Σηκώνει τα μπατζάκια της όταν φοράει παντελόνι. Με φόρεμα μόνο καλοκαίρι, το χειμώνα δεν τολμάει να βάλει. Έχει αίματα κάτω, πριονίδι και βρώμα. Τα σώματα ιδρωμένα, μέσα στις καταλερωμένες μπλούζες. Ένα μεσημέρι σχεδόν την ακουμπούσαν καθώς περνούσε ανάμεσα. Η μυρωδιά ήταν μια στεγνή ήττα. Κάποιος την πιτσίλισε κιόλας, με το μαχαίρι, άθελά του, ανάμεσα στα σφαχτά. Κρεμασμένα κορμιά, άψυχα, σάμπως δεν είναι έτσι η ζωή μας; Κάθισε στο μαγειρείο. Μόνη. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ανάμεσα σε πατσά και σούπα μοσχάρι. Οι άντρες τρώνε πατσά με μπούκοβο και σκορδοστούμπι. Λίγοι τον προτιμούνε με λεμόνι. Οι άντρες που τρώνε μόνοι. Γι’ αυτούς δεν έβρασε τσουκάλι σπίτι. Η σούπα θέλει αγάπη, υπομονή και χρόνο. Θέλει να τη σερβίρεις αχνιστή και με ωραίο ψωμί. Θέλει την τρυφερότητα να κόβει τα λεμόνια και να ακουμπά κουτάλι στο πλάι. Γιατί να τρώνε μόνοι, ποιος χρόνος δεν τους όρισε μια τόση δα μικρή σωτηρία; Χτυπάνε τα χείλη στα κουτάλια και εκείνη νιώθει μια υγρασία στα σκέλια και μια ανάσα ελευθερίας. Μελαγχολία.
Σε ψάχνω, στις φωτογραφίες της Karine Laval.

10 comments:
"Μελαγχολία", σκέφτηκε η ιδιοκτήτρια του άδειου διαμερίσματος στην Ευρυπίδου και αποφάσισε τελικά να παραγγείλει μια σούπα μοσχάρι.
Όταν κατέφθασε μπροστά της το πιάτο, παραμέρισε στην άκρη το κρέας και άρχισε να ρουφάει το ζωμό με μικρές, δειλές κουταλιές που πρόσεχε να μην αφήνουν σταγόνες στο σαγόνι της.
Επίτηδες.
Ήλπιζε πως στο τέλος ο σερβιτόρος θα απορούσε που το κρέας είχε παραμείνει ανέγγιχτο στο πιάτο και πως θα της έκανε την πολυπόθητη ερώτηση.
"Γιατί;"...
Θα ήταν ένας τρόπος να μιλήσουν και, επιτέλους, να την ρωτήσει ίσως το όνομά της - ίσως και κάτι πιο προσωπικό. Που μετά από καιρό θα τους έφερνε κάπως πιο κοντά, και θα μπορούσε μέχρι και τη μελαγχολία να διώξει.
Ίσως...
σχεδόν με κάλυψε η theorema :-)
την τελευταία φορά που σέρβιρα πάντως ψαρόσουπα κι ένα γλυκό λόγο, εισέπραξα λογαριασμό-"μα δεν είναι εστιατόριο" διαμαρτυρήθηκα.
τι τα θέλετε, είμαστε εκπαιδευμένοι στη μελαγχολία.για την ευτυχία δεν μας προετοίμασε κανείς...
Στρώνω το λευκό κεντημένο τραπεζομάντηλο, λουλούδια στο τραπέζι, οι καλές πορσελάνες να αστράφτουν στη μέση του δωματίου, σούπα καυτή στα πιάτα μας, ζεστό ψωμί ψημένο στη σόμπα, λεμόνια απ’τη διπλανή αυλή, κανάτα κρασί να πιούμε που βρεθήκαμε, που γλιτώσαμε απ’τη βοή, απ’τα αχόρταγα βλέμματα και τα στενεμένα χείλη, να πιούμε που τα χέρια σου άλλαξαν κι’είναι ίδιο το άγγιγμά τους, να πιούμε που ανασαίνουμε ελεύθερα, μαζί, ελεύθερα. Σταμάτα να σκονίζεις τα παπούτσια σου, να ψάχνεις στα απαγορεύεται του κόσμου, σταμάτα μια στιγμή, μια στιγμή μόνο να τρέχεις κι έλα σπίτι.
ωδή στην εξορία...
Theorema, ωραία οπτική, βέβαια εσείς έχετε και ενδιαφέρουσες παρουσίες, με σπίτια στην Ευριπίδου, να αναλύσετε. Έτσι είναι οι ερωτικοί συγγραφείς. Εμένα όμως η γυναίκα μου είναι μια απλή σκεπτόμενη παρουσία, δεν θα σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ένα λαϊκό παιδί την ώρα που δουλεύει, πόσο μάλλον να του μιλήσει. Από σεβασμό. Τα λαϊκά αγόρια παντρεύονται νωρίς και έχουν αληθινά βλέμματα. Δεν αντέχεται η αλήθεια.
Και να μη διαβάζω υπερβολές. Εσείς είστε η ειδική, εγώ μια παρανυχίδα που ματώνει.
xtina χαιρετίσματα στην συνεκδοχή, τα είπαμε αυτά, κλειστό βιβλίο διαβάζετε. Όσο για την συμπεριφορά που περιγράφετε, τι να πω, σε αυτή τη ζωή έχω μάθει να περιμένω τα πάντα.
karagiozaki, είστε ποιήτρια.
katabran, ναι ακούτε, είναι γιατί έχετε μουσικό αυτί.
αυτό το "τα πάντα", εύχομαι στην περίπτωσή σας να περιλαμβάνει και τα καλύτερα.
καλημέρα
Gasireu... αναρωτιέμαι συνεχώς, τι σε εμπνέει; Αν πρόκειται για έμπνευση...
xtina είστε πολύ ευγενής, ευχαριστώ. Νομίζω ότι το ''τα πάντα'' γέρνει πια προς τα κακά, αλλά αυτό είναι μια εντελώς προσωπική οπτική.
Νίκο Π. Αν θέλετε γίνετε πιο συγκεκριμένος, τι θέλετε να σας πω; Γιατί αν μιλήσω γενικά και αόριστα για έμπνευση, χαθήκαμε.
Όχι όχι, ας μη γίνω συγκεκριμένος μη τυχόν και γίνετε κι εσείς... Καλύτερα έτσι. Νομίζω. Έχει(ς) περισσότερο ενδιαφέρον.
Νίκο περιγράφω τη ζωή μου συνήθως, τίποτα το μεταφυσικό.
Post a Comment