Thursday, January 29, 2009

Mercy, Mercy, Mercy


...........

Sunday, December 14, 2008

The Country




The Country
by Billy Collins

Wednesday, December 10, 2008

Όλα τα πρωϊνά του κόσμου

Ο ήλιος φωτίζει του δρόμους γενναιόδωρα.
Τα χοντρά σημάδια της καταστροφής έχουν καθαριστεί σχεδόν αξημέρωτα. Μένει μια ρημαγμένη οικογένεια, πολλές λεηλατημένες οικογένειες. Μένει το ρημαγμένο αστικό τοπίο.
Οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι με κορδέλες.
Τα πρόσωπα των μικροκαταστημαρχών στεγνά, σκληρά, σα να περιμένουν κάτι, κοιτούν ανήσυχα, στέκονται στις πόρτες τους, κάποιος κρατάει το σίδερο που κλείνει το κάγκελο του, άλλος το φτερό που ξεσκονίζει.
Οι πιο πολλοί έχουν κατεβάσει ρολά από το πρωί και πήγαν σπίτια τους μια και να δουλέψουν δεν μπορούν, φοβούνται.
Μικρές ομάδες νεαρών, με σπασμένα τούβλα στα χέρια, γυρίζουν θυμωμένα τους δρόμους γύρω από την Κολοκοτρώνη. Κινούνται προς το Αστυνομικό Τμήμα της Ακρόπολης που το φυλάνε παρατεταγμένα ΜΑΤ, από τη μια και την άλλη μεριά του στενού.
Νιώθω ανασφάλεια, μια απροσδιόριστη ασφυξία που πλανάται στον αέρα μικρών δρόμων, δίχως χώρο, δίχως ήλιο, εκεί όπου στριμώχνονται αλόγιστα αμυνόμενοι, επιτιθέμενοι και περαστικοί. Ιδεολόγοι ή τυχάρπαστοι, όλοι.



Το Πανεπιστήμιο γεμάτο πέτρες, γυαλιά και καμένα ξύλα, γραμμένο όπου υπάρχει τοίχος.
Ύστερα βλέπω τον κόσμο έξω από τη Βουλή, σταματημένος περιμένει, χωρίς πολλά συνθήματα, σκεφτικός, σχεδόν εξουθενωμένος.
Ο σταθμός του μετρό στο Σύνταγμα γεμάτος, πιτσιρίκια τρέχουν με τα πρώτα δακρυγόνα και η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη, καθώς οι υπάλληλοι σαστισμένα δοκιμάζουν τα κλειδιά που κατεβάζουν τις πόρτες. Αν όμως συμβεί κάτι, το οτιδήποτε εκεί μέσα; O πανικός των ανθρώπων που είναι κλεισμένοι σαν τα ποντίκια στο υπόγειο με ανατριχιάζει.
Οι βραδινές εκπομπές άνευρες, αναμενόμενες, η Σώτη επαναστάτρια, μισή στον αγώνα λέει, μισή στο στούντιο, ποιος τις γαμάει και σένα τις δηλώσεις σου, αυτές τις δηλώσεις. Άλλωστε μιλάς κάθε βδομάδα σ' άλλο έντυπο, έντυπο με διαφημίσεις κομπλέ, κατεστημένο.

Αστυνομικοί πυροβολούν στον αέρα, οργισμένα επιθετικά ανήλικα ή μεγαλύτεροι ξεσπάνε αναίτια στην ξένη περιουσία, πλιάτσικο, πετροπόλεμος. Να είσαι αναγκασμένος να βλέπεις ομάδες να ξηλώνουν ότι βρουν και την αστυνομία να πετροβολάει πίσω.
Δια στόματος αναπληρωτή κυβερνητικού εκπροσώπου διαβάζω "αν επέμβει μια διμοιρία ΜΑΤ θα έχουμε νεκρούς" και δεν πιστεύω στα μάτια μου, δηλαδή πόση ηλιθιότητα απαιτεί μια τέτοια δήλωση ως δικαιολογία παντελούς αδυναμίας ή απουσίας πρόθεσης;
Έπειτα οι φωτογραφίες κάποιων κουκουλοφόρων μαζί με την αστυνομία. Αηδία. Υπάρχει παρακράτος, προβοκάτσια, ένα παιχνίδι στο οποίο είμαστε όχι μόνο αμέτοχοι, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιος το υποκινεί και ποιος το θρέφει ξεκάθαρα τόσα χρόνια ή όλα είναι τυχαία, παρανάλωμα σ΄ ένα χορό άπληστων ηλιθίων;
Σκέφτομαι το 2004, την εθνική ανάταση, την ντόπα που ακολούθησε, την παρέλαση εκατομμυρίων στα σκάνδαλα, την πρότερη αδιαφορία όλων, την αποφυγή ανάληψης ευθύνης των πολιτικών, και η αηδία μου με πνίγει.
Φτου σας ξεφτίλες.

Thursday, December 04, 2008

Thursday, November 27, 2008

Τροχοδρόμοι



Κάποτε έβλεπες τροχονόμους στο δρόμο.
Σήμερα αποτελούν είδος προς εξαφάνιση.
Εξυπηρετούν μόνο έκτακτα περιστατικά, πορείες, ατυχήματα, μπλόκα, διελεύσεις ξένων αποστολών και επισήμων.
Άντε και κάνα δύο στο Σύνταγμα πρωί πρωί, για να δηλώσουν μια κάποια παρουσία. Φυσικά έξω από το πάρκινγκ της Βουλής, εφημερία, σε είσοδο και έξοδο.
Στην παραλιακή για παράδειγμα, η τοποθέτηση μιας μικρής ομάδας να ρυθμίζει τα φανάρια μετά το παλιό αεροδρόμιο, ώστε η διαδρομή να μη γίνεται σε δύο ακατέβατες ώρες όταν βρέχει, θα ήταν υποθέτω αυθαίρετα, υπερβολή και πολυτέλεια.
Άλλωστε έβρεχε πολύ την περασμένη βδομάδα, που να τους τρέχεις τώρα.

Sunday, November 02, 2008

Σκόρπιες σκέψεις μπρος σ' ένα λευκό φόρεμα


Απεργία του μετρό.
Παλλάς.
Πλήθη για ένα καφέ ή ένα prosecco έξω από τα αστικά μαγαζιά του πεζόδρομου της Βουκουρεστίου, περιμένουν να επιβιβαστούν στη Μήδεια-2.
Ετερόκλητο κοινό που δεν επιτρέπει εξαγωγή ειδικών συμπερασμάτων, είναι όλοι εδώ για να δουν το έργο του τελετάρχη.
Ανασυστήνουν ίσως τη στιγμιαία εθνικά υπερήφανη συλλογική μνήμη πάνω από το φλιτζάνι τους.
Δεν ξέρω γιατί η τελειότητα των κινήσεων, η ευκολία της δημιουργίας ενός μεγάλου εικαστικού κάδρου, το απλόχερο ταλέντο της κορυφαίας χορεύτριας, το πλήθος των συμβολισμών της γυναίκας ως σφίγγα, θεά Κάλι, αναδυόμενη Αφροδίτη και μαινάδα δεν με αγγίζει τόσο πια.
Γιατί ενώ θαυμάζω την προσωπική κατάθεση της Μήδειας, μίγμα τέχνης, τεχνικής ακριβείας και σωματικής υπέρβασης με το μπανταρισμένο πόδι ή τις ιδέες του χορογράφου, την όλη ιδεολογία της οπτικής του πάνω στο χοροθέατρο, κάτι με κρατάει πίσω τώρα. Κάτι δεν μου ταιριάζει και δεν είναι η ανασύσταση του μύθου.
Ίσως είναι οι διπλανοί μου που επεξεργάζονται την ιστορία της τραγωδίας πριν αρχίσει η παράσταση, δηλαδή οι πιο πολλοί ακούν την μία και μόνη που την γνωρίζει. Ίσως η παρέα των αμέτρητων γηραιών κυρίων που έφτασε στο παραπέντε με προορισμό τις πρώτες σειρές. Ίσως το ζευγάρι που είχε πληρώσει εκατόν εξήντα ευρώ για να χαμουρευτεί μπροστά μου.
Καμιά φορά οι καλλιτέχνες ανήκουν κάπου και όσο και αν οι ανάγκες τους ωθούν να φεύγουν από εκεί που ταιριάζουν, είναι προφανές ότι δεν χωρούν πουθενά αλλού.

Friday, October 03, 2008

Άντε γεια


Photo Henri Cartier-Bresson

Δεν είχα δει την εκπομπή των Πρωταγωνιστών που αφορούσε το Δρομοκαίτειο Ίδρυμα όταν πρωτοπαίχτηκε, δηλαδή το χειμώνα. Την είδα ένα κάποιο τυχαίο προηγούμενο Σαββατοκύριακο σε επανάληψη και κάτω από ακατάλληλες συνθήκες, θαυμάσιο καλοκαιρινό σκηνικό περιβάλλον, εντελώς χάλια ψυχολογική διάθεση και εκατομμύρια σενάρια να κεντούν το μυαλό μου.
Έχασα το πρώτο κομμάτι και τους ασθενείς που μίλησαν σ’ αυτό και είδα το δεύτερο μισό. Όσο προχωρούσε η εκπομπή συνειδητοποιούσα κάτι που σκέφτομαι χρόνια, ότι η νοητή γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους ψυχικά ασθενείς δεν είναι τόσο ευδιάκριτη και χωρίς αμφιβολία δεν θέλει και πολύ να την περάσεις. Μια κακή περίοδος στη ζωή από αυτές που μοιραία συμβαίνουν σε όλους και σαν ένα κλικ έχεις βρεθεί να μην ξεχωρίζεις αυτά που προηγουμένως ήταν αυτονόητα. Τόσο λυπηρό και ανθρώπινο. Οι τραγικές τους φιγούρες, όλες προερχόμενες από σκληρές ζωές, συχνά χωρίς περίσσεμα αγάπης, περιφέρονταν σαν σκιές, σαν ζωντανά φαντάσματα στους κήπους και τα δωμάτια του ιδρύματος. Κάποιοι τυπικά θα μπορούσαν να βγουν, αλλά δεν ήξεραν που να πάνε, έξω δεν τους περίμενε κανείς. Τα βλέμματα βαθιά γεμάτα απόγνωση και απορία. Οι δημοσιογράφοι (τους είδα κάπως μεταφυσικά σαν ομάδα) περνούσαν, στέκονταν, σαν να περνούσαν, σαν να στέκονταν, σαν να βιάζονταν. Σαν να βιάζονταν να φύγουν. Σαν να πέρασε από τη σκέψη τους ότι είναι κολλητικό, είναι κολλητική η δυστυχία, σας συμπαθούμε, μας ενδιαφέρει, αλλά πρέπει να φύγουμε. Όταν φύγουμε, θα είναι απότομα και η πόρτα θα κλείσει πίσω μας ερμητικά. Μην σας νοιάζει, θα την κλείσουμε καλά και θα βεβαιωθούμε ότι όλοι εσείς θα μείνετε μέσα και όλοι εμείς θα βγούμε έξω. Έτσι επιλέξατε, έτσι μας έτυχε. Άντε γεια.

Tuesday, September 30, 2008

Mighty Aphrodite


Chelsea Hotel
Μία πράξη ανιδιοτέλειας. Μία πράξη προσφοράς. Εμμονή. Ζω σε ένα κόσμο που παύει να είναι ερωτικός και οι βρώμικες σκέψεις δεν σου ξεπλένουν πια το μυαλό.
Το να φαντασιώνεσαι τον απέναντι σου, αρχίζει να σβήνεται σαν προοπτική. Τα τυχαία αγγίγματα δύσκολα ανασυστήνουν μνήμες ή καταχωνιασμένες αισθήσεις. Η σύνδεση ανάμεσα στο περιβάλλον και το όνειρο έσπασε προ πολλού.
‘Giving me head on the unmade bead’. Τι πιο απλό θα μπορούσε να περιγράψει μια ερωτική σκηνή. Με επτά λέξεις έχεις ένα ποίημα και έτοιμη μια σεκάνς. Ένα δωμάτιο στο Chelsea Hotel. Ένα μεγάλο ξέστρωτο κρεβάτι. Επάνω τον ποιητή και ανάμεσα στα πόδια του τη μούσα του. Θα την προτιμούσα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι. Βιαστικά ή γρήγορα δεν έχει σημασία, σίγουρα όμως υπό αναχώρηση. Αυτός ο στίχος μου έχει καρφωθεί στο μυαλό απ’ όταν τον άκουσα πρώτη φορά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο ή απλά γιατί είναι μεγάλη ποίηση.
Αντισυμβατική, μοντέρνα περιεκτική ποίηση.

Αντί ιστορίας.
Όλα σχετίζονται με την πρώτη φορά ή όχι; Οι άνθρωποι όμως φτιάχνουν την πρώτη τους φορά, ανάλογα με το ποιοι είναι και πως εκείνη τη στιγμή τοποθετούνται στη ζωή τους. Δηλαδή αν μία γυναίκα διαλέγει να μη βλέπει το πρόσωπο του άνδρα την πρώτη φορά, τι είδους άνθρωπος θα μπορούσε να είναι; Όταν στήνεται πλάτη στα τέσσερα από μόνη της, τι θα μπορούσε να παριστάνει; Γιατί η στάση να αποτελεί το συνδετικό κρίκο με τη φύση και την αναγκαία σύνδεση με το φθαρτό, το υλικό, το πρωταρχικό, το ένστικτο; Αν είναι μια γυναίκα δύσκολη και ευαίσθητη, γιατί η σημειολογία του έρωτα της να μην είναι κεριά και λουλούδια, αλλά έντονη επιθυμία, που δεν έχει να κάνει τόσο με τα πρόσωπα, όσο με τα σώματα. Αν αυτή ήταν μια φυσική επιλογή που έγινε ασυνείδητα και δεν την απασχολούσε ποτέ όταν ήταν πολύ νέα, μήπως θα μπορούσε να αποδοθεί καθαρά σε ένστικτο και όχι σε λόγους που χρήζουν ιδιαίτερης ανάλυσης;
Ο έρωτας είναι αυθύπαρκτος, πρωτογενής και υπεράνω προσώπων. Ο μεγάλος έρωτας είναι θέμα προσώπων. Πέρα από πρακτικά βολικά θέματα ανατομικής φύσεως που είναι πολύ σημαντικά για τους ερωτικούς ανθρώπους, αλλά δεν έχουν τρέχουσα σημασία, η θέση αυτή προσφέρει μαζί με την ευχαρίστηση, μια ενδιαφέρουσα αποστασιοποίηση η οποία βέβαια είναι δίκοπο μαχαίρι. Αν κάποιος αναζητάει να δει κάτι βαθύτερο, να διαβάσει τα μάτια του άλλου ή να τον κρατά κάπως συγκεντρωμένο στο πρόσωπο του δεν έχει τη δυνατότητα αυτή. Όμως έτσι του δίνει μια εν δυνάμει ελευθερία. Αυτό μπορεί να είναι λυτρωτικό, ακυρωτικό ή απαισιόδοξο ανάλογα με το φύλο, την χρονική στιγμή και τα ψυχολογικά έρμα των εμπλεκομένων.
Παράλληλα είναι μια διέξοδος να διαχωρίζει κάποιος σχετικά την πράξη, εκφράζοντας σωματοποιημένα τη φοβία ότι η σύγκλιση του πρωτογενούς με το πνευματικό και το συναίσθημα, μπορεί να οδηγήσει σε μια μεγαλειώδη αλλά επικίνδυνη κορύφωση. Επικίνδυνη ως εισιτήριο για την απόλυτη παράνοια του ανεξέλεγκτου έρωτα που ενέχει την πιθανότητα του κινδύνου της εγκατάλειψης.
Βέβαια όσο και να στρέψεις την πλάτη υπάρχουν συναισθήματα που δεν στην στρέφουν αυτά. Όταν ερωτευθείς και διατηρείς αυτή την τάση, μήπως τελικά αναζητάς τον άνθρωπο που θα απαιτεί να τον κοιτάς στα μάτια; Ο τρόπος που κάνουμε έρωτα, μάλλον περισσότερο από τις επιλογές μας, αποκαλύπτει τα πάντα για μας.
Μου αρέσει μια ατάκα που λέει η Mira Sorvino, στο Mighty Aphrodite του Woody Allen. Λέει ότι σε μια σκηνή μιας πορνό ταινίας που πρωταγωνιστούσε, όταν ο συμπρωταγωνιστής της την έπαιρνε από πίσω σκέφτηκε ότι η ηθοποιία είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.

Thursday, September 11, 2008

Το νυχτοκάματο του τρόμου


Τον περασμένο χειμώνα κατηφόρισα προς Ιερά Οδό να πάω στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, μετά από παρακίνηση φίλων, στους οποίους δεν μπορούσα συγκυριακά να πω όχι. Δυστυχώς για μένα, το Νιόνιο δεν τον γουστάρω ιδιαίτερα αν και του αναγνωρίζω ένα ένδοξο παρελθόν σφραγισμένο από μερικά σημαντικά τραγούδια που ερμήνευσε τότε με την πρέπουσα νεανική του φλόγα. Τα πιο πολλά τα άκουσα πολύ αργότερα λόγω του νεαρού της ηλικίας μου που ταυτιζόταν με την εποχή της μεγάλης του επιρροής. Μαρτυρίες ωριμότερων φίλων ομολογούν ότι η Συννεφούλα υπήρξε αποδεδειγμένα μεγάλο χιτ.
Αλλά δεν λέω την όλη αλήθεια, αποκρύπτω υπό την επήρεια της αντιπάθειας μου προς το ύφος του συνθέτη, ότι το Δημοσθένους λέξις είναι ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι.
Δεν τα πάω καλά με τους τεράστιους χώρους-πρώην πίστες για καλλιτέχνες της δεδομένης στιχουργικής, όχι μόνο γιατί είμαι περίεργος άνθρωπος και παρεκκλίνω στο ευ βγαίνειν υπό ανθρωπίνων συνθηκών, αλλά και γιατί σιχαίνομαι το αγελαίο μάζωμα θαυμαστών και κοινού τύπου 'είδα φως και μπήκα' ειδώλων, καθώς η εμπειρία έχει δείξει σε κάθε περίπτωση ότι η νύχτα των κέντρων καταπίνει και τις καλύτερες καλλιτεχνικές προθέσεις.
Προς τιμή του ο Θανάσης, που ενδιαιτεί τελικά με άνεση μόνο στους συναυλιακούς χώρους του καλοκαιριού, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη του σε έντυπο ότι βλέπει ακόμα εφιάλτες να προσπαθούν να τον πετύχουν με αράπικο φιστίκι στο μάτι. Μου φάνηκε πολύ αστείο σαν αυτοσαρκασμός.
Με τη σχετική πίεση του δημοσιογράφου που είχε περίεργο πως εμπεδώσει όλα τα μειονεκτήματα της παράστασης, παραδέχτηκε την λάθος επιλογή του χώρου και τους περιορισμούς της για εκείνον και τον κόσμο του. Εγώ πέραν των χωροταξικών μου κολλημάτων δεν ικανοποιήθηκα ιδιαίτερα από το αποτέλεσμα, γιατί νομίζω ότι το πρόγραμμα του έκανε κατά κάποιο τρόπο κοιλιά, ώστε να σολάρουν υπερβολικά μακρόσυρτα για άγνωστο λόγο τα κύρια όργανα. Ο ντράμερ μεγάλη μορφή, αναμφισβήτητα.
Παράλληλα διαπίστωσα τη σχετική βαρεμάρα του Νιόνιου να υπερβάλει εαυτόν, καθώς και την μόνιμη δυσκοιλιότητα μεγάλου καλλιτέχνη που εκπέμπει. Κοινώς μας έκλεισε το μάτι, παιδιά πάρτε ένα καλό δείγμα, αλλά δεν είμαι και για χόρταση. Αναμενόμενο.
Από την περιττή κατά τη γνώμη μου αυτή συνεργασία που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι προέκυψαν κάποια ενδιαφέροντα τραγούδια. Για μερίδα φίλων το μέγιστο όλων, κυρίως για την επαναστατική του ιστορία, ήταν το ομώνυμο Φορτίνο Σαμάνο, για το οποίο αν εξαιρέσω το στίχο δεν πετάω και τη σκούφια μου, αλλά δεν έχει σημασία.


Η σχετική με την ιστορία του τραγουδιού φωτογραφία του Agustin-Victor Casasola

Προχτές στη συναυλία στο Λυκαβηττό, υπήρχαν άνθρωποι που πήγαν για να ακούσουν ειδικά αυτό το τραγούδι, το οποίο δεν παίχτηκε ποτέ, αφήνοντας τους στα κρύα του λουτρού. Θεωρίες για το που οδεύουν οι τραγουδοποιοί, όταν αφήνουν απ’έξω κομμάτια όπως αυτό ή τη Θαλασσογραφία, πήραν και έδωσαν. Στο κάτω κάτω της γραφής προβολή θα έκαναν της καινούργιας τους δουλειάς, τι πιο λογικό. Έτσι θυμήθηκα για μια ακόμα φορά την σθεναρή cult εκνευριστική αντίσταση των Radiohead να μην παίζουν ποτέ το Creep στις συναυλίες τους. Αν δεν υπήρχε μια υποψία ότι οι εγχώριοι καλλιτέχνες χάνουν καμιά φορά τη μπάλα, είτε από κεκτημένη ταχύτητα, είτε από διαρκή επινοητική αδράνεια, θα έλεγα ότι η υπόθεση να το κάνουν επίτηδες είναι πολύ πιθανή.
Α και άσχετο, να μην το ξεχάσω, ρε Λαυρέντη τόσοι και τόσοι καπνίσαμε τσιγάρο ‘απ’ τα απαγορευμένα’, μη σου πω χορτολίβαδα, αλλά δεν το κάναμε παντιέρα ρόσα να μας ζαλίζει δις και τρις καθημερινά απ’ τα ραδιόφωνα του κόσμου.

Tuesday, September 02, 2008

Ώρα μηδέν



Νύχτα και οδηγώ για πρώτη φορά το δρόμο από Χανιά προς Ρέθυμνο. Χρόνια πριν με το ΚΤΕΛ είχα κάνει την ανάποδη διαδρομή μέρα, ακούγοντας καταναγκαστικά μια κασέτα του Αντύπα διαπασών, ίσα με πέντε φορές. Πωλείται όπως είναι, επιπλωμένο.
Ταξίδευα με ζέστη και σκέψεις. Αϊ σιχτίρ τη λαϊκή μου επαρχία μέσα. Αφόρητη μέρα, αφόρητη διαδρομή.
Τώρα δεν θυμόμουν το δρόμο καθόλου. Εθνική οδός με μια λωρίδα μοναχά, αφώτιστη και οι γραμμές ξεθωριασμένες. Δε βλέπω Χριστό, το τρέχω νομοταγώς από ανάγκη, στο όριο των σημάτων. Αμάξια κολλημένα από πίσω μου, γαμωσταυρίδια, φάσκελα. Θολώνουν τα μάτια ρε πούστη μου και σεις με τα κωλοντάτσουν με προσπερνάτε με χίλια και βρίζετε γιατί αργείται, γιατί στην επαρχία σας θέλετε να φτάσετε νωρίς ή καθόλου, λες και απέχετε, λες και έχει σημασία να πάτε νωρίς στα ραντεβού με την ιστορία, τη γκόμενα, το σύντεκνο.
Κάπου ανάμεσα στα μπινελίκια και στη ζαλάδα του on the road μέσα μου παλεύει η κρητική με την αρβανίτικη καταγωγή μου, δεν ξέρω γιατί, όμως με κάνουν να νιώθω ότι το σπίτι μου είναι αλλού, εκεί που επιστρέφω πάντα, εκεί που στριμωχτά και κακήν κακώς χωράνε όλοι, εκεί που οι αρχοντομαλάκες είναι πιο λίγοι.
Η οδηγική μαγκιά της τελικής ευθείας και των οριακών ταχυτήτων στις στροφές μου φέρνει αναγούλα.