Thursday, September 15, 2011

Μια παύση


Θα βάλω μια παύση στην ομορφιά. Αυτήν που ξεχειλώσαμε να υμνούμε τα καλοκαίρια, ως το ύστατο καταφύγιο της ελπίδας. Φτάνει.
Θέλω να σταθώ λίγο στις σκονισμένες γωνιές.
Στην κυρία Μουτρωμένη, με τα φαντεζί κιτς σανδάλια. Χαμογέλασε ελάχιστα σαν Μόνα Λίζα, τρεις μέρες μετά, έξι ελληνικούς μετά, στον πιο ευγενικό. Σερβίρει τη μπύρα ξαπλωτή πάνω στο δίσκο.
Στο κορίτσι με το ανάγλυφο τριαντάφυλλο στο πρόσωπο. Το βλέμμα μου στάθηκε εξεταστικά πάνω της για λίγο, μέχρι να το τραβήξω ντροπιασμένα για την κλινική μου περιέργεια. Πως τόλμησα να παραστήσω τον καθρέφτη;
Στον ακρωτηριασμένο νησιώτη που έχανε σταδιακά τα μέλη του. Έπινε κάθε μέρα τον καφέ του καπνίζοντας στον κήπο του καφενείου. Το τσιγάρο το κρατούσε με τα υπόλοιπα δάκτυλα, αυτά που είχαν μείνει. Πείραζε τα κορίτσια ευγενικά κι ας ήταν σκοτεινιασμένος.
Στον τυφλό με τη συνοδό του. Μάνα, θεία, ποιος ξέρει. Σε ένα λιμάνι που ο όχλος σε ποδοπατά, προχωρούν σιγά σιγά προς τον καταπέλτη, ίσως σπρωχτά.
Στον ψαρά που φορά σανδάλια, έχει μαύρα νύχια και παραγγέλνει λίγο αέρα, μια παγωμένη μπύρα και ένα ''παντικιούρ'' για το βράδυ. Θα έρθει να τον βρει η δικιά του.
Στις Γερμανίδες περιηγήτριες, ασουλούπωτες εντελώς, περπατάνε με μπαστούνια το νησί από τη μία άκρη στην άλλη. Απόγευμα μαζεύονται και συζητάνε, τα πρωινά τιτιβίζουν. Είναι τόσο περίεργο να τις βλέπεις σαν μια ενιαία ενότητα. Η μονάδα χάνεται στην ομάδα.
Στον ταξιτζή με τη Μερσεντές. Σαν να έχει ξεμείνει από άλλη δεκαετία. Φοράει μπλούζα μακό με κομμένα μανίκια, βερμούδα, έχει τα λίγο αραιά πια μαλλιά του ανασηκωμένα και μυρίζει ανεπαίσθητα η μασχάλη του. Έρχεται πάντα στην ώρα του και δε μιλά ποτέ. Σφίγγα.  Τη μέρα που κάνει μπάνιο μυρίζει σαπούνι.
Στην τουαλέτα του σπιτιού της γιαγιάς, απέναντι από το ατμοσφαιρικό μπαρ. Πόρτα μισή-μισή, το πάνω μέρος ανοικτό και από το άνοιγμα μας παρατηρεί να πίνουμε. Είναι καθισμένη στη λεκάνη της. Δεν τρέχει τίποτα.
Στον οδηγό που περνά από την Τρούμπα. Τα ταξί έχουν απεργία. Η κοπέλα είναι φορτωμένη και πηγαίνει στο λιμάνι αξημέρωτα. Φοράει μίνι φούστα. Σταματά κοντά της για λίγο. Γύρευε που ήταν, γύρευε τι καύλα τον βαράει, ίσως να επιστρέφει από αποτυχημένη μπουρδελότσαρκα. Η κοπέλα φοβάται και επιταχύνει. Εκείνος ότι και να σκέφτηκε, ξαναπατάει το γκάζι και χάνεται στο σκοτάδι.

Φωτογραφία Sally Mann

Saturday, September 10, 2011

Φεγγαροκρουσμένος

Είδαμε το ψηλό αγόρι με τα μακριά σγουρά μαλλιά να γδύνεται και να βουτά στα κύματα της λευκής άμμου.
Ήταν μόνο και έπινε μόνο, Μαλαματίνα, Άμστελ, νερό.
Την πρώτη μέρα περπατήσαμε προς το λιμάνι, μέσα στα δέντρα, βαριά νύχτα, με τους φακούς, στ' απόλυτο σκοτάδι. Τη δεύτερη μέρα, με το αμάξι πια, την ίδια ώρα, σταματήσαμε να τον πάρουμε ώτο-στοπ, όταν η σκιά του πετάχτηκε από το πουθενά. Κανένας φόβος.
Μας είπε ότι κατέβαινε και εκείνος το μονοπάτι. Δεν είχε φεγγάρι. Δεν είχε νόημα το μονοπάτι χωρίς φεγγάρι. Στο φως του, κανονικά, ξεχωρίζει το σχήμα της κάθε πέτρας του πλακόστρωτου.
Ύστερα μας μίλησε για την παραλία που τον είδαμε. Πάντα περνάει τις πρώτες μέρες εκεί, μέσα στον υπνόσακο, κάτω απ' τ' άστρα. Καμιά φορά μπουκάρει στις άδειες σκηνές των παραθεριστών που έχουν σπίτια στη χώρα και για το κέφι τους στήνουν και μια σκηνή. Όταν φυσάει βοριάς όμως δεν έχει νόημα η σκηνή. Γέρνει πάνω στην υγρή γη ν' ακούσει τον παφλασμό του κύματος.
Δεν ρωτήσαμε ποιος ήταν και που έμενε.


Φωτογραφία Sally Mann

Άσπρα Σεντόνια

Φέτος το καλοκαίρι, περιδιαβαίναμε, πάνω κάτω, σε συναισθήματα ξεχασμένα. Στις αισθήσεις ποτέ δεν χάσαμε τον τόνο, στο συναίσθημα ναι. Μετά το θάνατο του μεσημεριανού ύπνου, στέκω γυμνός πάνω στα άσπρα χοντρά σεντόνια. Σε χαζεύω να ιδρώνεις την άκρη του μαξιλαριού. Ιδρώτας με ιώδιο. Αργά τα βράδυ πάλι, σε είχα ανάστροφα κρατήσει ακίνητη, πάνω στον χτύπο του ρολογιού. Θα το τσακίσω αυτό το υπέρμετρο εγώ, το λοξό ειρωνικό γέλιο. Θα παίξω κάθε μου χαρτί, κόντρα στην κάθε νεύρωση, που μου ξεθάβεις. Χωρίς έλεος. Έτσι ρε. Κι αν κόψει κανείς από τους δυο μας το νήμα του τερματισμού, εμένα γράψε μου.

Wednesday, September 07, 2011

Ησυχία βρίσκεις μόνο στον τάφο

Φορτωμένοι με σακίδια κατηφορίζουμε προς την επόμενη παράλια. Έχει ήδη σουρουπώσει και έχουμε ήδη περπατήσει το μισό νησί. Ευτυχώς με βαρβάτα αθλητικά παπούτσια. Στον ήρεμο κόλπο, δυο τρία ιστιοπλοϊκά αρόδο. Γδυνόμαστε και πέφτουμε κάθιδροι στα δροσερά νερά. Μαγεία.
Και τότε αρχίζει.
Από μακριά τα μυωπικά μου μάτια δε με βοηθούν να καταλάβω αν είναι κάποιος νέος ή μεσήλικας. Αργότερα θα διαπιστώσω ότι μπορεί να είναι βαριά, βαριά τριάντα. Μιλάει δυνατά και ακατάπαυστα στο κινητό του. Μαζί έχει μια κοπέλα βουβή, που στο τέλος της συνδιάλεξης θα του πει δυο λόγια χαμηλόφωνα.Φοράνε και οι δύο τζην παντελόνια έξω από τα μαγιό τους.
-Και του εξήγησα ότι πνίγομαι. Προσπαθώ να τα προλάβω όλα και αυτό είναι σχεδόν αδύνατο.
-Ναι, ναι δεν διαφωνώ, αλλά που να βρεθεί χρόνος.  Τρέχω και δεν φτάνω. Όλα περνάνε από πάνω μου.
-......................
-Δε με καταλαβαίνει κανείς, μιλάμε για το θέατρο του παραλόγου. Είναι ανθρωπίνως αδύνατον να έχεις τόσες έννοιες.......
Το ύφος και ο τόνος της φωνής έχει γίνει έντονο, σχεδόν υστερικό, βηματίζει πάνω κάτω στην άμμο, κουνάει τα χέρια του. Αφού περιγράψει το νευρωτικό τζακ ποτ που ζει, αδίκως πάντα, πέραν των άριστων χειρισμών του, της άκρα φιλοσοφημένης στάσης ζωής του,  επιτέλους το κλείνει.
Μετά το σοκ της αρχικής ενόχλησης, διότι κακά τα ψέμματα, μας χάλασε την ησυχία μας, γελάμε ακατάπαυστα, προκλητικά. Αν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος θα καταλάβαινε σίγουρα ότι γελάμε με την πάρτη του.
Είμαστε οι μόνοι στην παραλία και είμαστε στην άγονη γραμμή ένα σούρουπο του Ιούλη. Είμαστε τουρίστες και το ίδιο και αυτός. Τουρίστες της άγονης γραμμής στην ερημική παραλία. Μόνο που εμείς είμαστε γυμνοί. Γυμνοί από όλα.
Το επόμενο πρωινό βγαίνοντας από τον φούρνο του χωριού τον βλέπω φάτσα κάρτα. Μιλάει στο κινητό.
-........που να βρεις λίγη ησυχία μου λες; Γίνεται;
Έπινα νερό. Πνίγομαι με τη γουλιά μου.

  Έργο του Joyce Hesselberth

Thursday, September 01, 2011

Όταν γυρίσαμε στην πόλη


Γυρίζοντας δεν είμαστε μόνοι. Αυτή η πόλη δεν αδειάζει ποτέ.Φέραμε στις αποσκευές μας λίγη ελπίδα για το αύριο, μια χούφτα άμμο από τις θάλασσες και αυστηρές υποσχέσεις προσήλωσης στο στόχο μας.
Συνήθως παρατηρώ τους ανθρώπους μα σήμερα, όχι από πρόθεση, τυχαία, δεν μπόρεσα να μη σταθώ στις σφιγμένες εκφράσεις
στα στραβωμένα στόματα όσων δε βρήκαν καλοκαίρι.
Αποστρέφω το βλέμμα, θυμάμαι όσους με αγένεια μας έσπρωξαν στην άκρη του χωματόδρομου με τα πολυτελή τους τζιπ ή δε μας χαμογέλασαν ποτέ.
Σε αυτούς που βιάζονταν να φτάσουν. Να προσπεράσουν.
Εκεί, το σκηνικό των διακοπών γεμάτο ηθοποιούς, κομπάρσους, νούμερα.
Εδώ, τα καμαρίνια κλειστά, το έργο σχόλασε, ή μεταφέρθηκε, για λίγο.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη.


Φωτογραφία Sally Mann
(από το Πριν 28/8/2011)

Thursday, August 18, 2011

Λιψός

Πεζοπορούσαμε τους λόφους, μονοπάτια σκαμμένα άκρια στα γκρεμνά, από κάτω μόνο λευκή πέτρα, κατσίκια και το Αιγαίο. Η ομορφιά και η μυρωδιά της ρίγανης σε αφήνει ξέπνοο. Μην ανασαίνεις, εδώ γεννιόμαστε ξανά, άπλυτοι απ' την αρμύρα, ξεπλυμένοι από τις ιστορίες κι' απ' τους κανόνες. Σάμπως τους τήρησα ποτέ;
Στην άκρη της παλιάς χωματερής, μετά το μοναστήρι των πέντε μαρτύρων, άπλωσα τα δάκτυλα μου στο γυμνό σου πόδι, τάχα μου να διώξω τ' αραχνάκι. Υπομονή, στο τέρμα της κατηφόρας θα λούσω τα μαλλιά σου δίπλα στη χορταριασμένη πέτρα της πηγής, γνωρίζοντας ότι νεράιδες σου παίρνουν την λαλιά, κόντρα στο θρύλο, ντάλα καταμεσήμερο.


Φωτογραφία Sally Mann. Στην ανηφόρα θυμήθηκα ότι μπορεί να νικήσουμε κάποτε.



Wednesday, August 17, 2011

Μελόι

Την έβλεπε ανάμεσα από τα καλάμια, πότε χωρίς ρούχα, πότε τυλιγμένη στην νωπή πετσέτα.
Τραπέζι με πλαστικό εμπριμέ τραπεζομάντιλο, βασιλικός στη γλάστρα, οι ψάθες στοιχισμένες σε ένα τεράστιο χαλί. Άκουγε ''Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι''. Τόσο προφανές. Έλεγε στο τηλέφωνο ότι περνάει υπέροχα. Ήταν μόνος.
Εκείνη άκουγε τη βαριά του ανάσα τα βράδια σαν παρέα στο σκοτάδι. Όταν ξάπλωνε ξέντυτη πάνω στο φουσκωτό της στρώμα, κατάχαμα σχεδόν, μέσα στη σκόνη, άκουγε τη βαριά του ανάσα. Συντροφιά στο απαλό κορμί που έκαιγε στο αχνό φως του φακού και μερικές φορές παλλόταν σιωπηλά χωρίς παρέα.
Μπορεί και να την φανταζόταν γυμνή μέσα στη σκηνή της, όταν άφηνε το χέρι του να χαϊδέψει τυχαία το βασιλικό.

Φωτογραφία Jan Saudek, The Morning, 1990.

Βράχος

Μας φαντάζομαι γυμνούς πάνω στα βότσαλα
Ο ήλιος ξεκαθαρίζει κάθε δεύτερη σκέψη,
σε αφήνει στεγνό από διλήμματα,
γεμίζει προθέσεις το αφυδατωμένο ζεστό σώμα
Χαζεύω το άσπρο μαγιό στο μαυρισμένο δέρμα σου
Θυμάμαι τα δακρυσμένα μάτια
Πικρή μου σκέψη δεν έχεις θέση εδώ
Είπες πως μέρες τώρα στέγνωσαν οι νύχτες σου από όνειρα
Ήθελα να σταματήσω με τα χείλια μου το δάκρυ
Αχρείαστο
Μπορείς αν έχεις τη δύναμη να με χαστουκίσεις
Θα το αντέξω
Ύστερα ίσως να γαμηθούμε άγρια κάτω απ' το βράχο που σου έδειξα


Φωτογραφία Sally Mann
Περπατώντας στα βότσαλα της Πάτμου, θα ορκιζόμουν ότι ακουγόταν από μακριά I put a spell on you






Friday, July 15, 2011

Σχήμα πρωθύστερο


Χωρίς το πάθος
Είναι ίσως
Λάθος ο δρόμος μου στην πόλη

Μισός λέπια
Βρέχω τη γύμνια μου
Αράζω δίπλα στην κουρασμένη ξερολιθιά

Τα μάτια μου στραβώνει το ολόκληρο φεγγάρι
Λεπτές βελόνες στην ψυχή
Οι Περσείδες του καλοκαιριού

Στάζεις ιδρώτα στους κροτάφους
Άμμος μου τρώει τα σωθικά
Σέρνω τη γλώσσα αχόρταγη στο κοίλωμα μιας πεταλίδας

Φέξε με τα μαλλιά σου το σκοτάδι
Χτύπα μου τα δεμένα χέρια
Δικιά σου η αναπνοή του Αυγούστου

Αγάπη μου


Φωτογραφία Sally Mann, Family Pictures.

Wednesday, July 13, 2011

Κομμάτια η στιγμή


Χτυπάει το τηλέφωνο. Τη βλέπω πως το κοιτάει με τρόμο. Σιχαίνομαι τον τρόμο στα μάτια της. Βρίσκεται σε ένα νόστιμο καφέ στο Παρίσι και πίνει. Πάντα όταν κάτι πάει στραβά πνίγει την αναμονή σε αλκοόλ. Το πρωί περπατούσε στη Mονμάρτη σα χαμένη, άψυχη. Τι κρίμα. Βλέμμα από τη Sacré-Cœur ως το πουθενά.

Εκείνος τηλεφωνεί από τα σύνορα με την Ισπανία, κάπου κοντά στην Tarragona. Είναι πάνω στη μηχανή. Φυσάει οκτώ μποφόρ, κλαδιά και ριπές ανέμου παίζουν ρώσικη ρουλέτα με την πάρτη του. Έρχεται απ’ το Μαρόκο. Μακρύ ταξίδι. 

Ήταν με την άλλη. Πριν ξεκινήσει, παράτησε τη μία για την άλλη. Η άλλη είναι η παλιά. Όχι ότι έχει σημασία, ψυχανάλυση εδώ δεν κάνουμε. Η άλλη είναι η όμορφη, αλλά της λείπει πνεύμα και πάθος. Η μία είναι μόλις ένα και εβδομήντα κοντή, έτσι τη λέει και επικίνδυνη, πρέπει να της βρει κάποιο ψεγάδι, τι άλλο να της προσάψει. Δεν είναι κλασικά όμορφη, απ’ αυτές που όταν τις χαζεύεις στο δρόμο αναρωτιέσαι την προέλευση του κόσμου, έχει όμως μια παρουσία που σαρώνει στο πέρασμα της, έναν αέρα κινηματογραφικό. Έχει κάτι, το κάτι άλλο. 

Μη δίνετε σημασία στα παραπάνω, μπορούν να παραλλαχθούν για πολλές γυναίκες, για πολλά τρίγωνα, για όποια γωνιά φωλιάζει το δεν ξέρω τι έχω, δεν ξέρω τι θέλω, είμαστε όλοι σάκοι του μποξ που αντέχουν να καταπίνουν τις γροθιές στο υπογάστριο, χωρίς θάνατο.

Σα να ακούω τη φωνή του μέσα από το ακουστικό. Έλα σήμερα στη Νότια Γαλλία να με βρεις, όπου βολεύει, Aix, Nice, Cannes, ή όπου γλείφει η εθνική τις ακτές της Μεσογείου.

Τρέχει στο σταθμό Gare de Lyon, χωρίς δεύτερες σκέψεις, βγάζει εισιτήριο για τη Νίκαια, όμως πρέπει να κατέβει νωρίτερα, δεν προλαβαίνουν να βρεθούν αν το καθυστερήσουν κι’ άλλο. Στο Saint-Raphaël, εκεί. Αργότερα θα το μετανιώσει, δεν είδε τίποτα σημαντικό πέρα από τις στέγες της Μασσαλίας και αγρούς σπαρμένους με λουλούδια στην Προβηγκία. Είναι άνοιξη. Αργότερα φυσικά θα μετανιώσει για πολλά πράγματα. Σκληρό ταξίδι με το TGV, ίσως προς το γκρεμό. ''Αέρας, βροχή και ένα πρόβλημα στο πίσω λάστιχο λίγο έλειψαν να με ρίξουν σε μια χαράδρα, κι' εσύ καρφωμένη στη σκέψη μου.'' Ασφυξία. Χωρίς να ξέρει γαλλικά προσπαθεί να μάθει για το νότο. Μιλάει με ένα Bon Vivant άψογα ντυμένο, φοράει κουστούμι μπεζ κι ένα μεταξωτό φουλάρι, πίνει τον καφέ του στην πρώτη θέση. Θα της πει για τον προορισμό της, το χωριουδάκι των καλλιτεχνών και του Πικάσο. Αυτός θα κατέβει Μονακό, που αλλού. Οι μεγάλοι άντρες με χάρη και ωραίο λέγειν την ηρεμούν. Όταν η γλώσσα στέκεται πια ανάμεσα τους σα φράχτης χαιρετά ευγενικά και φεύγει. Τι να του πει άλλο, δεν μπορεί, ντρέπεται που άνοιξε συζήτηση χωρίς να ξέρει έστω τα βασικά. Θα την πέρασε για περίεργη, όχι ασυνήθιστο. Στοίχημα.

Το ξενοδοχείο είναι δίπλα στην προκυμαία. Σκούρος γρανίτης στρωμένος τους ξύνει τις σόλες. Θα κάνουν έρωτα πριν το φαγητό και μετά το φαγητό. Εκείνος συνήθως γαμάει. Όμως όταν είναι συναισθηματικά ταραγμένος, όταν είναι ευάλωτος, κάνει έρωτα. Τι σημασία έχουν όλα αυτά πια; Στο τραπέζι μια παράξενη σιωπή, άρρωστη, οι λέξεις πιο βαριές από ποτέ, τι να συζητήσουν άλλωστε. Θα της πει ότι του έλλειψε, ότι το όραμα της του βασάνιζε τον ύπνο και το ξύπνιο, ότι έπρεπε να τη δει. Εκείνη τρέμει από τον πόνο, καμιά φορά τα σωστά λόγια στο λάθος χρόνο είναι σκληρότερα από μαχαιριές στην πλάτη.

Στο κρεβάτι κολλάει πάνω του, κάνει πως κοιμάται με το δάκτυλο του στο στόμα, του μετράει τους κουρασμένους σφυγμούς. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μίγμα έρωτα, πάθους και προδοσίας να πήζει το αίμα, ε  το έζησε τη νύχτα αυτή, μεταξύ θάλασσας και γαλλικής εξοχής. Χαράματα κάθεται πάνω στο εξαντλημένο σώμα του, να πάρει ξανά ότι νόμιζε για χαμένο. Το σώμα ξυπνά απέναντι στο σπαραγμό, στον καθαρό πόθο, γιατί το σώμα πάντα γνωρίζει την αλήθεια, αυτή που όλοι προσπερνούν.

Θα χωρίσουν στη διασταύρωση. Εκείνος προς Σιέννα, εκείνη προς Παρίσι.
Γυρίζει απότομα και τον κοιτάει στα μάτια.
-Θέλω τα 50 ευρώ για το δωμάτιο, μη το ξεχάσεις.
Σιωπή.
Κομμάτια η στιγμή.
Τον βλέπει να φεύγει βιαστικά. Βάζει στην τσέπη το χαρτονόμισμα και το τσιγάρο στο στόμα.
Ένα τραίνο την περιμένει στο σταθμό.

Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Ile de la Cité, Paris, 1952.