Friday, February 25, 2011

Σιωπή τη νύχτα


Τηλεφωνήματα έπαψα να περιμένω αργά το βράδυ
Το γεγονός και μόνο με γέμισε διαύγεια
Να εκτιμώ τη μέρα
Να προσκυνώ τη νύχτα
Σαν απομόνωση που αγκαλιάζει τον προθάλαμο της λήθης
Ή σαν μοιραίο βήμα
Που μου τσακίζει την μισερή πια αισιοδοξία
Και εσύ που στο νεκρό τηλέφωνο
Τη μοίρα βλέπεις
Ή το παρελθόν σε λερωμένη κούπα
Τον όποιο πούστη αναγνωρίζεις
Μην τον ταυτίζεις με το δόλιο εαυτό σου
Τις τύψεις για τα τηλέφωνα που δεν χτυπήσαν
Που σιωπηρά θα στέκουν στον απόηχο της πόλης
Μη τις δεχθείς κληρονομιά ατυχίας στον ισχνό λαιμό σου
Αυτοί που όρισαν με να περνώ βουβά τα βράδια
Δεν ήταν η δειλή απόφαση σου
Ή η αδύναμη τροπή πολύπλοκης πορείας
Ήταν η εξάχνωση των άδειων σου αισθημάτων.



Σε αυτούς που δεν σιωπούν τη νύχτα.

Πίνακας: The She-Wolf, 1943, του Jackson Pollock

Μπλε κουβέρτα


Περπατάω στις βρεγμένες πλάκες της Κλαυθμώνος. Ρίχνει καρέκλες. Κλαίει ο ουρανός. Κλαίγαμε και ‘μεις χτες απ’ τα χημικά. Τίποτα το συναισθηματικό, μόνο εξαναγκασμός και ασφυξία.
Πορείες, βροχές, δρόμοι, γκρίζα αστικά τοπία. Σκοτεινός καιρός.
Υγρασία.
Στέκομαι φάτσα σε ένα πράσινο πίλαρ (RAL6028) δημοτικού φωτισμού. Η πόρτα χάσκει σπασμένη, ως συνήθως. Αριστερά οι μετρητές και οι πίνακες, δεξιά μια διπλωμένη διπλή μπλε κουβέρτα. Δεξιότερα μια πλαστική σακούλα με πράγματα, πιθανά και άλλα είδη προικός.
Σκέφτομαι τη νύχτα, πάνω στα κρύα τσιμέντα, κάποιον τυλιγμένο με την μπλε κουβέρτα. Νοικοκύρη που ταχτοποιεί το κρεβάτι του κάθε πρωί μέσα στη μεταλλική κρυψώνα για να έρθει να το αναζητήσει ξανά, στα σκοτεινά.
Σήμερα η βροχή από την ανοιχτή πόρτα μουλιάζει την κουβέρτα του.

Θυμάμαι στο Λονδίνο το 1996 έξω από τον Victoria το όμορφο κεφάλι της με τα ανακατεμένα μαλλιά να εξέχει από το sleeping bag, ανάμεσα σε κάτι μεθυσμένους άντρες. Το βλέμμα της αφαίρεσης να κολλάει στο κενό. Το νεαρό κορίτσι είναι ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου, με την παρέα της. Μου σφίγγεται η ψυχή.

-Μα από πού ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί που κοιμούνται στο δρόμο, λέω με πάθος στην μελαμψή μπαλαρίνα, που εκτελεί χρέη ρεσεψιονίστ της εστίας του King's College.
Εστίας που τα καλοκαίρια παριστάνει το μοτέλ.
-Με τις περικοπές που ξεκίνησαν επί Θάτσερ στα ιδρύματα, έκλεισαν αυτά που φιλοξενούσαν ψυχικά άρρωστους που θεωρούνταν ακίνδυνοι, οι πιο πολλοί πια κυκλοφορούν και ζουν στον δρόμο. Τουλάχιστον όσοι δεν έχουν οικογένεια να τους μαζέψει. Τι ξεφτίλα για μια τέτοια πόλη.

Σε σκέφτομαι άυπνα ανάμεσα στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια μου ρε συ. Όσο το σπίτι ζεσταίνει τη νύχτα, η μυρωδιά τους με χτυπάει κατάστηθα.

Wednesday, February 16, 2011

Μέσα


Αρχικά τα δάκτυλα του, αντ' αυτού, στην πιο σωστή θέση,
πρόγευση της ηδονής, που εκείνα αδιάφορα βιώνουν,
από κατασκευής νευρικών απολήξεων,
ενόσω αντανακλούν αυτή τη ρίγη, μέσω του εγκεφάλου, πάνω στην καύλα του.

Ύστερα αυτή, η μόνη στιγμή, που μπορεί να συνδεθεί με μια γυναίκα,
είναι μέσα της, κοιτώντας την κατάματα, πάνω σε ένα ειλικρινή λυγμό.

Δύσκολο να γελαστεί και να γελάσει τότε, ακόμα και να σκεφτεί
το οτιδήποτε άλλο,η προσοχή του θα τον προδώσει, ίσως και η στύση του,
μα σίγουρα το βάθος του βλέμματος θα δείξει την αλήθεια.

Τίποτα πιο ακυρωτικό του φόβου του θανάτου, ή του τρόμου της επερχόμενης μοναξιάς, απ' τη στιγμή αυτή.


Η φωτογραφία του Henri Cartier Bresson

Friday, February 04, 2011

Tuesday, February 01, 2011

Ατσαλάκωτος.


Την είχα απέναντι μου χτες. Κοιτούσε το ανοιχτό παράθυρο. Έξω συννεφιά και πεσμένα φύλλα. Είπε, νομίζω θέλω να σου πω μια ιστορία για ένα παλιό μου φίλο, τον Γ:

Χτες

Δεν μπορούσες να τον πεις ωραίο, είχε όμως παράστημα και καταπληκτικά πόδια, σπάνιο για άντρα. Θυμάμαι να τον χαζεύω όπως τα σταύρωνε στην παραλία. Εγώ ξέκλεβα ματιές και εκείνος με τη σειρά του κάτι θα κοίταγε κρυφά, μια και ήμασταν ώρα αμίλητοι.
Όταν βγαίναμε τα βράδια, ξεχώριζε. Παράστημα και ωραία ρούχα, μια ιδέα πρωτοποριακής κομψότητας, όχι κάτι το εκκεντρικό, αλλά εντυπωσιακά διαλεγμένα. Στεκόταν ευθυτενής μέσα στα πλήθη, πιο κει και ‘γω, χωρίς να είμαι δικιά του, ψιθύριζα μια προσωπική κομψότητα. Οι υπόλοιποι, τόσο λίγοι μπροστά μας. Περπατούσε πρώτος, αγέρωχα, ατσαλάκωτος. Εγώ ακολουθούσα.

Στην παραλία

Ένα βράδυ με πήρε να φάμε σε ένα τραπέζι πάνω στην άμμο. Δίπλα έσκαγε κύμα και πάνω στην παραλία πυρσοί αναμμένοι. Ήταν κάποια χρόνια έξω ήδη, δουλεύοντας σα σκυλί για μια πολυεθνική που του έπινε το αίμα, χωρίς πολλά λεφτά, χωρίς χρόνο για ιδιωτική ζωή. Μου μίλαγε για την κοπέλα που είχε τότε και πως αυτή τον άδειασε, κρατώντας ένα κουτί στο χέρι. Το έσπρωξε προς τη μεριά μου. Πάρτο, τι να το κάνω εγώ, είπε. Έτσι απέκτησα το δακτυλίδι με το μαργαριτάρι, ένα βράδυ απ’ αυτά που όλα είναι περίεργα, όλα είναι σωστά, όλα είναι μπερδεμένα, όλα τα λάθος πρόσωπα, η άγνοια του τι είμαστε εμείς, φίλοι ή άντρας και γυναίκα, πόσο με έχουν πονέσει, πόσο με ακούς, πόσο σε ξέρω.

Μεξικό

Την άνοιξη θα πήγαινε στο Μεξικό. Θα τράβαγα κάποια στιγμή και γω, φορώντας το δακτυλίδι . Το είχα σκεφτεί καλά, θα τ’ άφηνα όλα πίσω μου για λίγο, ακόμα και τον άλλον, τον φίλο του. Θα τα άφηνα όλα για να του κάνω παρέα, πάνω σε παραλίες και σε θάλασσες. Ζέστη, κάψα και σιέστα.
Το πρόγραμμα άλλαξε και το Μεξικό ακυρώθηκε. Μείναμε στα ξερά λόγια.

Πεζοδρόμια

Πάνω στην τρίτη τεκίλα έκανε μια παύση.
Ξέρεις, ποτέ δεν πατάω τον αρμό των πλακών του πεζοδρομίου και πάντα μετράω τα βήματα μου. Ύστερα καμιά φορά τα βράδια ακούω μια φωνή. Παύση.
Εγώ παγωμένη.
Να σου πω την αλήθεια όχι, όχι μόνο μια φωνή, σπανιότερα βλέπω και μια αποκρουστική φάτσα, σα μάσκα, μπροστά μου, να με κατηγορεί, να με αποκαλεί μαλάκα. Να με τσαλακώνει. Φτου σου ρε μαλάκα, μου ουρλιάζει.
Εγώ παγωμένη και χωρίς ανάσα.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.-


Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Thursday, January 27, 2011

Αφοσίωση


Τι είναι έρωτας, τι είναι αγάπη
Πέρα από μένα δεν βλέπω τίποτα
Ανάμεσα σε μένα και σε σένα στέκει η αφοσίωση μου
Μαγνήτης που μας δένει
Ετερώνυμα καταδικασμένα να υπάρχουν σε ντουέτο
Σε κοιτάζω όταν κοιμάσαι
Καδράρω το μικρό τραπέζι με τον καφέ που σου’ χω φτιάξει
Ενόσω κοιμάσαι ακόμα
Μετρώ τον όγκο του αέρα που σ’ αφήνω ν’ αναπνεύσεις
Το κενό που παραχωρώ να δημιουργήσεις
Σε φωτίζω με τη ματιά μου σαν εικόνα
Έτσι αχνά
Αγαπημένε πίνακα
Μισώ τ’ αφηρημένα λόγια των ποιητών
Στην αφοσίωσή μου θέλω να δώσω σχήμα
Το περίγραμμα του πιάτου που σε θρέφω
Της αγκαλιάς μου που σε σφίγγει
Της παλάμης μου κόντρα στο πρόσωπο σου
Της απόλυτης παράδοσής μου στα τέσσερα.


Στην Α που περίμενα να έρθει από δίπλα.

Η φωτογραφία του Jan Saudek,
End of the Story, 1976

Tuesday, January 25, 2011

Νύχτα τη λέξη


Σκίζοντας σημειώσεις σε παλιά τετράδια, με ενοχλούσε η θυσία της χαμένης δίδυμης σελίδας εκείνης της κακογραμμένης, που θα πετούσα, βίαια τσαλακωμένη κι' άκυρη.
Η σελίδα που έστεκε παρθένα κι’ άγραφη, αποκομμένη στο τέλος του τετραδίου.
Προσεκτικά την τράβαγα από το συνδετικό της και την κοιτούσα με ένδεια όπως ο Σεφερικός ποιητής στα Τρία Κρυφά Ποιήματα.

Το άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Το άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει

Άδεια σελίδα. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Ύστερα ήρθαν φοβίες άλλες, καθόλου λυρικές και απτές, καμένοι σκληροί και τελειωμένες κάρτες γραφικών. Αρχεία μέσα σ’ αρχεία και σε κάθε καταστροφή το μόνο που απομένει στην ουσία, ενσώματο, σκόρπιες σελίδες, πεταμένες ολόγυρα, πάνω σε γραφεία και κάτω από κρεβάτια, γεμάτες με σκέψεις, μηνύματα, ερωτικά λόγια μίσους, θεατρικούς διαλόγους, εξισώσεις και σπάνια πια, στίχους.
Μέχρι να βρω τον τρόπο να μιλήσω με τους αριθμούς, οι λέξεις θα τρομοκρατούν την σκέψη και τις νύχτες μου, σε όνειρα που βουβά τις παρακολουθούν γραμμένες στις πιο κρυφές εσοχές της πλοκής.
ΗΡΘΑ ΞΑΝΑ/
ΠΟΘΟΣ/
ΦΥΓΕ/
ΒΑΡΙΑΝΑΣΑΙΝΩ/
ΠΟΝΕΣΕ/ ΟΧΙ/ ΛΗΘΗ/
ΝΕΡΟ/
ΠΤΩΣΗ/
ΥΨΟΣ


Μαζί πιο πέρα και αριθμοί με σύμβολα, συμπληρωματικά τους.


1+1 ( Εσύ κι’ εσύ)


>
ǿ
Ένα παιχνίδι, χαμένο από χέρι, κόντρα στη μνήμη που σκοπός της είναι να ξεγελάει ξεδιάντροπα. Κόντρα στο συμπυκνωμένο χρόνο αγχώδους εφιάλτη.
Κι εσύ που κοιτάς τις διογκωμένες κόρες μου και τον ιδρώτα που στάζω μόλις απότομα ξυπνήσω, μη σε παρακαλώ, μη με δώσεις στεγνά σ’ εκείνους, τους άλλους, που κρίνουν εύκολα.
Μαζεύω απεγνωσμένα τις σκόρπιες λέξεις, τις κρυφές και μαζί όλα τα νούμερα που βρίσκω. Ψάχνοντας να προλάβω να δω τη λύση σ’ ένα νόημα θολό, ανορθολογικό, κάθε νύχτα, κάθε που γέρνω να βρω ανάπαυση.

Monday, January 24, 2011

Άπνοια


Ακουμπώ την παλάμη
στα πλαϊνά
της βάσης του λαιμού σου
σέρνω το χέρι
στο περίγραμμα του σώματος
αργά
μέχρι την κορυφαία των καμπυλών
τη μέγιστη σχισμή
κι' εκεί
κουμπώνει κορμί με χέρι
σε θέαμα
όπως κολυμβητής τεντώνεται
πριν τη σημαντική βουτιά
κατάδυση χωρίς ανάσα
ακραία επιλογή
χωρίς τον φόβο
όλων των ενδεχόμενων κινδύνων
που ενέχει
η άπνοια στο κέντρο ακριβώς του άλλου.



Πίνακας Alyssa Monks

Tuesday, January 11, 2011

Θυμάμαι


Κορίτσι

Είναι μικρή, τόσο μικρή που δεν τολμώ να γράψω πόσο. Οι λέξεις σταματούν, μου δείχνονται σκληρές και αυτολογοκρίνονται.
Ένα κορίτσι σα μικρή γυναίκα, ανθισμένο στραβά, ένα τυχαίο καλοκαίρι, σε ένα χωριό, ακριβώς πάνω στη θάλασσα.
Ένα κορμί βουτάει από την πλώρη καϊκιών, ψαρεύει με καλάμι, κρατάει την ανάσα μέχρι να μπλεδιάσει κάτω από το νερό, γδέρνει τα παπαριασμένα δάκτυλα στα βράχια, τρώει ωμές τις πεταλίδες και κυλάει πάνω σε ποδήλατο. Κυλάει και κοιτάει τον κόσμο της, σαν εικαστικό κάδρο που το ορίζει σκίζοντας το με τη μανία ψαλιδιού που κόβει καραβόπανα.
Το στήθος σφίγγει σε κολλητά φανελάκια ή μπλούζες ατίραντες, χωρίς καταπιεστικά σουτιέν (που δεν κολλάνε στο κείμενο σα λέξη, αλλά οι στηθόδεσμοι είναι τόσο παλιομοδίτικοι, τόσο ρετρό, που δε τους θέλω εδώ), τα πόδια αερίζονται μέσα σε φούστες και σανδάλια από το Μοναστηράκι. Τα χέρια πνιγμένα στα πετσιά, τα χάλκινα βραχιόλια και τα φουλάρια της δεμένα όπως όπως, λες και είχε σημασία να αποπνεύσει μια αίσθηση θαλασσινής ροκιάς.
Χαλί στο πλάνο των διακοπών από τη μία η μελωδία που την κοιμίζει, από την άλλη τα λαϊκά σκυλάδικα που νοτίζουν τις νύχτες αργά, πάνω απ’ τις παγωμένες μπύρες της μικρής επαρχίας. Στρατοί από μπουκάλια.
Και ποια θυσία έχει κάνει, αυτή, για σένα, σώσε με, μυστικέ μου έρωτα.

Σινεμά

Ημίφως και μια αδιόρατη μυρωδιά καλοκαιριάτικης κλεισούρας. Ο ουρανός ανοιγμένος με μια συρόμενη μεταλλική κατασκευή που τρίζει αλάδωτη και πάνω άστρα. Ένα κορίτσι χαζεύει τ’ άστρα. Πριν ν’ αρχίσει η ταινία. Κάποια ταινία. Δεν έχει σημασία. Μόνο του. Μόνο σε μια ολόκληρη σειρά, μέσα στο σκοτάδι.
Για πρώτη βραδιά, μέσα στην ξερή ζέστη, νιώθει ένα πόδι από το πίσω κάθισμα, πόδι αντρικό που της χαϊδεύει τη γάμπα. Για όσο διαρκεί το έργο. Τρυφερά και σκληρά, όπως τραυματίζει η επαφή παπουτσιού με μαλακωμένο από τη θάλασσα δέρμα.
Τίτλοι τέλους. Δεν τολμά ούτε να στρέψει το κεφάλι να δει. Ντρέπεται την ταχυκαρδία της, το βρεγμένο εσώρουχο που κολλά πάνω της, την αδρεναλίνη που βαράει κατευθείαν στο διάφραγμα.
Χαϊδεύεται μόνη, στο δωμάτιο της. Καινούργιο παιχνίδι στα λερωμένα χέρια της, κάθε βράδυ, γεμάτο ενοχές, χωρίς απορίες.

Σκοτάδι

Πίσσα σκοτάδι στην πίσω αυλή μιας νοικιασμένης μονοκατοικίας. Κόντρα στον τοίχο, κάποιο άλλο βράδυ, στέκει.Τρίβει την πλάτη της στην αδρή επιφάνεια του πεταχτού. Απέναντι στο αγόρι, που είναι άντρας, που δουλεύει μεροκάματο στα ναυπηγεία, που τα χέρια του είναι σκληρά με κάλους, ασυνήθιστα σκληρά και μυρίζουν μοσχοσάπουνο.
Δεν ξέρει τι να κάνει, στέκει κοιτώντας τα σανδάλια της. Σα να τα κοιτάει. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να πει, ποιες είναι οι πρέπουσες απαγορεύσεις, πως μπαίνουν τα όρια.
Ούτε κίνδυνος, ούτε φόβος, ούτε τίποτα. Αγωνία και κλεφτές ματιές στο ρολόι, είναι αργά, αν την περιμένει η μάνα της, ίσως.
Εκείνος κάτι μουρμουρίζει, σπάει το κλαδί που τους χωρίζει, την κολλάει στον τοίχο.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
(Λες και ήταν πουτάνα)

Και δεν τη φιλάει στο στόμα, της φιλάει το λαιμό, της γλείφει την κλείδα, της ανακατεύει τα μαλλιά, καταπίνει τους λοβούς, της χαϊδεύει το στήθος, περνάει το πόδι του ανάμεσα στα δικά της.
Δεν την φιλάει στο στόμα, όλο μουρμουράει και βαριανασαίνει πάνω σε μια στύση απόλυτα σκληρή κι’ ειλικρινή.

Ανακολουθία

Πάσχα και προσπαθεί να αποφύγει τα πολυσύχναστα στενά, τα μέρη που θα μπορούσε να τη δει. Ντρέπεται που δεν θέλει να μιλήσουν, αν και ποτέ δεν είπαν απολύτως τίποτα. Ένα περίεργο μονάχα τηλεφώνημα στα ναυπηγεία που ποιος ξέρει τι αναστάτωση να του’φερε, ποιος θα μάθει ποτέ. Ύστερα θυμόταν τη μυρωδιά του, που έκανε ώρες να φύγει από πάνω της και τα φιλιά και το κλαρί που έσπασε.
Εκείνο το απόγευμα θα την κυνηγήσει, μέχρι να τη στριμώξει σε ένα αδιέξοδο.
Αμηχανία.
Σιωπή.
Κοιτάει το χώμα.
Σκέφτεται, είμαι μικρή για τέτοια.
Με ξέχασες.
Με βαρέθηκες;

Πες το μου. Κοίτα με στα μάτια και πες το μου.
N’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Με ξέχασες;


υ.γ.
Και μετά;
Τι να γράψει κανείς τώρα; Μπορείτε ακόμα να γράψετε κάτι;
Γράφουμε με την επιθυμία μας, και δεν θα σταματήσω ποτέ να επιθυμώ.
Roland Barthes


η φωτογραφία του Jan Saudek: Agnes

Sunday, January 09, 2011

Θα ξεχαστώ, ναι


Είπες, στις άδειες κόγχες της ημέρας
Να σταθώ
Ακίνητα, αναίτια και άβουλα
Σε τοίχους με ψεγάδια και ρωγμές
Ν’ αντέξω να τριφτώ
Ως το τέλος
Είπες, εκείνα τα σημάδια θα σβηστούν
Σε χρόνια δύο
Το πολύ
Κι΄ ακόμα αντέχουν
Είπες, πως δεν θα τα ξεχάσω όλα αυτά
Που μου θυμίζουν
Όμως θα ξεχαστώ
Κι’ αυτό είναι νόμος
Είπα, να έρθω εκεί
Τη μούρη μου στο τζάμι να κολλήσω
Να δω αν ζεις
Ή αν το κάρβουνο σε έσβησε
Απ’ το χάρτη του μαυροπίνακα μου