευκότητα.
Ανάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και άγιους ανώνυμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων,
σκαρώνεις με λέξεις ένα παιχνίδι. Στη στοίχιση επιμένοντας και τον ρυθμό. Άγνωστοι ποιητές. Πένες που στάζουν, μέσα από σιδερένια κάγκελα. Άγιοι ανώνυμοι, ξερνάνε καλοσύνη, χωρίς ελπίδα ανταπόδοσης, στο τσάμπα. Εύκολα, η συγκίνηση υγραίνει, εκείνους που είναι μόνο λάσπη.
όλοι,
αστοί και
προλετάριοι διαβαίνουν,

ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι, ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι, που δίπλα τους αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει,
όλοι υπακούοντες σε κάτι,
σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στη Μοίρα),

Χορός του υπνοβάτη. Σε τρεις διαστάσεις. Η τέταρτη δεν περπατιέται έτσι. Μετρά ο χρόνος, η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους. Και τα επίπεδα να πατήσεις δεν έχουν γίνει ακόμα δύο. Φτερά δεν έβγαλες.
Να είμαι εγώ εδώ στη γη και συ πιο πάνω, χαρταετός, στους πάνω ανθρώπους, στον αέρα. Σε ονειρεύομαι να χτυπάς τα τζάμια των ορόφων, για ένα γεια και έπειτα φεύγεις πιο ψηλά, πιο γρήγορα, χωρίς τριβές. Θα πω στη μοίρα που μας έγραψε συμπτώσεις, άλλες πιο άτυχες και άλλες ευτυχείς, να ‘ρθει. Τι κι’ αν δεν το πιστεύεις, μοίρα θα πω πως είναι, η διαπραγμάτευση της σύμπτωσης σε δεδομένα πλαίσια. Τα ολόδικα σου, κλωστές που πλέκονται στα πόδια σου.
άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μεσ’ την βουή διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν, με Κάντιλλακ, με Βέσπες και με κάρρα.
Ο δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού περνά.

Αν θες να τον βαδίσεις, μπορείς ελεύθερα, δε σε εμποδίζουν πραίτορες ή σκύλοι που αλυχτούν χωρίς ελπίδες στις παρυφές, μόνο σκιές σου γνέφουν παραπλανητικά νοήματα.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος,
την εποχή που διάλεγες την άκρη της ουσίας, σε σύνορα αόρατα, εκεί που ένα χιώτικο γιασεμί σε πλήρη άνθηση αχνά μυρίζει ή ίσως στη μεθοριακή γραμμή πίσω απ' το μη χυμένο ακόμα αίμα
και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.


Συζητώντας για τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη,το Γυάλινο Κόσμο του Ουίλιαμς, το Φλεβάρη του 1848 των Αλκαίου- Μικρούτσικου και το Δρόμο του Εμπειρίκου. 
Η φωτογραφία του Josef Koudelka, Czechoslovakia 1968.


Sunday, April 17, 2011

Υγρά χαρτομάντηλα


-Το βλέπεις αυτό το παγκάκι;
-Μα ναι (το παγκάκι δίπλα στη Δεξαμενή, όχι τίποτα απόμερο). Θυμάμαι μια άνοιξη, φορούσε φούστα, είχαμε τελειώσει απ' τη σχολή, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της...
-Κι ύστερα;
-Το παλιό γκρι Ford Escort ήταν παρκαρισμένο ανάμεσα Τσακάλωφ και Αναγνωστοπούλου, νομίζω στη Βουκουρεστίου.
-Κι' ύστερα;
-Πήγαμε στ' αμάξι, συνέχισα να τη φιλάω πρώτα στο στόμα, μετά στο στήθος και το χέρι μου καρφωμένο εκεί ανάμεσα στα μακριά της πόδια, χωρίς το φόβο να κολλήσει κανένας ματάκιας στο τζάμι, όπως γινότανε στα Τουρκοβούνια, μέχρι να τελειώσει.
-Μα σπίτι δεν είχατε;
-Mπα ούτε σπίτι, ούτε λεφτά ρε, ούτε και χρόνο πολύ νομίζαμε, βιαζόμαστε, να διακόψουμε το εδώ και τώρα; Αργότερα πάλι, είχε ο θεός. Καλύτερα στους δρόμους. Άσε που δεν μπορούσα να ξεχάσω με τίποτα εκείνο το απόγευμα στο 3Χ του Μουσείου και το νευρικό γέλιο που μας είχε πιάσει, πατώντας στο πλατύσκαλο και αντικρίζοντας στην αίθουσα αναμονής-ίσως ήταν καμιά αργία- όλες αυτές τις σοβαρές και στραβωμένες φάτσες που περίμεναν βουβά για να γαμήσουν και τώρα εκτεθειμένοι σε δυο κωλόπαιδα, έχασαν κάθε όρεξη πια και με το κεφάλι κατεβασμένο, ηττημένοι, αποχωρούσαν δυο δυο.
-Πλάκα είχατε.
-Κωλόπαιδα μ' αυτοπεποίθηση, με μια βαθιά συνενοχή, χαμένα στη σιγουριά ότι στον κόσμο μας τίποτα δεν συννέφιαζε. Της κρατούσα το χέρι, όσο γελούσε, ασταμάτητα, πηγαία, ανέμελα. Όσο της κρατούσα το χέρι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, ο ομφαλός της γης. Ούτε πολύ πολιτική, ούτε μεγάλες παρέες με κιθάρες σε ρεμπετάδικα και ταβέρνες με τραγούδια. Μόνο οι λόφοι της Αθήνας, οι δρόμοι, το Πολυτεχνείο στου Ζωγράφου. Και χωρίς λεφτά, καμιά φορά χωρίς βενζίνη, να'ναι καλά η γιαγιά μου που μου πλήρωνε την Express Service.
Εγώ και εκείνη.
Χωρίς καν υγρά χαρτομάντηλα στο ντουλαπάκι του Ford.


Η φωτογραφία της Usha Tsonkova

Tuesday, April 05, 2011

Μια Παναγιά, μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

Είμαστε εφορευτική επιτροπή στις εκλογές κάποιου συνδικαλιστικού συλλόγου, μια άνοιξη, κάποια χρόνια πίσω. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, αγοράκι φρέσκο στο σώμα, αγορεύει ασταμάτητα, με όλο το στόμφο και την αυστηρότητα που του προσέδιδε η ιδιότητα του και μια καριέρα στον δυσκοίλιο αυτό χώρο.
Μας μίλησε για τη σχολή, μας είπε για την επιστημονικότητα της μελέτης της δικογραφίας, τη σοβαρότητα του έργου του, την εμμονή στη λεπτομέρεια. Μια ζωή τυπικότητας, σύνεσης και εγκράτειας. Ιδίως στο φαίνεσθαι.
Ύστερα φυσικά μίλησε για το πόσο είναι δύσκολο να ακούς για τόση βρωμιά και να μένεις ατάραχος, λογικός. Δίκαιος, μπροστά στην εκμετάλλευση, στο βιασμό, την αιμομιξία.
Ασκώ λειτούργημα, ναι, για γερές κράσεις, είπε, σέρνοντας αργά τα φωνήεντα της φράσης.
Δεν ξέρω πως, μεταξύ δικαίου και βίας, ξεκίνησε να μας μιλάει για τη γυναίκα. Ως ιδέα.
Πως την βλέπει ιερή, Μαντόνα Παναγιά, σύμβολο της προσφοράς και της καθαρότητας. Σιχαίνεται αυτές που προσδίδουν στην εικόνα φτήνια, σκέρτσο περιττό, νάζι, προκλητικό ντύσιμο. Τη γυναίκα τη σέβεται. Τελεία και παύλα. Η γυναίκα είναι η μάνα, το ιερό σύμβολο.
Μέσα μας γελούσαμε. Σκέφτηκα μπορεί και να, μπορεί και να μην.
Ανέβαινα καταμεσής του Ιούλη τα σκαλάκια της στενής στοάς προς το Πόλις, όταν στον ορίζοντα ανέτειλε μια γυμνή πλάτη, που έγερνε αριστερά κι έπειτα μ' ένα τίναγμα του μαλλιού έμεινε ακόμα πιο ερωτική στη θέα. Σήκωσα τα μανίκια μου προχωρώντας. Πίσω της διέκρινα το δικαστικό, με το ύφος μαλακωμένο, προσηλωμένο, ευλαβή, σαν σε εκκλησία.
Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα ψιλά στις τσέπες μου να της ανάψω ένα κερί.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe, 1972, Untitled

Ο τίτλος από το τραγούδι του Νίκου Γκάτσου