Sunday, March 22, 2009

Φθηνό όσο πριν το Ευρώ


Η παραπάνω πρόταση σε αυτοκόλλητο φιγουράρει τις τελευταίες βδομάδες πάνω σε σαμπουάν γνωστής πολυεθνικής. Δεν ξέρω γιατί αλλά με ενόχλησε το φθηνό λογοπαίγνιο, στο στομάχι μου 'κατσε.
Με ένα αφρόλουτρο παίρνεις το δεύτερο δώρο. Με λίγα λόγια η πτώση των πωλήσεων τους οδήγησε να πουλάνε πάνω κάτω δύο προϊόντα στην τιμή του ενός, χωρίς ποτέ να μειώνουν την ονομαστική τιμή. Ή έτσι κάνουν οι πιο πολλοί. Δεν αποκλείω να κάνουν προσφορές ανεβάζοντας παράλληλα την λιανική τιμή.
Το μάρκετινγκ σαν επιστήμη ποτέ δεν το χώνεψα, είναι πολύ απλό και παίζει με κόλπα φτηνά, είτε για ανόητους, είτε για ανθρώπους που δεν δίνουν και πολύ βάση στην ουσία. Αν ήταν σοβαροί θα έλεγαν μείωση τιμών, σταράτα πράγματα που απεικονίζουν το ζόρι που τραβάνε οι εταιρείες ευθέως.
Αλλά τι λέω πάλι, που ζω, ακούγομαι περίεργα, άσε που φοβάμαι μήπως πεταχτεί και ο Κούρκουλος από καμιά γωνία να ζητήσει το λόγο, να του πετάξει ο Καλογήρου ''είναι πολλά τα λεφτά Άρη'' και να ρίξει και μια γυροβολιά.

Monday, March 16, 2009

Monday, February 09, 2009

Όμορφη μέρα


Ιούνιος, θα ‘τανε, δεν ήτανε, ζέστη και ένα βοριαδάκι κόντρα δροσερό, να σου στεγνώνει τον ιδρώτα στον ίσκιο. Ήρθες με τ’ αμάξι να πάρεις δυο κούτες από τον Πειραιά, απ’ το ανήλιαγο σπίτι της Λαμπράκη για το Φιξ. Μετακόμιση.
Βαρετό πράγμα η μετακόμιση δε λέω, ας ήταν όμως, σε είδα με μια χαρά καρφωμένη στο ιδρωμένο πρόσωπο, άβαφη, με την γκρι σου φόρμα και το χρωματιστό μακό από το Guggenheim Bilbao, φωτεινή και ξαναμμένη από τη γεμάτη ήλιο μέρα.
Ακόμα και να προσπαθήσω δεν θυμάμαι πολλά, μόνο τη βόλτα στην ακτή Μιαούλη καταμεσήμερο, ερημιά, και συ να τραγουδάς λόγια, λόγια.
Οδηγείς το γαλάζιο σου αμάξι φορτωμένο και γελάς. Ξέρω είναι μια μέρα ανάλαφρη και η διάθεση δεν είναι ειδικά για μένα, είμαστε καλή παρέα, αλλά η διάθεση είναι σήμερα κατάδικη σου. Αυτή η ευφορία σου που βγαίνει μέσα από την ψυχή, γιατί είναι η μέρα όμορφη, είναι Σάββατο, είναι και αρχή του καλοκαιριού.
Μου λες για το Χατζηκυριάκειο που τόσο σου αρέσει και δεν ξέρεις γιατί, για το λιμάνι που τ’ αγαπάς, για τις αποθήκες που ερημώνουν τις αργίες, για τα ρημάδια τα κτίρια στην αγορά που τα κοιτάς και χάνεσαι σε σκέψεις, για τον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων δίπλα στην ταβέρνα που καθόμαστε.
Ύστερα γλείφεις τα δάχτυλά σου και πίνεις και ‘γω κοιτώ τη σκοπιά της πύλης και αναρωτιέμαι φωναχτά τι καταντιλίκι είναι να στέκεις φύλακας μια τέτοια μέρα δίπλα στο μαγεριό. Γελάς.
Όμορφη μέρα.

Thursday, January 29, 2009

Mercy, Mercy, Mercy


...........

Sunday, December 14, 2008

The Country




The Country
by Billy Collins

Wednesday, December 10, 2008

Όλα τα πρωϊνά του κόσμου

Ο ήλιος φωτίζει του δρόμους γενναιόδωρα.
Τα χοντρά σημάδια της καταστροφής έχουν καθαριστεί σχεδόν αξημέρωτα. Μένει μια ρημαγμένη οικογένεια, πολλές λεηλατημένες οικογένειες. Μένει το ρημαγμένο αστικό τοπίο.
Οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι με κορδέλες.
Τα πρόσωπα των μικροκαταστημαρχών στεγνά, σκληρά, σα να περιμένουν κάτι, κοιτούν ανήσυχα, στέκονται στις πόρτες τους, κάποιος κρατάει το σίδερο που κλείνει το κάγκελο του, άλλος το φτερό που ξεσκονίζει.
Οι πιο πολλοί έχουν κατεβάσει ρολά από το πρωί και πήγαν σπίτια τους μια και να δουλέψουν δεν μπορούν, φοβούνται.
Μικρές ομάδες νεαρών, με σπασμένα τούβλα στα χέρια, γυρίζουν θυμωμένα τους δρόμους γύρω από την Κολοκοτρώνη. Κινούνται προς το Αστυνομικό Τμήμα της Ακρόπολης που το φυλάνε παρατεταγμένα ΜΑΤ, από τη μια και την άλλη μεριά του στενού.
Νιώθω ανασφάλεια, μια απροσδιόριστη ασφυξία που πλανάται στον αέρα μικρών δρόμων, δίχως χώρο, δίχως ήλιο, εκεί όπου στριμώχνονται αλόγιστα αμυνόμενοι, επιτιθέμενοι και περαστικοί. Ιδεολόγοι ή τυχάρπαστοι, όλοι.



Το Πανεπιστήμιο γεμάτο πέτρες, γυαλιά και καμένα ξύλα, γραμμένο όπου υπάρχει τοίχος.
Ύστερα βλέπω τον κόσμο έξω από τη Βουλή, σταματημένος περιμένει, χωρίς πολλά συνθήματα, σκεφτικός, σχεδόν εξουθενωμένος.
Ο σταθμός του μετρό στο Σύνταγμα γεμάτος, πιτσιρίκια τρέχουν με τα πρώτα δακρυγόνα και η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη, καθώς οι υπάλληλοι σαστισμένα δοκιμάζουν τα κλειδιά που κατεβάζουν τις πόρτες. Αν όμως συμβεί κάτι, το οτιδήποτε εκεί μέσα; O πανικός των ανθρώπων που είναι κλεισμένοι σαν τα ποντίκια στο υπόγειο με ανατριχιάζει.
Οι βραδινές εκπομπές άνευρες, αναμενόμενες, η Σώτη επαναστάτρια, μισή στον αγώνα λέει, μισή στο στούντιο, ποιος τις γαμάει και σένα τις δηλώσεις σου, αυτές τις δηλώσεις. Άλλωστε μιλάς κάθε βδομάδα σ' άλλο έντυπο, έντυπο με διαφημίσεις κομπλέ, κατεστημένο.

Αστυνομικοί πυροβολούν στον αέρα, οργισμένα επιθετικά ανήλικα ή μεγαλύτεροι ξεσπάνε αναίτια στην ξένη περιουσία, πλιάτσικο, πετροπόλεμος. Να είσαι αναγκασμένος να βλέπεις ομάδες να ξηλώνουν ότι βρουν και την αστυνομία να πετροβολάει πίσω.
Δια στόματος αναπληρωτή κυβερνητικού εκπροσώπου διαβάζω "αν επέμβει μια διμοιρία ΜΑΤ θα έχουμε νεκρούς" και δεν πιστεύω στα μάτια μου, δηλαδή πόση ηλιθιότητα απαιτεί μια τέτοια δήλωση ως δικαιολογία παντελούς αδυναμίας ή απουσίας πρόθεσης;
Έπειτα οι φωτογραφίες κάποιων κουκουλοφόρων μαζί με την αστυνομία. Αηδία. Υπάρχει παρακράτος, προβοκάτσια, ένα παιχνίδι στο οποίο είμαστε όχι μόνο αμέτοχοι, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιος το υποκινεί και ποιος το θρέφει ξεκάθαρα τόσα χρόνια ή όλα είναι τυχαία, παρανάλωμα σ΄ ένα χορό άπληστων ηλιθίων;
Σκέφτομαι το 2004, την εθνική ανάταση, την ντόπα που ακολούθησε, την παρέλαση εκατομμυρίων στα σκάνδαλα, την πρότερη αδιαφορία όλων, την αποφυγή ανάληψης ευθύνης των πολιτικών, και η αηδία μου με πνίγει.
Φτου σας ξεφτίλες.

Thursday, December 04, 2008

Thursday, November 27, 2008

Τροχοδρόμοι



Κάποτε έβλεπες τροχονόμους στο δρόμο.
Σήμερα αποτελούν είδος προς εξαφάνιση.
Εξυπηρετούν μόνο έκτακτα περιστατικά, πορείες, ατυχήματα, μπλόκα, διελεύσεις ξένων αποστολών και επισήμων.
Άντε και κάνα δύο στο Σύνταγμα πρωί πρωί, για να δηλώσουν μια κάποια παρουσία. Φυσικά έξω από το πάρκινγκ της Βουλής, εφημερία, σε είσοδο και έξοδο.
Στην παραλιακή για παράδειγμα, η τοποθέτηση μιας μικρής ομάδας να ρυθμίζει τα φανάρια μετά το παλιό αεροδρόμιο, ώστε η διαδρομή να μη γίνεται σε δύο ακατέβατες ώρες όταν βρέχει, θα ήταν υποθέτω αυθαίρετα, υπερβολή και πολυτέλεια.
Άλλωστε έβρεχε πολύ την περασμένη βδομάδα, που να τους τρέχεις τώρα.

Sunday, November 02, 2008

Σκόρπιες σκέψεις μπρος σ' ένα λευκό φόρεμα


Απεργία του μετρό.
Παλλάς.
Πλήθη για ένα καφέ ή ένα prosecco έξω από τα αστικά μαγαζιά του πεζόδρομου της Βουκουρεστίου, περιμένουν να επιβιβαστούν στη Μήδεια-2.
Ετερόκλητο κοινό που δεν επιτρέπει εξαγωγή ειδικών συμπερασμάτων, είναι όλοι εδώ για να δουν το έργο του τελετάρχη.
Ανασυστήνουν ίσως τη στιγμιαία εθνικά υπερήφανη συλλογική μνήμη πάνω από το φλιτζάνι τους.
Δεν ξέρω γιατί η τελειότητα των κινήσεων, η ευκολία της δημιουργίας ενός μεγάλου εικαστικού κάδρου, το απλόχερο ταλέντο της κορυφαίας χορεύτριας, το πλήθος των συμβολισμών της γυναίκας ως σφίγγα, θεά Κάλι, αναδυόμενη Αφροδίτη και μαινάδα δεν με αγγίζει τόσο πια.
Γιατί ενώ θαυμάζω την προσωπική κατάθεση της Μήδειας, μίγμα τέχνης, τεχνικής ακριβείας και σωματικής υπέρβασης με το μπανταρισμένο πόδι ή τις ιδέες του χορογράφου, την όλη ιδεολογία της οπτικής του πάνω στο χοροθέατρο, κάτι με κρατάει πίσω τώρα. Κάτι δεν μου ταιριάζει και δεν είναι η ανασύσταση του μύθου.
Ίσως είναι οι διπλανοί μου που επεξεργάζονται την ιστορία της τραγωδίας πριν αρχίσει η παράσταση, δηλαδή οι πιο πολλοί ακούν την μία και μόνη που την γνωρίζει. Ίσως η παρέα των αμέτρητων γηραιών κυρίων που έφτασε στο παραπέντε με προορισμό τις πρώτες σειρές. Ίσως το ζευγάρι που είχε πληρώσει εκατόν εξήντα ευρώ για να χαμουρευτεί μπροστά μου.
Καμιά φορά οι καλλιτέχνες ανήκουν κάπου και όσο και αν οι ανάγκες τους ωθούν να φεύγουν από εκεί που ταιριάζουν, είναι προφανές ότι δεν χωρούν πουθενά αλλού.

Friday, October 03, 2008

Άντε γεια


Photo Henri Cartier-Bresson

Δεν είχα δει την εκπομπή των Πρωταγωνιστών που αφορούσε το Δρομοκαίτειο Ίδρυμα όταν πρωτοπαίχτηκε, δηλαδή το χειμώνα. Την είδα ένα κάποιο τυχαίο προηγούμενο Σαββατοκύριακο σε επανάληψη και κάτω από ακατάλληλες συνθήκες, θαυμάσιο καλοκαιρινό σκηνικό περιβάλλον, εντελώς χάλια ψυχολογική διάθεση και εκατομμύρια σενάρια να κεντούν το μυαλό μου.
Έχασα το πρώτο κομμάτι και τους ασθενείς που μίλησαν σ’ αυτό και είδα το δεύτερο μισό. Όσο προχωρούσε η εκπομπή συνειδητοποιούσα κάτι που σκέφτομαι χρόνια, ότι η νοητή γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους ψυχικά ασθενείς δεν είναι τόσο ευδιάκριτη και χωρίς αμφιβολία δεν θέλει και πολύ να την περάσεις. Μια κακή περίοδος στη ζωή από αυτές που μοιραία συμβαίνουν σε όλους και σαν ένα κλικ έχεις βρεθεί να μην ξεχωρίζεις αυτά που προηγουμένως ήταν αυτονόητα. Τόσο λυπηρό και ανθρώπινο. Οι τραγικές τους φιγούρες, όλες προερχόμενες από σκληρές ζωές, συχνά χωρίς περίσσεμα αγάπης, περιφέρονταν σαν σκιές, σαν ζωντανά φαντάσματα στους κήπους και τα δωμάτια του ιδρύματος. Κάποιοι τυπικά θα μπορούσαν να βγουν, αλλά δεν ήξεραν που να πάνε, έξω δεν τους περίμενε κανείς. Τα βλέμματα βαθιά γεμάτα απόγνωση και απορία. Οι δημοσιογράφοι (τους είδα κάπως μεταφυσικά σαν ομάδα) περνούσαν, στέκονταν, σαν να περνούσαν, σαν να στέκονταν, σαν να βιάζονταν. Σαν να βιάζονταν να φύγουν. Σαν να πέρασε από τη σκέψη τους ότι είναι κολλητικό, είναι κολλητική η δυστυχία, σας συμπαθούμε, μας ενδιαφέρει, αλλά πρέπει να φύγουμε. Όταν φύγουμε, θα είναι απότομα και η πόρτα θα κλείσει πίσω μας ερμητικά. Μην σας νοιάζει, θα την κλείσουμε καλά και θα βεβαιωθούμε ότι όλοι εσείς θα μείνετε μέσα και όλοι εμείς θα βγούμε έξω. Έτσι επιλέξατε, έτσι μας έτυχε. Άντε γεια.