Θα βάλω μια παύση στην ομορφιά. Αυτήν που ξεχειλώσαμε να υμνούμε τα καλοκαίρια, ως το ύστατο καταφύγιο της ελπίδας. Φτάνει.
Θέλω να σταθώ λίγο στις σκονισμένες γωνιές.
Στην κυρία Μουτρωμένη, με τα φαντεζί κιτς σανδάλια. Χαμογέλασε ελάχιστα σαν Μόνα Λίζα, τρεις μέρες μετά, έξι ελληνικούς μετά, στον πιο ευγενικό. Σερβίρει τη μπύρα ξαπλωτή πάνω στο δίσκο.
Στο κορίτσι με το ανάγλυφο τριαντάφυλλο στο πρόσωπο. Το βλέμμα μου στάθηκε εξεταστικά πάνω της για λίγο, μέχρι να το τραβήξω ντροπιασμένα για την κλινική μου περιέργεια. Πως τόλμησα να παραστήσω τον καθρέφτη;
Στον ακρωτηριασμένο νησιώτη που έχανε σταδιακά τα μέλη του. Έπινε κάθε μέρα τον καφέ του καπνίζοντας στον κήπο του καφενείου. Το τσιγάρο το κρατούσε με τα υπόλοιπα δάκτυλα, αυτά που είχαν μείνει. Πείραζε τα κορίτσια ευγενικά κι ας ήταν σκοτεινιασμένος.
Στον τυφλό με τη συνοδό του. Μάνα, θεία, ποιος ξέρει. Σε ένα λιμάνι που ο όχλος σε ποδοπατά, προχωρούν σιγά σιγά προς τον καταπέλτη, ίσως σπρωχτά.
Στον ψαρά που φορά σανδάλια, έχει μαύρα νύχια και παραγγέλνει λίγο αέρα, μια παγωμένη μπύρα και ένα ''παντικιούρ'' για το βράδυ. Θα έρθει να τον βρει η δικιά του.
Στις Γερμανίδες περιηγήτριες, ασουλούπωτες εντελώς, περπατάνε με μπαστούνια το νησί από τη μία άκρη στην άλλη. Απόγευμα μαζεύονται και συζητάνε, τα πρωινά τιτιβίζουν. Είναι τόσο περίεργο να τις βλέπεις σαν μια ενιαία ενότητα. Η μονάδα χάνεται στην ομάδα.
Στον ταξιτζή με τη Μερσεντές. Σαν να έχει ξεμείνει από άλλη δεκαετία. Φοράει μπλούζα μακό με κομμένα μανίκια, βερμούδα, έχει τα λίγο αραιά πια μαλλιά του ανασηκωμένα και μυρίζει ανεπαίσθητα η μασχάλη του. Έρχεται πάντα στην ώρα του και δε μιλά ποτέ. Σφίγγα. Τη μέρα που κάνει μπάνιο μυρίζει σαπούνι.
Στην τουαλέτα του σπιτιού της γιαγιάς, απέναντι από το ατμοσφαιρικό μπαρ. Πόρτα μισή-μισή, το πάνω μέρος ανοικτό και από το άνοιγμα μας παρατηρεί να πίνουμε. Είναι καθισμένη στη λεκάνη της. Δεν τρέχει τίποτα.
Στον οδηγό που περνά από την Τρούμπα. Τα ταξί έχουν απεργία. Η κοπέλα είναι φορτωμένη και πηγαίνει στο λιμάνι αξημέρωτα. Φοράει μίνι φούστα. Σταματά κοντά της για λίγο. Γύρευε που ήταν, γύρευε τι καύλα τον βαράει, ίσως να επιστρέφει από αποτυχημένη μπουρδελότσαρκα. Η κοπέλα φοβάται και επιταχύνει. Εκείνος ότι και να σκέφτηκε, ξαναπατάει το γκάζι και χάνεται στο σκοτάδι.
Φωτογραφία Sally Mann









