
Τον περασμένο χειμώνα κατηφόρισα προς Ιερά Οδό να πάω στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, μετά από παρακίνηση φίλων, στους οποίους δεν μπορούσα συγκυριακά να πω όχι. Δυστυχώς για μένα, το Νιόνιο δεν τον γουστάρω ιδιαίτερα αν και του αναγνωρίζω ένα ένδοξο παρελθόν σφραγισμένο από μερικά σημαντικά τραγούδια που ερμήνευσε τότε με την πρέπουσα νεανική του φλόγα. Τα πιο πολλά τα άκουσα πολύ αργότερα λόγω του νεαρού της ηλικίας μου που ταυτιζόταν με την εποχή της μεγάλης του επιρροής. Μαρτυρίες ωριμότερων φίλων ομολογούν ότι η Συννεφούλα υπήρξε αποδεδειγμένα μεγάλο χιτ.
Αλλά δεν λέω την όλη αλήθεια, αποκρύπτω υπό την επήρεια της αντιπάθειας μου προς το ύφος του συνθέτη, ότι το Δημοσθένους λέξις είναι ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι.
Δεν τα πάω καλά με τους τεράστιους χώρους-πρώην πίστες για καλλιτέχνες της δεδομένης στιχουργικής, όχι μόνο γιατί είμαι περίεργος άνθρωπος και παρεκκλίνω στο ευ βγαίνειν υπό ανθρωπίνων συνθηκών, αλλά και γιατί σιχαίνομαι το αγελαίο μάζωμα θαυμαστών και κοινού τύπου 'είδα φως και μπήκα' ειδώλων, καθώς η εμπειρία έχει δείξει σε κάθε περίπτωση ότι η νύχτα των κέντρων καταπίνει και τις καλύτερες καλλιτεχνικές προθέσεις.
Προς τιμή του ο Θανάσης, που ενδιαιτεί τελικά με άνεση μόνο στους συναυλιακούς χώρους του καλοκαιριού, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη του σε έντυπο ότι βλέπει ακόμα εφιάλτες να προσπαθούν να τον πετύχουν με αράπικο φιστίκι στο μάτι. Μου φάνηκε πολύ αστείο σαν αυτοσαρκασμός.
Με τη σχετική πίεση του δημοσιογράφου που είχε περίεργο πως εμπεδώσει όλα τα μειονεκτήματα της παράστασης, παραδέχτηκε την λάθος επιλογή του χώρου και τους περιορισμούς της για εκείνον και τον κόσμο του. Εγώ πέραν των χωροταξικών μου κολλημάτων δεν ικανοποιήθηκα ιδιαίτερα από το αποτέλεσμα, γιατί νομίζω ότι το πρόγραμμα του έκανε κατά κάποιο τρόπο κοιλιά, ώστε να σολάρουν υπερβολικά μακρόσυρτα για άγνωστο λόγο τα κύρια όργανα. Ο ντράμερ μεγάλη μορφή, αναμφισβήτητα.
Παράλληλα διαπίστωσα τη σχετική βαρεμάρα του Νιόνιου να υπερβάλει εαυτόν, καθώς και την μόνιμη δυσκοιλιότητα μεγάλου καλλιτέχνη που εκπέμπει. Κοινώς μας έκλεισε το μάτι, παιδιά πάρτε ένα καλό δείγμα, αλλά δεν είμαι και για χόρταση. Αναμενόμενο.
Από την περιττή κατά τη γνώμη μου αυτή συνεργασία που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι προέκυψαν κάποια ενδιαφέροντα τραγούδια. Για μερίδα φίλων το μέγιστο όλων, κυρίως για την επαναστατική του ιστορία, ήταν το ομώνυμο Φορτίνο Σαμάνο, για το οποίο αν εξαιρέσω το στίχο δεν πετάω και τη σκούφια μου, αλλά δεν έχει σημασία.

Η σχετική με την ιστορία του τραγουδιού φωτογραφία του Agustin-Victor Casasola
Προχτές στη συναυλία στο Λυκαβηττό, υπήρχαν άνθρωποι που πήγαν για να ακούσουν ειδικά αυτό το τραγούδι, το οποίο δεν παίχτηκε ποτέ, αφήνοντας τους στα κρύα του λουτρού. Θεωρίες για το που οδεύουν οι τραγουδοποιοί, όταν αφήνουν απ’έξω κομμάτια όπως αυτό ή τη Θαλασσογραφία, πήραν και έδωσαν. Στο κάτω κάτω της γραφής προβολή θα έκαναν της καινούργιας τους δουλειάς, τι πιο λογικό. Έτσι θυμήθηκα για μια ακόμα φορά την σθεναρή cult εκνευριστική αντίσταση των Radiohead να μην παίζουν ποτέ το Creep στις συναυλίες τους. Αν δεν υπήρχε μια υποψία ότι οι εγχώριοι καλλιτέχνες χάνουν καμιά φορά τη μπάλα, είτε από κεκτημένη ταχύτητα, είτε από διαρκή επινοητική αδράνεια, θα έλεγα ότι η υπόθεση να το κάνουν επίτηδες είναι πολύ πιθανή.
Α και άσχετο, να μην το ξεχάσω, ρε Λαυρέντη τόσοι και τόσοι καπνίσαμε τσιγάρο ‘απ’ τα απαγορευμένα’, μη σου πω χορτολίβαδα, αλλά δεν το κάναμε παντιέρα ρόσα να μας ζαλίζει δις και τρις καθημερινά απ’ τα ραδιόφωνα του κόσμου.







