Απλωμένο χέρι. Γλιστράω προς το
πορτοφόλι και έπειτα θα ρίξω ένα κέρμα, ακριβώς στο κέντρο της παλάμης, με
σχεδόν μηδενική ταχύτητα. Δεν αγγίζω καθόλου. Σαν ταχυδακτυλουργικό κόλπο.
Τολμώ να πω, υπάρχει η αλήθεια της παλάμης, η πεμπτουσία της, ένα αδυσώπητο
μάρκετινγκ. Μετράω πόση ειλικρίνεια μπορεί να εμπεριέχεται στην εικόνα, στο υγρό βλέμμα, στην
απουσία της φωνής, άλαλη ικεσία. Όχι παρακλητικοί κανόνες και κλάψα. Με πιάνει αλά μπρατσέτα μια γηραιά
διερχόμενη κυρία.
Σας πειράζει;
Όχι βέβαια, ευχαρίστηση μου.
Ρυτιδιασμένη όψη, πλισέ, καταπράσινα
πανέμορφα μάτια, βαμμένη σχεδόν αποκριάτικα. Ήταν κάποτε χωρίς αμφιβολία
καλλονή. Το σύνηθες για μένα, είναι ίσως να μιλήσουμε για τη ζωή της, να μάθω
αν έχει περάσει καλά. Έχω αυτή την αγωνία με τις πολύ ωραίες γυναίκες. Καθένας
με τα χούγια του.
Αρχίζει να μου λέει για τους
μετανάστες, να μην πιστεύω τη ζητιάνα στο σουπερ-μάρκετ γιατί έχει λεφτά, για
τους Αλβανούς που έδειραν τους συμμαθητές τους στο σχολείου του εγγονού της.
Άρα έχει εγγόνι.
Ήρθε μέχρι και η αστυνομία. Τα
παιδιά τα πήγαν στο γιατρό. Αλήθεια. Τι περιμένεις;
Κάνω να τη ρωτήσω κάτι άλλο, για
τη γειτονιά ίσως. Έχει χαιρετίσει βιαστικά προς Ακρόπολη. Ότι ήθελε να πει,
ειπώθηκε. Το παράπονο της. Η αγωνιά της.
Έστω.
Έχει λιακάδα και κανονικά είναι
ωραία. Νοιώθω τα πόδια μου λίγο βαριά, ο ήλιος μου χλωμιάζει τις σκέψεις, θέλω
να φύγω απο ‘δω, από αυτό το σώμα που ακουμπάει σε ένα μέλλον αβέβαιο, σε μια
ελπίδα, που θα δοκιμαστεί από την ανθρωπιά σε λάθος χρόνο.
Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo

2 comments:
Τελικά οι ωραίες γυναίκες δεν έχουν απαραίτητα ωραίες ιστορίες να μας πουν.
Πολύ ωραίο το κείμενο
Κανένα άγγιγμα παλάμης δεν πάει ολότελα χαμένο.
Post a Comment