Monday, February 06, 2012

Έρημος

Είμαι εκεί, ανάμεσα στη νοητή γραμμή που υποδεικνύει την αρχή της και στο δρόμο. Μπροστά στην ατέλειωτη έρημο, την χωρίς νερό και χωρίς ελπίδα. Στέκομαι ακίνητος και ήσυχος. Δεν έχω ξαναδεί τίποτα τόσο μεγάλο και τόσο δυνατό στη ζωή μου. Η σκόνη μου πνίγει την ανάσα. Ότι περάσει αυτή τη στιγμή, θα μείνει εδώ, θα χαθεί για πάντα.
Καμία εικόνα δεν θα είναι ποτέ πια ίδια με το τοπίο τούτο. Τόσο άνυδρο που νοιώθω το δέρμα μου να σφίγγει σαν φολίδες καρφωμένες γύρω από τη σάρκα μου, τόσο ζεστό που νομίζω ότι η ανάσα μου θα γίνει πνιγερή κραυγή αγωνίας. Ανώφελο, δεν υπάρχει κανείς για να ακούσει αυτά που έχω να εξιστορήσω. Αυτά που μίλαγα στα κύματα, πίσω στις δικές μας θάλασσες. Τώρα μπορώ να τ’ αφήσω να πετάξουν μέσα στην έρημο.
Κατάφατσα στον κίνδυνο ένοιωθα πάντα ζωντανός. Aντιμέτωπος με τους ανθρώπους, βασιλιάς. Ανέβηκα εκεί που θέλησα σιγά και φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, που έγραφε πάνω τ’ όνομα μου, στάθηκα λίγο παράμερα να δω τη θέα. Τη θέα που ίδρωσα για να κερδίσω. Τότε κατάλαβα ότι γι’ αυτό δεν θα με συγχωρούσαν ποτέ.
Το αλάθητο ένστικτο μου με είχε κρατήσει ζωντανό. Είχα κερδίσει τη ζωή μου, αλλά μέσα μου βασίλευε απέραντη σιωπή. Ήμουν σκληρός με τους άλλους, μα πάνω απ’ όλα με τον εαυτό μου. Στα μυαλά τους δεν μπορούσε να χωρέσει αυτή η δύναμη και στο δικό μου δεν είχε θέση τίποτα λιγότερο.
Ο συνεκτικός κρίκος, είχε με κάποιους, χαθεί αμετάκλητα.. Για ευκολία χώρισα το πριν από το μετά και έτσι με διχοτομημένη τη ζωή μου κινήθηκα. Η επιλογή όμως είναι μονοσήμαντη και δεν έχει πισωγύρισμα. Ο άνθρωπος που έπεται του πρότερου εαυτού, παύει να θυμάται το παρελθόν ως δικό του και το καταχωνιάζει, σαν βαριά παρακαταθήκη που κουβαλάει μόνος, στα όνειρα του τις ταραγμένες νύχτες.
Έτσι συνήθιζα να προσπερνώ τα σημάδια καινούργιας ευτυχίας, καθώς η ιστορία είχε προκαθορίσει την πορεία μου. Ο χρόνος κυλούσε και σκιώδη τυχαία γεγονότα, έφεραν στο φως παλιές αγωνίες. Είχα ανάγκη τη χαμένη συνεχεία για να ξετυλίξω το μπερδεμένο μου κουβάρι απ’ την αρχή και να σκεφτώ για μια ακόμα φορά, τι ήταν αυτό που διάλεξα την κρίσιμη εκείνη ώρα.
Σκέφτηκα ότι εδώ στην άκρη του δικού μου κόσμου, εδώ μπροστά στην ατάραχη και αδυσώπητη έρημο, ίσως φωνάζοντας στα γόνατα σκυμμένος τις κραυγές μου, να έπαιρνα μια απάντηση απ΄τη σιωπή. Όχι κάτι το εύληπτο, ένα ψιθύρισμα ίσως της άμμου, έναν απόηχο της φωνής της ερήμου που να κρύβει μέσα στη μουσικότητα του ένα πιθανό χρησμό. Τέντωσα το κεφάλι μου προς την μεριά της και νόμισα ότι λέξεις ξεκάθαρες ακούστηκαν, ξέπνοες, σαν ομιλία παραδομένου από την κούραση ανθρώπου.

‘Χαμένες συνέχειες,

είναι χαμένες ζωές

και εδώ στην απέναντι σε σένα όχθη,

που με τόση αλαζονεία την έρημο κοιτάς, προσκύνησε και δες,

η χαμένη αρχετυπική αλληλουχία είναι αυτό που αναζητάς ακόμα και ανάμεσα στους αμμόλοφους.

Αυτούς του δικούς σου αλλήλους δεν θα τους βρεις,

γιατί οι ψυχές τους δεν περιδιαβαίνουν σε τόσο σκληρά μέρη,

παρά μόνο κατάλαβε ότι τις κουβαλάς μέσα σου.’



Φωτογραφία Ansel Adams : Road, Nevada Desert
Γραμμένο κάποτε για το Μαρόκο, διαβάζοντας πολύ Μπόρχες.


2 comments:

katabran said...

έχω ακουσει τη σιωπή του χιονιού κι έχω μασήσει τα λόγια μου και τις σιωπές μου...
έχω καταπιεί τη γλώσσα μου μαζί με κόκκους άμμους...
η σιωπή είναι αυτό που έχουμε μέσα μας , έλεγε ο Ψαραντώνης,και τώρα, διαβάζοντάς σε συγκινημένη, ένιωσα πως μέσα μου έχω δυο σιωπές, τη δική μου και της άμμου...
συγκινημένη;γιατί, με ρώτησε ο άλληλος εαυτός
γιατί, ποτέ δεν άκουσα δυνατότερα τόσο ξέπνοες λέξεις...
φχαριστώ

gasireu said...

Μα, παρακαλώ. Αν έχεις μέσα σου τη σιωπή της άμμου, σκέψου τη συγκίνηση, να ακούς, όταν δεν περιμένεις να ακουστεί ούτε τρίξιμο.