Monday, May 28, 2012

Χέρια


Απλωμένο χέρι. Γλιστράω προς το πορτοφόλι και έπειτα θα ρίξω ένα κέρμα, ακριβώς στο κέντρο της παλάμης, με σχεδόν μηδενική ταχύτητα. Δεν αγγίζω καθόλου. Σαν ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Τολμώ να πω, υπάρχει η αλήθεια της παλάμης, η πεμπτουσία της, ένα αδυσώπητο μάρκετινγκ. Μετράω πόση ειλικρίνεια μπορεί να εμπεριέχεται στην εικόνα, στο υγρό βλέμμα, στην απουσία της φωνής, άλαλη ικεσία. Όχι παρακλητικοί κανόνες και κλάψα. Με πιάνει αλά μπρατσέτα μια γηραιά διερχόμενη κυρία.
Σας πειράζει;
Όχι βέβαια, ευχαρίστηση μου.
Ρυτιδιασμένη όψη, πλισέ, καταπράσινα πανέμορφα μάτια, βαμμένη σχεδόν αποκριάτικα. Ήταν κάποτε χωρίς αμφιβολία καλλονή. Το σύνηθες για μένα, είναι ίσως να μιλήσουμε για τη ζωή της, να μάθω αν έχει περάσει καλά. Έχω αυτή την αγωνία με τις πολύ ωραίες γυναίκες. Καθένας με τα χούγια του.
Αρχίζει να μου λέει για τους μετανάστες, να μην πιστεύω τη ζητιάνα στο σουπερ-μάρκετ γιατί έχει λεφτά, για τους Αλβανούς που έδειραν τους συμμαθητές τους στο σχολείου του εγγονού της. Άρα έχει εγγόνι.
Ήρθε μέχρι και η αστυνομία. Τα παιδιά τα πήγαν στο γιατρό. Αλήθεια. Τι περιμένεις;
Κάνω να τη ρωτήσω κάτι άλλο, για τη γειτονιά ίσως. Έχει χαιρετίσει βιαστικά προς Ακρόπολη. Ότι ήθελε να πει, ειπώθηκε. Το παράπονο της. Η αγωνιά της.  Έστω.
Έχει λιακάδα και κανονικά είναι ωραία. Νοιώθω τα πόδια μου λίγο βαριά, ο ήλιος μου χλωμιάζει τις σκέψεις, θέλω να φύγω απο ‘δω, από αυτό το σώμα που ακουμπάει σε ένα μέλλον αβέβαιο, σε μια ελπίδα, που θα δοκιμαστεί από την ανθρωπιά σε λάθος χρόνο.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo

Wednesday, May 16, 2012

Γκρίζες ζώνες

1.
Είναι ένας περίεργος άνθρωπος. Κόβει τα νύχια του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Τα διατηρεί επίμονα κοντοκομμένα. Μυρίζει τα ρούχα του πάντα, είτε τα βάζει στο καλάθι με τα άπλυτα, είτε στα συρτάρια. Φοράει κόκκινο μπουρνούζι με κουκούλα. Τον παίζει σπάνια, ίσως στο μπάνιο του, με κλειστή την πόρτα. Μένει μόνος. Στο τέλος πάντα ελέγχει την ποσότητα. Αυτό δεν ξέρω τι σημαίνει. Δεν του αρέσουν οι οικιακές δουλειές, παρά μόνο όταν έχει παρέα στο σπίτι. Τα μάτια του καμιά φορά είναι κενά, άνευ νοήματος, γεμάτα φόβο. Νομίζω κατηγορεί τους γονείς του για έλλειψη σοβαρότητας, όταν έπρεπε. Φουρτουνιασμένη παιδική ψυχή και τέτοια. Θεωρητικά είναι ένας κοινωνικός άνθρωπος. Γράφει τις προσβολές που του απευθύνουν σε ένα μπλοκ. Μια στήλη οι σκέτες, μια δεύτερη αυτές που απαντήθηκαν εν θερμώ. Πρακτικά σέρνει τη γκρίνια  πενηντάχρονου που καθημερινά κάνει απολογισμό. Η διαλεκτική του ανάλυση είναι μια καραμέλα λεμόνι που πιπιλάει συχνά. Στην ουσία του είναι σεξιστής και φλερτάρει με το παράλογο. Μετρά τις μέρες κάνοντας γραμμές στο σημειωματάριο του, με ένα καλοξυσμένο μολύβι.

2.
Περπατάει τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου αργά. Είναι ψηλός και άχαρος. Μάλλον θα τον έλεγα άσχημο. Μιλά μέσα από τα δόντια του. Δεν εκτιμώ αυτούς που έχουν κακή άρθρωση στο λόγο τους. Ζει σε ένα σύμπαν θεωριών που τον βολεύουν. Λόγου χάρη, ότι η εξωτερική εμφάνιση στους άντρες δεν έχει σημασία. Απατά τη σύντροφό του κατ’ εξακολούθηση. Μου εξηγεί διάφορα για τη συγκίνηση, τη στέρηση της νεανικής ηλικίας στα φοιτητικά δωμάτια της μοναξιάς, την άνευρη μαλακία, την απόρριψη, το καινούργιο που τον τραβά σα μαγνήτης, την ενοχή, τον πόνο. Δε διαβάζει ντε Σαντ. Ήδη με έχει πιάσει μια ελαφριά αηδία. Δεν εκτιμώ αυτούς που δεν έχουν λόγο. Τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου να βγαίνει από μια τουαλέτα. Πλένει τα χέρια του εμμονικά, λες και θα χειρουργήσει στη συνέχεια. Σιχαίνομαι τους μικροβιοφοβικούς ανθρώπους. Σχεδόν με σοκάρει. Μου θυμίζει τη θεωρία για την ανοσία των μικρών παιδιών στους καταυλισμούς. Μου θυμίζει τη μάνα μου, που έπιανε την τσίχλα που φτύναμε κάτω στο δρόμο και μας την έχωνε στο στόμα, για να πάψουμε να γκρινιάζουμε ότι μας έπεσε. Συνεχίζει και μου λέει τι εύχεται για τα γεράματα του. Δεν έχει πατήσει τα σαράντα. Δε νομίζω να εκτιμά την αληθινή αγάπη ή το άλλο φύλο. Νιώθω ένα πνίξιμο, όπως αυτό όταν η ακύρωση και ο εγκλωβισμός σου κόβει τα γόνατα.

3.
Ζει σε ένα σπίτι μικρό. Άθλιο. Γύρω διάσπαρτα χαρτόκουτα από πίτσες, σελίδες από άρθρα, βιβλία, σημειώσεις. Σκόνη παντού και κάπνα. Τρία πακέτα τσιγάρα σε σαράντα τετραγωνικά. Οι μόνες μέρες που αλλάζει κάτι, είναι όταν περνάει η μάνα του ή καμιά γκόμενα της προκοπής. Της προσφοράς μάλλον. Το μόνο λαμπερό σημείο είναι η λεκάνη του, αστράφτει από τη χλωρίνη. Κατά τ’ άλλα ούτε το πλυντήριο του δεν ξέρει πως μπαίνει μπρος. Αν τελειώσουν τα καθαρά σεντόνια, δε γαμάει άλλο. Το ψυγείο του είναι άδειο, άντε να έχει λίγη ρακή. Δεν πίνει σχεδόν ποτέ. Δουλεύει πολύ. Στον ελεύθερο του χρόνο αθλείται, παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια στρατηγικής, βλέπει τσόντες και τον παίζει μπροστά στον υπολογιστή του. Δεν έχει σημασία αν έχει σχέση ή όχι. Όταν ήταν παιδί χάρηκε που του αγόρασαν το Stratego και τον άφησαν ήσυχο σε μια γωνία να το παίζει μόνος του. Οι θεωρίες του για τον έρωτα τείνουν να είναι σωστές, άλλωστε ζούμε σε κυνικούς καιρούς, άλλωστε δεν μπορεί να αγαπήσει κάποιον πέρα από τον εαυτό του. Κάποτε είχε πει, η συντροφιά μου είναι πολύτιμη, ενώ όταν γνωρίζει μια καινούργια κοπέλα ισχυρίζεται ότι η νταντά του τον θώπευε μικρό. Δεν έχω καταλάβει γιατί. Στον στιγματισμένο από σταγόνες φραπέ τοίχο της κουζίνας,  κάποτε μια κατσαρίδα έκοβε τις βόλτες της αμέριμνη. Ήταν μια περίοδο που δεν είχε ανανεώσει τις παγίδες που μυρίζουν φυστικοβούτυρο.

 Φωτογραφία της Sally Man από την ενότητα Proud Flesh.

Friday, May 11, 2012

Εξορίες


Ο Μιχάλης δουλεύει στο Σαλίβερο. Χτυπάει την πόρτα της Φαλήρου παιδί, ύστερα εξωτερικές δουλειές και μετά τυπογράφος στο μεγαλύτερο τυπογραφείο της  πόλης. Ένας παρακρατικός γείτονας, μαθαίνει από έναν τρίτο ότι δήθεν είναι κομμουνιστής και τον καταδίδει. Χωρίς πολλά, πολλά, τον συλλαμβάνουν.
Έχει ήδη φυματίωση και έτσι θα μείνει για λίγο στη Μακρόνησο. Επιστρέφει με επιβαρημένη την υγεία του, για να νοσηλευθεί σε σανατόριο. 
Με τον καταδότη του, θα μιλάνε, όταν γεράσουν πια, στη γειτονιά, κανονικά.

Οι γονείς της είχαν σκουπάδικο στο Μοναστηράκι. Πατέρας δεξιός, μάνα αριστερή. Μεταπολεμικά, τη μία βδομάδα το έκαιγαν οι μεν, την επόμενη οι δε. Το έκλεισαν. Σκληρά χρόνια. Η δικτατορία την βρίσκει με μωρό έξι μηνών και στέλεχος της ΕΔΑ. Το βράδυ του πραξικοπήματος  τους μαζεύουν όλους, νύχτα, από τα σπίτια τους.
Κάρτα από τη Γυάρο στη μάνα της. Μάνα, περνάμε όμορφα, τρώμε καλά, το κλίμα είναι ευχάριστο και φιλικό. Τα βράδια κοιμόμαστε ακούγοντας κλασική μουσική.
Τενεκέδες με πέτρες, κατηφορίζουν τον λόφο κάθε νύχτα.


Φωτογραφία  από τη Γυάρο


Friday, May 04, 2012

Κατοχή


Ο Γιάννης Τσάκης δούλευε μηχανικός αυτοκινήτων στην ΕΛΦΙΝΚΟ, όταν η Ελλάδα  μπήκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν οδηγός σε φορτηγό που μετέφερε στο μέτωπο φορτία σίτισης. Όταν το ελληνοαλβανικό μέτωπο κατέρρευσε, γύρισε στην Αθήνα με ένα φορτηγό γεμάτο αλεύρι. Τα αδέρφια του άρχισαν να κατεβάζουν τα σακιά στο υπόγειο του σπιτιού της οδού Καλλιρρόης. Εντωμεταξύ, από το ραδιόφωνο καλέστηκαν όλοι οι οδηγοί, να επιστρέψουν τα αυτοκίνητα με το φορτίο τους στο Ρουφ, διαφορετικά θα τους περνούσαν στρατοδικείο. Τα τσουβάλια αλεύρι επιστράφηκαν στο φορτηγό, ενώ ήταν εντελώς ακαταχώρητα. Με αυτά τα τσουβάλια θα είχαν γλυτώσει την πείνα σαν οικογένεια, αυτοί και κάποιοι φίλοι τους, που πέθαναν τελικά, κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, ή μάλλον αγαπούσε πολύ τη ζωή για να ρισκάρει.Ο χειμώνας του 1941 ήταν σκληρός, πολύ κρύο, κανένα καύσιμο και πείνα. Υπήρχε μόνο άφθονο κρασί και χαρούπια. Το αλεύρι τελικά κατέληξε είτε στους μαυραγορίτες, είτε στους Γερμανούς.
Όταν ο στρατός κατοχής διέταξε την επίταξη όλων των μηχανικών αυτοκινήτων, είπε στη μητέρα του:
Μάνα θα πάω όπου με στείλουν, δεν αντέχω την πείνα. Χτες είδα τον Παναγιώτη να τρώει μια προβιά γάτας. Ο Παύλος πέθανε. Την Κυριακή, στην ταβέρνα που μου μήνυσαν να πάω, το κρέας ήταν σκυλί. Δεν το ήξερα, μου το είπαν μετά. Δεν μασιόταν και ρώτησα. Μάνα θα πάω όπου μου πουν.
Μηχανικός στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια οδηγός φορτηγού με συνοδό στρατιώτη του Γερμανικού στρατού. Ένα βράδυ τον πλησίασε ένας παλιός φίλος. Πατριώτης. Και τον ήξερε καλά.
Γιάννη θέλω μια χάρη. Θέλω να μεταφέρεις στο Τυμπάκι, δυο φίλους, για μια προσωπική τους υπόθεση.
Χαρτιά έχουνε;
Βέβαια.
Ο Γερμανός την επομένη δεν είχε αντίρρηση. Οι δύο επιβάτες δεν μίλαγαν σχεδόν καθόλου. Δυο μέρες μετά, επέστρεψαν μαζί τους . Πέρασαν όλα τα μπλόκα αβλεπί.
Το αεροδρόμιο του Τυμπακίου, κύριο αεροδρόμιο ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του Ρόμελ, βομβαρδίστηκε έξι μήνες μετά.Έντρομος έπιασε τον πατριώτη και τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που μετέφερε. Ήταν Άγγλοι τοπογράφοι του στρατού. Χαρτογράφησαν το Τυμπάκι και αποτύπωσαν το αεροδρόμιο. Ο Γερμανός δεν ανέφερε κουβέντα στη μονάδα του, καθώς θα τον εκτελούσαν σίγουρα. Έτσι γλίτωσε και ο οδηγός του.
Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, κάπνιζε Sante άφιλτρα κασετίνα, αυτά με την κοπέλα, του άρεσε το καλό φαγητό, το κρασί και οι γυναίκες. Ψήφιζε Φιλελεύθερους, μετά το 1951 Ένωση Κέντρου και μεταπολιτευτικά ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια έλεγε ωραία ανέκδοτα και ήταν γνωστός χιουμορίστας.
 
Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα


Sunday, April 15, 2012

Φρέαρ



Ας σιχαθούμε την ανάσταση. Την επαναφορά των νεκρών στον ζωντανό βίο. Ότι πέθανε, πέθανε, καρδιά μου.

Ψιλόβροχο ξεπλένει το Αιγαίο, μουλιάζει τις  ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τις ελεγείες της οξώπετρας και τα φτηνά στιχάκια αριστερών ποιητών, που ξύνουν τις πληγές τους με ψαλιδάκι των νυχιών. 

Οι Μαντόνες της μεγαλοβδομάδας ποζάρουν στατικές, εικονίσματα κορνιζαρισμένα με τζάμι. Χωρίς ψεγάδια. Κάτσε ‘συ  ενεός και θαύμασε, ω εραστή του ανέφικτου, της άψυχης περπατησιάς, του μωβ περιεχόμενου χωρίς ανταύγειες πάθους. Θεατή. Ορμητικά κλειστές οι πόρτες που χτυπάς, στην ευλαβική υστερία που σούρνεται στα πατώματα, για λίγο αγάπη, για ένα πουκάμισο αδειανό, για λίγο πούτσο ακόμα.

Έπειτα με βάζεις να θυμηθώ το πριν. Πριν λίγο χρόνο. Χτυπάνε οι καμπάνες ανάμεσα στον τρίτο γύρο. Αγώνας πάλης.  Μυρίζουν τα σεντόνια ξινά λιβάνια, έρωτα αχόρταγο, που προχωράει τα σώματα στα όρια. Σπασμοί και ιαχές σχεδόν οδύνης, σε όλες τις στάσεις. Πυροτεχνήματα και στο ψυγείο δεν υπάρχει ούτε χυμός. Δεν θα σου πω τα αφυδατωμένα σ’αγαπώ που ίσως να ‘θελες. Ποιος τα γαμάει τα σ’αγαπώ. Σου μίλησα για μόχθο. Σε έστησα στα τέσσερα θρησκευτικά.  Έγραψα ποίηση πάνω στο λερωμένο σου κορμί που χύνει ποταμούς. Ούρλιαξα. Τα τελευταία σεντόνια θα μείνουν νωπά στο έλεος της άνοιξης.

Ο λόγος, μιας εποχής μετρίων, βουλιάζει κάτω από το βάρος του αξεπέραστου, του ειπωμένου άριστα εδώ και χρόνια.  Τι να μιλήσω, τι να ξαναπώ. Υπάρχουν πάντα οι λέξεις, μα μένουν ανεκπλήρωτες. Οι μέρες προσπερνάνε βουβές. Η λύσσα δεν βρίσκει τόπο να ριζώσει. Χερσώνουν τα χωράφια μας. Φαντάσματα στοιχειώνουν την ξερολιθιά φτύνοντας και τραγουδώντας σκληρές κατάρες για τον έρωτα. 

Αποζητώ τη νέα εποχή. 

Πενθώ τα δίστιχα που πνίγηκαν στη λήθη.


Φωτογραφία Man Ray

Monday, April 02, 2012

Στο κόκκινο


Κάποτε, που δεν φοβόμουν τις μουσικές, έβαζα δυνατά το Struggle For Pleasure. Πέταγα τα ρούχα μου στο πάτωμα.  Έφτιαχνα χειροποίητο γαλλικό καφέ. Περπάταγα το σπίτι πάνω κάτω. Έχω πια μεγάλο σπίτι, προσφέρεται για περιπάτους στο γυαλιστερό παρκέ. Προσφέρει μοναχικές άδειες γωνιές, προστατευμένες κόγχες. Ίσως, μετά, το νερό, να έσταζε πάνω μου σε δόσεις πολιτικά ορθές, μια δυο μνήμες.

Του δίνεις ραντεβού Ηλία Ηλιού και Βουλιαγμένης, στις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Ακριβώς. Ντύνεσαι, φτιάχνεσαι. Πέδιλα με μεταλλικό τακούνι και μια πεταλούδα στο πλάι. Ξώπλατο φόρεμα. Ωραίο ντεκολτέ. Περνάει από δίπλα σου. Με το κεφάλι σκυφτό. Δε σου μιλάει. Σε περνάει για άλλη. Καθιστός θα πάρει το ύφος που πουλάει. Σοβαρός γκόμενος. Θα σε καλέσει στο σπίτι του. Το σπίτι τραγωδία. Έχεις δικαιολογία να ξεφύγεις σήμερα. Ξέρεις έχω τεχνικά θέματα. Να βάλουμε μια πετσέτα. Μα. Όπως και να έχει θα βάλω κάτι πιο άνετο. Γυρίζει γυμνός. Στο ύψος των ματιών σου ένας πούτσος σε πλήρη στύση. Μένεις αμήχανα να κοιτάς λοξά. Τι να σκεφτείς, είναι αργά.  Υγρές ρώγες σε μισοκατεβασμένο φόρεμα, πάνω σε εμπριμέ καναπέ και ο ήλιος βγήκε. Φεύγεις βιαστικά, κουρασμένη, σκεφτική. Σε περιμένουν σε ένα πάρτυ στο Λαγονήσι, δίπλα στην πισίνα, αργότερα. 

Θα έρθω να σε βρω την Τρίτη είπε. Είσαι γκαντέμης, σκέφτεσαι. Στο Joker's έχει λίγο κόσμο και είναι αργά. Μην κουνηθείς, πάω να πάρω δυο ποτά. Αμηχανία. Σχεδόν δεν σε ξέρω, σχεδόν δεν ξέρω πια τι είμαι. Ένα τρισδιάστατο κορμί σε μια οθόνη δύο διαστάσεων. Φοράς Philosykos και του αρέσει. Γενικά του αρέσεις υπερβολικά. Αυτός ο παγετώνας μέσα σου, αχνίζει πάνω στα παγάκια του τζιν. Τζιν τόνικ δύο επί δύο. Κολλάει πάνω σου και συ δεν τον κοιτάς στα μάτια. Κι' όμως όσο αταίριαστος κι αν είναι, έχει κάτι. Σου μαλακώνει την ψυχή. Τα πόδια του τρέμουν και η φωνή του σιγοψιθυρίζει άγνωστα τραγούδια. Μία ώρα αργότερα ξεχνιούνται τεχνικές λεπτομέρειες και κολλήματα. Πάνω σε μια μωβ πετσέτα, το ταλαιπωρημένο σου σώμα απλώνεται δειλά. Μυρίζει ανεπαίσθητα αιμορραγία. Δυο μάτια σε καρφώνουν στο σκοτάδι. Πεταλούδα ορθάνοικτη καρφιτσωμένη στο χαρτί. Πριν ξεπλυθείς απ' τον έρωτα. Πριν το σώμα γείρει πάνω στο μαλακό κρεβάτι. Είναι αργά και έχεις δουλειά αύριο.

Στο ξωκλήσι απ’ έξω έχει ένα πάγκο κτιστό. Κυκλάδες και ξημερώνει. Στάλες υγρασίας βρέχουν τις πλάκες. Σου πιάνει τα βυζιά. Του ‘λες έχω περίοδο, μαζέψου. Σου λέει είμαι Ιχθείς. Εσύ είσαι Καρκίνος. Πακέτο. Παραμερίζει το εσώρουχο επίμονα και σου χώνει δύο δάκτυλα. Θέλω να σου σκίσω τον κώλο, λέει. Σήμερα. Έπειτα θα πάμε στη θάλασσα όλη μέρα. Ανάμεσα στα δάκτυλα του και στα σάλια στο λαιμό σου ξέπεσε η αληθινή σου μέρα. Σας παίρνει ο ύπνος πάνω σε κάτι μαξιλάρες. Ο ήλιος χάσκει πίσω από το αεράκι. Έχει μια αράχνη τατουάζ στον ώμο. Εσύ έχεις κάποιον που σε περιμένει να σε γαμήσει πίσω στην Αθήνα.


Φωτογραφία Manuel Alvarez Bravo

Monday, March 12, 2012

Βόρειο Σέλας

Είναι ψηλή, αλλά όχι πολύ. Βοηθάνε και τα τακούνια που φοράει σχεδόν πάντα. Κυκλοφορεί ισόπατη, μόνο όταν είναι χαρούμενη. Σπάνια, σχεδόν δεν θυμάμαι πότε. Κι όταν είχε κουράσει το χιαστό από το φεύγα της. Περπατάει και οδηγεί σε όλη την πόλη. Θα βρεθεί παντού. Δεν της ξεφεύγεις εύκολα. Ξημερώματα και μέρα, κέντρο και απόκεντρο.
Έχει μια μεγάλη τσάντα. Νεότερη δεν είχε καθόλου. Κουβαλάει το μικρό της σύμπαν. Τα εργαλεία της δουλειάς, μου είπε μια φορά, χαμογελώντας . Κάρτες με το κινητό της κάτω από το όνομα Aurora, αν θυμάμαι καλά. Δεν ξέρω γιατί αυτό. Και χαρτάκια μεγάλα, ορθογώνια παραλληλόγραμμα, σαν αυτά που διαφημίζουν ιδιαίτερα μαθήματα, με το τηλέφωνο της ξανά, που γράφουν, Καλά Τσιμπούκια. Νόμιζα ότι κάνει πλάκα μέχρι που την είδα να τα κολλάει σε κάτι μουχλιασμένους τοίχους. Κουβαλάει πάντα και μονωτική ταινία. Και αντισηπτικά μαντήλια. Και κουτιά προφυλακτικά. Και ένα χαπάκι των 48ωρών. Και μια κάρτα διαρκείας για το Καραϊσκάκη, Θύρα 6.
Στο γήπεδο φοράει κόκκινα κολλητά μπλουζάκια με μεγάλα ντεκολτέ. Έχει μεγάλα βυζιά, ωραία. Στο δρόμο τις Κυριακές προκαλεί και απαντάει στις προσκλήσεις. Είναι ένα ερωτικό ναυάγιο η ανάσα της.
Μοιράζει τις κάρτες της στους μπάτσους που φυλάνε τη γωνία Σπύρου Τρικούπη και Ναυαρίνου. Στις πορείες βέβαια φοράει μαύρα και τους πετάει πέτρες. Έτσι για την καύλα. Παίζει και κανένα γρήγορο στις στοές της κάπνας.
Παλιά πήγαινε τα Σάββατα στο Μπουγά. Προ κρίσης. Φούστα παγέτα ίσα να κρύβει τον κώλο και μαύρο φανελάκι. Βαμμένη φουλ. Ποτάμια τα ουίσκια και τα λουλούδια. Άλλες φορές στο Καζίνο ή σε κάτι τριτοτέταρτα σκυλάδικα στον Πύργο. Τίγκα στη φούντα και την κόκα. Είναι αλήθεια ότι στα πόδια της αδειάστηκαν φορτηγά πανέρια που ποδοπατήθηκαν στην ιδρωμένη πίστα. Ένα βράδυ γλύστρησε σε ένα γαρύφαλλο επάνω και έπαθε διάστρεμμα. Ένα άλλο, μια μπουκάλα Absolut από ένα δίσκο που περιφερόταν ψηλά την πέτυχε στο κούτελο, ζαλίστηκε. Μπουζούκι, κιθάρα, τραγούδι, σερβιτόρος, πελάτης, παρκαδόρος, χωρίς διακρίσεις.
Σε τσακίρ κέφια, έκανε ώτο στοπ στη λεωφόρο Νάτο τις νταλίκες. Πήγαινε για βρώμικο στο Πέραμα. Κάπνιζε το τσιγάρο της στην άκρη του λιμανιού προς Δραπετσώνα και παρατηρούσε τα τελωνεία που έλεγχαν πετρέλαιο. Σουλατσάριζε καθημερινές την παλιά Τρούμπα και την Αριστοτέλους. Της αρέσει να χαζεύει τις εισόδους στα μπουρδέλα. Στα κωλάδικα. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει. Πως μπαίνει, πως βγαίνει.
Της αρέσει να χαζεύει τις πουτάνες που κάνουν πεζοδρόμιο. Κάποτε πήγε να χωρίσει δυο που πατάγαν χάμω, με τα τακούνια, μια μικρή στη Σόλωνος. Προχώρα μωρή ψόφια πρόλαβε ν' ακούσει και ένα αντρικό χέρι, σαν κουπί, από το πουθενά, την άδειασε και μέτρησε τις πλάκες. Αν σταματήσει κανείς κατά λάθος και πει πόσο πάει κοπελιά, απαντάει. Χτύπαγε καμιά ρακή στη Μιχαήλ Βόδα, να ξεχαστεί, εκεί που πίνανε παλιά οι Πολωνοί. Έπινε καφέ και ψώνιζε αυστηρά από Μενίδι.
Την έχω μαζέψει ξημερώματα από το πάρκινγκ του Πανεπιστήμιου χτυπημένη. Αργά τη νύχτα από τον Ιππόδρομο, σχεδόν γδυτή, με σκισμένο το χείλι. Μια Κυριακή, χωρίς λεφτά καθόλου, ερχόταν με τα πόδια και σπασμένο το τακούνι απ' το Λουτράκι.  Κάτι Χριστούγεννα την έτρεχα με αιμορραγία στο Γεννηματά. Σε ένα ξενοδοχείο της Πλατείας Βάθη στο τσακ την πρόλαβα δεμένη με τη μονωτική και την κυλότα χωμένη στο στόμα, χωρίς ανάσα.
Κοιμάμαι πάντα με ανοιχτό το κινητό. Κοιμάμαι ανήσυχα.
Σχεδόν δεν κοιμάμαι.

κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα.


Φωτογραφία Robert Mapplethorpe

Wednesday, March 07, 2012

Στάχτες

Το νεκροταφείο του χωριού μου είναι δίπλα στη θάλασσα. Δεν την ατενίζει εποπτικά όπως συνηθίζεται. Το χειμώνα τα κύματα γλείφουν το μαντρότοιχο. Μεσολαβεί ένας μικρός δρόμος, απ' αυτούς με τη λίγη άσφαλτο, από αυτούς που θα διαλύσει η κρίση. Είναι φτωχά τα μνήματα και απλά, καμία σχέση με αστικά νεκροταφεία. Πέντε κομμάτια μαρμαρόπλακα κι' ενας σταυρός. Συχνά φωτογραφίες και απελπισμένα λόγια γεμάτα πόνο. Λίγα φυτά που φύονται εκεί και κυπαρίσσια. Συχνά εγκατάλειψη.
Θυμάμαι ότι έπλεναν τα κόκκαλα στην παραλία και τα έβαζαν σε όμορφους άσπρους σωρούς σε ένα μικρό δωμάτιο. Νομίζω τα έδερνε ο αέρας και η βροχή. Ποτέ δεν κολυμπούσα προς τα εκεί, δεν ήθελα να χαιρετηθώ με κανέναν που τους ξέφυγε στην πλύση. Ήμουν παιδί.
Εκεί είναι θαμμένος ο παππούς μου. Ψαράς. Τη γλέντησε τη ζωή του.  Ωραίος άντρας. Καλοντυμένος, γυναικάς. Τι θα'ταν; Κανένας δεν του έμοιασε στον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο, είχε μια μάνα χαρά θεού. Εμείς πάλι μεγαλώσαμε με τρόπους. Ή έτσι νομίζανε.
Εκεί είναι θαμμένη η γιαγιά μου. Λεπτή σα μίσχος στα νιάτα της, με δυο πανέξυπνα πράσινα μάτια. Εκείνος περπάτησε με τα πόδια από την Αλβανία στα τελειώματα του μετώπου ως την Πελοπόννησο να τη βρεί ξανά. Το πρώτο παιδί, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά γκρίνια μια ζωή. Σκληρή γυναίκα. Ένα παιδικό καλοκαίρι την κλείδωσα στο μπαλκόνι κανένα δίωρο. Μεγάλωσα και κατάλαβα. Της πέθαναν τόσα μωρά στα χέρια. Γεννήθηκε πλούσια με λούσα και έζησε μέσα στη φτώχεια, εργάτρια στην κλωστοϋφαντουργία. Να τον μαζέψει δεν μπορούσε. Τον έψαχνε με τα παιδιά αγκαλιά στις ταβέρνες, να της δώσει λεφτά, όταν το ξεχνούσε. Το μάθαινε από άλλους, που γύρναγε, τι έκανε. Αθώα επαρχία του 50. Τα μάθαινε και από τον ίδιο όταν επέστρεφε. Με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν τσάκισε ποτέ. Έλεγε τα σκληρότερα πράγματα με τη μεγαλύτερη ευκολία και πέθανε με ένα γαλήνιο χαμόγελο. Καμιά φορά τα δηλητήρια που πίνεις σε ποτίζουν. Το ξέρεις και ζεις μ'αυτό.
Εκεί είναι θαμμένη η αδερφή της. Μας έκανε κοκκινιστό με μοσχοκάρυδο, τα μεσημέρια μετά το μπάνιο, στο πατρικό τους. Ήταν χήρα από νέα. Ο άντρας της καθάριζε τζάμια στη Νέα Υόρκη και σκοτώθηκε από πτώση. Έμεινε μόνη μια ζωή, με μια σύνταξη από την Αμερική. Πεθαίνοντας ο παππούς μου, είπε στη νύφη του, θα στα πω όλα εκτός από μια αδικία που έκανα. Εμείς, νέοι, με αίμα να βράζει, αμέσως σκεφτήκαμε το προφανές. Υπάρχει μια φωτογραφία που είναι οι τρεις τους γέροι. Ο καθένας με ένα περίεργο ή συνωμοτικό μειδίαμα. Δεν ξέρω αν πέφτουμε μέσα και ποιος ήξερε τι, κανείς δεν θα μάθει.
Εκεί είναι θαμμένο ένα αγόρι που κάναμε ελάχιστη παρέα. Δεν θυμάμαι τίποτα γι'αυτόν, παρά μόνο ότι τον είχαν καλέσει σε ένα πάρτυ, που ήταν για μεγαλύτερους. Εγώ φύλαγα καραούλι στην οξώπορτα, είχα σκάσει απ' τη ζήλεια μου, χάζευα, θολά, μέσα απ' το χαρτόνι που είχαν βάλει, για να μη βλέπει το χωριό, τα θαύματα. Άκουγα τη μουσική, Upside Down και χτύπαγα τα πόδια μου στο σοκάκι. Σκοτώθηκε με το μηχανάκι του. Έσκασε κάτω. Θα είχε πιει και θα 'χε νταλκαδιάσει. Ήταν νομίζω ηλεκτρολόγος ή θα γινόταν. Θυμάμαι τη μάνα και τις αδερφές του, μια κουστωδία από κοντές στα μαύρα, βαθιά θλιμμένες. Είναι η πρώτη φορά που δάκρυσα για θάνατο.
Εκεί είναι θαμμένη μια κοπέλα. Ήταν η πρώτη φοιτήτρια του χωριού. Δασκάλα. Πέθανε από λευχαιμία στο πρώτο έτος. Σαν σε όνειρο, περνούσε από τα στενά με το ποδήλατο της, όμορφη, αέρινη, με σγουρά μαλλιά και βλέμμα ονειροπόλο. Δεν πρόλαβε καν να πάρει μια ανάσα.
Ποτέ δεν είχα το φόβο του θανάτου. Είναι ένας από τους φόβους που δεν ένιωσα ποτέ. Απ΄τη φτιαξιά μου ήμουν έτσι. Αυτά συμβαίνουν.
Όταν πεθάνω δεν θέλω να με θάψουνε εκεί. Έχει υγρασία και με τον παππού μου μιλάμε που και που στα όνειρα μου. Πάμε και καμιά βόλτα με ταξί για κανένα κρασί. Φοράει πάντα το γκρί κουστούμι.
Δεν θέλω να με θάψουμε και εδώ, δίπλα σε πολιτικούς και κουλτουριάρηδες. Μισώ τη γκρίνια τους, τις ιδέες τους, σκατά στα μνήματα του Πρώτου. Τον Μάνο, δεν έχω ανάγκη, τον κουβαλάω μέσα μου.
Εμένα θέλω να με κάψουνε. Να στρώσουνε τραπέζι με ένα σωρό κόλυβα να παίρνουν με τη φούχτα και δίπλα στις ρακές, τις στάχτες μου. Να παίζει μια ωραία ορχήστρα μόνο τραγούδια με λυγμό. Από αυτά, που όταν τα νιώθεις βλέπεις τη ζωή σου ταινία πίσω απο κουίντες βουρκωμένες. Να τραγουδά γυναίκα, αυστηρά. Και να βουτάνε τα δάκτυλα τους πρώτα στη στάχτη και μετά στο στόμα. Εκείνοι που μ' αγάπησαν στ' αλήθεια. Αυτοί που όταν φύγω θα είναι άδειες οι Κυριακές και οι σχόλες τους. Μόνο αυτοί, κανείς άλλος, κι' εμένα θα είναι η ψυχή μου θάλασσα.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo και να ξεκινήσουν όλα με τη Μαργαρίτα και τη Βίκυ

Tuesday, March 06, 2012

Παραλιακή


Το αμάξι έμεινε από μπαταρία. Ακίνητο εδώ και ένα μήνα. Έβγαλε τα κροκοδειλάκια από το πορτ μπαγκάζ και είπε:
Όποιος μασά καλώδια, φτύνει ποιήματα,
όποιος μασά ποιήματα, φτύνει καλώδια.
Τρέχει στην παραλιακή προς Σούνιο για να φορτίσει. Βροντάει, αστράφτει, γλίτσα ο δρόμος. Ακούει Apres La Pluie όπως παλιά. Μουνιά, Πολιτική, Προδοσία. Προδοσία, Πολιτική, Μουνιά.
Νυχτερινή αναστροφή στο οδόστρωμα με χειρόφρενο. Έτσι.
Φορτίστηκε, ανάμεσα στα ποτισμένα αρμυρίκια και τα πεύκα. Μάλλον κρατάει η μπαταρία, για λίγο ακόμα.


Ακολουθώντας τις παραλιακές γραμμές τις Karine Laval

Monday, March 05, 2012

Βαρβάκειος


Σηκώνει τα μπατζάκια της όταν φοράει παντελόνι. Με φόρεμα μόνο καλοκαίρι, το χειμώνα δεν τολμάει να βάλει. Έχει αίματα κάτω, πριονίδι και βρώμα. Τα σώματα ιδρωμένα, μέσα στις καταλερωμένες μπλούζες. Ένα μεσημέρι σχεδόν την ακουμπούσαν καθώς περνούσε ανάμεσα. Η μυρωδιά ήταν μια στεγνή ήττα. Κάποιος την πιτσίλισε κιόλας, με το μαχαίρι, άθελά του, ανάμεσα στα σφαχτά. Κρεμασμένα κορμιά, άψυχα, σάμπως δεν είναι έτσι η ζωή μας; Κάθισε στο μαγειρείο. Μόνη. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ανάμεσα σε πατσά και σούπα μοσχάρι. Οι άντρες τρώνε πατσά με μπούκοβο και σκορδοστούμπι. Λίγοι τον προτιμούνε με λεμόνι. Οι άντρες που τρώνε μόνοι. Γι’ αυτούς δεν έβρασε τσουκάλι σπίτι. Η σούπα θέλει αγάπη, υπομονή και χρόνο. Θέλει να τη σερβίρεις αχνιστή και με ωραίο ψωμί. Θέλει την τρυφερότητα να κόβει τα λεμόνια και να ακουμπά κουτάλι στο πλάι. Γιατί να τρώνε μόνοι, ποιος χρόνος δεν τους όρισε μια τόση δα μικρή σωτηρία; Χτυπάνε τα χείλη στα κουτάλια και εκείνη νιώθει μια υγρασία στα σκέλια και μια ανάσα ελευθερίας. Μελαγχολία.


Σε ψάχνω, στις φωτογραφίες της Karine Laval.