And if for some strange reason no further pains are possible, why then just close the eyes – (she does so) – and wait for the day to come – (opens eyes) – the happy day to come when flesh melts at so many degrees and the night of the moon has so many hundred hours.
Winnie
Happy Days
S. Beckett
Wednesday, October 31, 2007
Tuesday, October 23, 2007
Αγριεύουν οι καιροί
Παρακολούθησα χτες με μεγάλο ενδιαφέρον την αυτοπαρουσίαση της Μάγιας Λυμπεροπούλου στην ΕΤ1 σε επανάληψη και ακόλουθα βρήκα το σχετικό άρθρο.
Tης Mαριάννας Tζιαντζή*
Είναι δυνατόν μια εκπομπή που προβάλλεται πρώτη φορά να μοιάζει με επανάληψη; Και όμως είναι, αφού ο ενεστώτας, ο χρόνος της αφήγησης της Μάγιας Λυμπεροπούλου («τώρα» παίζει στη «Φθινοπωρινή σονάτα»), είναι στην πραγματικότητα παρελθόν, αφού το έργο αυτό ανέβηκε την περυσινή θεατρική σεζόν. Το τώρα, το σήμερα των έξι ηθοποιών που αυτοβιογραφούνται στο «Ταξίδια στη μνήμη» (ΕΤ1) μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον από το ένδοξο παρελθόν τους. Προφανώς η ΕΤ1 είχε τη σειρά στα συρτάρια της και την ανέσυρε χωρίς να την «επικαιροποιήσει» ή να την προωθήσει όπως θα της άξιζε.
Οχι γιατί πρέπει να μένουμε εκστατικοί μπροστά στους καταξιωμένους καλλιτέχνες, αλλά γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει το σύγχρονο βλέμμα κάποιων ανθρώπων που δεν έγραψαν απλώς ιστορία στο θέατρο, αλλά έχουν συνείδηση «και» της σύγχρονης ιστορίας, των εποχών που αλλάζουν.
Τι σημαίνει καριέρα, τι σημαίνει επιτυχία, τι σημαίνει πείρα; Για τη Μάγια Λυμπεροπούλου, το μόνο που προσφέρει η πείρα «είναι να σε μάθει να είσαι εσαεί αρχάριος».
Η ίδια απέφυγε τη νοσταλγική εξιδανίκευση του χθες («δεν ξέρω αν τότε ήταν πιο καλά», δηλαδή τα χρόνια του Θεάτρου Τέχνης). Αναφερόμενη στους σημερινούς νέους ηθοποιούς, είπε ότι είναι «πιο μορφωμένοι -όχι κατ’ ανάγκη πιο καλλιεργημένοι-, πιο ανυπόμονοι, πιο ταλαντούχοι... αλλά βρέθηκαν σε μια πολύ άσχημη εποχή. Ισως διαισθάνονται ότι ξανάρχεται πάλι μια εποχή τρομερού ηρωισμού και δεν ξέρω αν αυτό τους λέει κάτι».
Ο καταναλωτισμός, εξηγεί η Μάγια Λυμπεροπούλου, η τηλεόραση, οι δημοσιογράφοι έχουν διαμορφώσει μια κατάσταση που πιέζει για σουξέ, για επιτυχία, για να είσαι διαρκώς αρεστός, όμως «οι ηθοποιοί δεν είναι εισαγόμενοι, βγαίνουν μέσα από το κοινό. Η νοοτροπία μας και το ήθος μας είναι αντάξια του κοινού... και το κοινό είναι τζούφιο όπως το έχουν διαμορφώσει».
Πικρή διαπίστωση, που όμως δεν χρησιμοποιείται σαν άλλοθι αναχωρητισμού και ελιτισμού. «Το θέατρο είναι η τέχνη του “εμείς”. Η ομορφιά και η κατάρα του είναι ο πληθυντικός. Το θέατρο είναι ο τελευταίος κοινωνικός χώρος που μπορεί ακόμα να θυμίζει ανθρωπίλα. Ομως κι αυτό χάνεται σιγά σιγά και αγριεύουν οι εποχές».
Είναι φυσικό να θαυμάζει κανείς τη Μάγια Λυμπεροπούλου για την τέχνη της. Ομως, η ίδια μας υπενθυμίζει ότι η δημιουργικότητα δεν ταυτίζεται με την καλλιτεχνία και μας οδηγεί να θαυμάζουμε τον κάθε άνθρωπο που «δουλεύει ασταμάτητα χωρίς να περιμένει να τον εξαναγκάσουν». Που δεν δουλεύει από δίψα για το χρήμα ή την αναγνώριση, αλλά από πίστη. «Πίστη σ’ αυτό που κάνεις και, όταν δεν έχεις τι να πιστέψεις, πρέπει να επινοήσεις κάτι». Και η πίστη δεν είναι ξεροκεφαλιά ούτε μεταφυσική, αλλά έχει σχέση με τη φαντασία. Τη φαντασία που την καλλιεργεί κυρίως ο λόγος, ενώ η τηλεοπτική εικόνα την αποστεγνώνει.
«Δουλεύω για να αγοράζω βιβλία», είπε χαριτολογώντας και εξομολογήθηκε πως αν δεν ήταν ηθοποιός, θα ήθελε να ήταν πωλήτρια σε βιβλιοπωλείο. Αλλά τι πωλήτρια! «Δίχως ατζαμοσύνη». Μόνο που τα πιο πολλά βιβλιοπωλεία τα σουξέ, τα μπεστ σέλερ προωθούν και ίσως σήμερα κάποια άγνωστή μας πωλήτρια να ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός ώστε να μπορέσει να πιστέψει σε κάτι.
*http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_27/06/2007_232172
Friday, October 12, 2007
Friday, July 06, 2007
Τάκης Σινόπουλος: Ο καιόμενος
Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μεταίχμιο Β΄ (1957).
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μεταίχμιο Β΄ (1957).
Saturday, June 09, 2007
Monday, June 04, 2007
Subscribe to:
Posts (Atom)


