Monday, September 26, 2011

H τέχνη της εξαπάτησης

‘Somewhere out there is a true and living prophet of destruction and I don’t want to confront him. I know he’s real. I have seen his work. I walked in front of those eyes once. I wont do it again.’

No country for old men
Cormac McCarthy

Εκείνη είπε:
Κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας αληθινός, ζωντανός προφήτης της καταστροφής και δεν θέλω να τον αντιμετωπίσω. Ξέρω ότι είναι υπαρκτός. Έχω δει το έργο του. Περπάτησα μπροστά σ΄αυτά τα μάτια κάποτε. Δεν θα το ξανακάνω.
Δεν θα πέσω πάνω του εν γνώσει μου, ποτέ. Αυτό μπορεί να λέγεται αυτοσυντήρηση.
Κοιτώ γύρω μου. Δυστυχία και μιζέρια. Παραφουσκωμένα εγώ περπατούν κορδωμένα μέχρι να βρεθείς στο διάβα τους και να σε συντρίψουν. Ή εγώ ή εσύ.
Αλήθεια δε λέω, η προβολή σου πάνω μου λατρευτική, δείχνεις τόσο έξυπνος, τόσο όμορφος, τόσο δίκαιος
ή για στάσου,
ή ένα τίποτα, μια απουσία ειδώλου;
Εκλιπαρείς το βλέμμα μου, σα να λες, μη μου δείχνεις τι είμαι σε παρακαλώ, δείξε κάτι άλλο, κάτι εντυπωσιακό, δε με νοιάζει τι.
Εκείνος σκέφτηκε:
Διαβάζω τις σκέψεις σου.
Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να είμαι ο προφήτης. Το κυριότερο, δεν δείχνω τον κακό μου εαυτό ξεκάθαρα ή έστω τελικά μπορώ να σε πείσω ότι έπαθες ότι σου άξιζε. Χα προφήτες, οδοστρωτήρες των εγώ, τόσο ντεμοντέ. Κακές στρατηγικές.
Μπορώ απλά να σε πείσω ότι έπαθες ότι σου άξιζε. Ναι, ναι.
Μεγάλη η τέχνη της εξαπάτησης στην εποχή μας.


Φωτογραφία Robert Doisneau

Friday, September 23, 2011

Δρόμοι

Γυρίζω το κεφάλι ψηλά.
Οκταβίου Μερλιέ λέει η πινακίδα του δρόμου.Θα μπορούσε να λέει και
Rue du Chat-qui-Pêche. Οι δρόμοι που γαμήσαμε.
Το γεωγραφικό στίγμα του έρωτα, όπως αρχικά ενέπνευσε την Tracy Emin στο αντίσκηνο της, ίσως να αποτελέσει το ατομοκεντρικό GPS της ηδονής, μιας κάποιας μνήμης.
Λ. Βουλιαγμένης χωρίς ανάσα από το καυσαέριο και το θόρυβο. Ιωνίας με το τραίνο να βαράει από τα ξημερώματα βάρδια στ’ ανήλιαγο δυάρι. Βαρβάκη στο ισόγειο, στον τρίτο, στο δρόμο με κουκούλα στ’ αμάξι. Πανεπιστημιούπολη στην νέα εστία και τι δουλειά έχω εδώ μέσα, νομίζω παραμεγάλωσα για φοιτητικούς διαδρόμους, την τελευταία φορά ήταν πάνω σε ένα ξύλινο πάγκο, η αλκοολική μου ανάσα με ενοχλούσε, επίσης ήταν μόλις είχα πάρει το μεταπτυχιακό, κάπου μακριά. Γ. Ζωγράφου και νομίζω ότι δεν αγαπιόμασταν καθόλου, αλλά τότε ποιος έδινε σημασία. Αρκεσιλάου με απορία τι πάει να γίνει, κάτι στραβό, κάτι περίεργο, κοίτα με λίγο στα μάτια και πες μου μια βεβαιότητα. Χαλκοκονδύλη χαζεύοντας ειδωλολατρικά τα έπιπλα, ημιτελείς παραστάσεις, σπουδαίες ερμηνείες που δεν φτούρισαν στο ταμείο. Ομήρου, αγάπη μου ανθίζει το ψέμα και η αλήθεια μαζί, ύστερα μπαίνει μια ηχηρή ταφόπλακα...

Κοίτα χαμηλά, κοίτα χαμηλά. Οι δρόμοι είναι μόνο γραμμές, γραμμές που σε μεταφέρουν. Παράπλευρα δε μένει κανείς. Είσαι μια κουκκίδα που αναβοσβήνει σε μια διαρκή πορεία. Αν θες να νοιώσεις ζωντανός ξύσε το χέρι σου κόντρα στο γρέζι του τοίχου, αλλά μη ξανακοιτάξεις που είσαι. Στο τέλος της διαδρομής θα μπουν όλα στη θέση τους ή έτσι πίστεψε.

Φωτογραφία Robert Doisneau

Thursday, September 15, 2011

Μια παύση


Θα βάλω μια παύση στην ομορφιά. Αυτήν που ξεχειλώσαμε να υμνούμε τα καλοκαίρια, ως το ύστατο καταφύγιο της ελπίδας. Φτάνει.
Θέλω να σταθώ λίγο στις σκονισμένες γωνιές.
Στην κυρία Μουτρωμένη, με τα φαντεζί κιτς σανδάλια. Χαμογέλασε ελάχιστα σαν Μόνα Λίζα, τρεις μέρες μετά, έξι ελληνικούς μετά, στον πιο ευγενικό. Σερβίρει τη μπύρα ξαπλωτή πάνω στο δίσκο.
Στο κορίτσι με το ανάγλυφο τριαντάφυλλο στο πρόσωπο. Το βλέμμα μου στάθηκε εξεταστικά πάνω της για λίγο, μέχρι να το τραβήξω ντροπιασμένα για την κλινική μου περιέργεια. Πως τόλμησα να παραστήσω τον καθρέφτη;
Στον ακρωτηριασμένο νησιώτη που έχανε σταδιακά τα μέλη του. Έπινε κάθε μέρα τον καφέ του καπνίζοντας στον κήπο του καφενείου. Το τσιγάρο το κρατούσε με τα υπόλοιπα δάκτυλα, αυτά που είχαν μείνει. Πείραζε τα κορίτσια ευγενικά κι ας ήταν σκοτεινιασμένος.
Στον τυφλό με τη συνοδό του. Μάνα, θεία, ποιος ξέρει. Σε ένα λιμάνι που ο όχλος σε ποδοπατά, προχωρούν σιγά σιγά προς τον καταπέλτη, ίσως σπρωχτά.
Στον ψαρά που φορά σανδάλια, έχει μαύρα νύχια και παραγγέλνει λίγο αέρα, μια παγωμένη μπύρα και ένα ''παντικιούρ'' για το βράδυ. Θα έρθει να τον βρει η δικιά του.
Στις Γερμανίδες περιηγήτριες, ασουλούπωτες εντελώς, περπατάνε με μπαστούνια το νησί από τη μία άκρη στην άλλη. Απόγευμα μαζεύονται και συζητάνε, τα πρωινά τιτιβίζουν. Είναι τόσο περίεργο να τις βλέπεις σαν μια ενιαία ενότητα. Η μονάδα χάνεται στην ομάδα.
Στον ταξιτζή με τη Μερσεντές. Σαν να έχει ξεμείνει από άλλη δεκαετία. Φοράει μπλούζα μακό με κομμένα μανίκια, βερμούδα, έχει τα λίγο αραιά πια μαλλιά του ανασηκωμένα και μυρίζει ανεπαίσθητα η μασχάλη του. Έρχεται πάντα στην ώρα του και δε μιλά ποτέ. Σφίγγα.  Τη μέρα που κάνει μπάνιο μυρίζει σαπούνι.
Στην τουαλέτα του σπιτιού της γιαγιάς, απέναντι από το ατμοσφαιρικό μπαρ. Πόρτα μισή-μισή, το πάνω μέρος ανοικτό και από το άνοιγμα μας παρατηρεί να πίνουμε. Είναι καθισμένη στη λεκάνη της. Δεν τρέχει τίποτα.
Στον οδηγό που περνά από την Τρούμπα. Τα ταξί έχουν απεργία. Η κοπέλα είναι φορτωμένη και πηγαίνει στο λιμάνι αξημέρωτα. Φοράει μίνι φούστα. Σταματά κοντά της για λίγο. Γύρευε που ήταν, γύρευε τι καύλα τον βαράει, ίσως να επιστρέφει από αποτυχημένη μπουρδελότσαρκα. Η κοπέλα φοβάται και επιταχύνει. Εκείνος ότι και να σκέφτηκε, ξαναπατάει το γκάζι και χάνεται στο σκοτάδι.

Φωτογραφία Sally Mann

Saturday, September 10, 2011

Φεγγαροκρουσμένος

Είδαμε το ψηλό αγόρι με τα μακριά σγουρά μαλλιά να γδύνεται και να βουτά στα κύματα της λευκής άμμου.
Ήταν μόνο και έπινε μόνο, Μαλαματίνα, Άμστελ, νερό.
Την πρώτη μέρα περπατήσαμε προς το λιμάνι, μέσα στα δέντρα, βαριά νύχτα, με τους φακούς, στ' απόλυτο σκοτάδι. Τη δεύτερη μέρα, με το αμάξι πια, την ίδια ώρα, σταματήσαμε να τον πάρουμε ώτο-στοπ, όταν η σκιά του πετάχτηκε από το πουθενά. Κανένας φόβος.
Μας είπε ότι κατέβαινε και εκείνος το μονοπάτι. Δεν είχε φεγγάρι. Δεν είχε νόημα το μονοπάτι χωρίς φεγγάρι. Στο φως του, κανονικά, ξεχωρίζει το σχήμα της κάθε πέτρας του πλακόστρωτου.
Ύστερα μας μίλησε για την παραλία που τον είδαμε. Πάντα περνάει τις πρώτες μέρες εκεί, μέσα στον υπνόσακο, κάτω απ' τ' άστρα. Καμιά φορά μπουκάρει στις άδειες σκηνές των παραθεριστών που έχουν σπίτια στη χώρα και για το κέφι τους στήνουν και μια σκηνή. Όταν φυσάει βοριάς όμως δεν έχει νόημα η σκηνή. Γέρνει πάνω στην υγρή γη ν' ακούσει τον παφλασμό του κύματος.
Δεν ρωτήσαμε ποιος ήταν και που έμενε.


Φωτογραφία Sally Mann

Άσπρα Σεντόνια

Φέτος το καλοκαίρι, περιδιαβαίναμε, πάνω κάτω, σε συναισθήματα ξεχασμένα. Στις αισθήσεις ποτέ δεν χάσαμε τον τόνο, στο συναίσθημα ναι. Μετά το θάνατο του μεσημεριανού ύπνου, στέκω γυμνός πάνω στα άσπρα χοντρά σεντόνια. Σε χαζεύω να ιδρώνεις την άκρη του μαξιλαριού. Ιδρώτας με ιώδιο. Αργά τα βράδυ πάλι, σε είχα ανάστροφα κρατήσει ακίνητη, πάνω στον χτύπο του ρολογιού. Θα το τσακίσω αυτό το υπέρμετρο εγώ, το λοξό ειρωνικό γέλιο. Θα παίξω κάθε μου χαρτί, κόντρα στην κάθε νεύρωση, που μου ξεθάβεις. Χωρίς έλεος. Έτσι ρε. Κι αν κόψει κανείς από τους δυο μας το νήμα του τερματισμού, εμένα γράψε μου.

Wednesday, September 07, 2011

Ησυχία βρίσκεις μόνο στον τάφο

Φορτωμένοι με σακίδια κατηφορίζουμε προς την επόμενη παράλια. Έχει ήδη σουρουπώσει και έχουμε ήδη περπατήσει το μισό νησί. Ευτυχώς με βαρβάτα αθλητικά παπούτσια. Στον ήρεμο κόλπο, δυο τρία ιστιοπλοϊκά αρόδο. Γδυνόμαστε και πέφτουμε κάθιδροι στα δροσερά νερά. Μαγεία.
Και τότε αρχίζει.
Από μακριά τα μυωπικά μου μάτια δε με βοηθούν να καταλάβω αν είναι κάποιος νέος ή μεσήλικας. Αργότερα θα διαπιστώσω ότι μπορεί να είναι βαριά, βαριά τριάντα. Μιλάει δυνατά και ακατάπαυστα στο κινητό του. Μαζί έχει μια κοπέλα βουβή, που στο τέλος της συνδιάλεξης θα του πει δυο λόγια χαμηλόφωνα.Φοράνε και οι δύο τζην παντελόνια έξω από τα μαγιό τους.
-Και του εξήγησα ότι πνίγομαι. Προσπαθώ να τα προλάβω όλα και αυτό είναι σχεδόν αδύνατο.
-Ναι, ναι δεν διαφωνώ, αλλά που να βρεθεί χρόνος.  Τρέχω και δεν φτάνω. Όλα περνάνε από πάνω μου.
-......................
-Δε με καταλαβαίνει κανείς, μιλάμε για το θέατρο του παραλόγου. Είναι ανθρωπίνως αδύνατον να έχεις τόσες έννοιες.......
Το ύφος και ο τόνος της φωνής έχει γίνει έντονο, σχεδόν υστερικό, βηματίζει πάνω κάτω στην άμμο, κουνάει τα χέρια του. Αφού περιγράψει το νευρωτικό τζακ ποτ που ζει, αδίκως πάντα, πέραν των άριστων χειρισμών του, της άκρα φιλοσοφημένης στάσης ζωής του,  επιτέλους το κλείνει.
Μετά το σοκ της αρχικής ενόχλησης, διότι κακά τα ψέμματα, μας χάλασε την ησυχία μας, γελάμε ακατάπαυστα, προκλητικά. Αν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος θα καταλάβαινε σίγουρα ότι γελάμε με την πάρτη του.
Είμαστε οι μόνοι στην παραλία και είμαστε στην άγονη γραμμή ένα σούρουπο του Ιούλη. Είμαστε τουρίστες και το ίδιο και αυτός. Τουρίστες της άγονης γραμμής στην ερημική παραλία. Μόνο που εμείς είμαστε γυμνοί. Γυμνοί από όλα.
Το επόμενο πρωινό βγαίνοντας από τον φούρνο του χωριού τον βλέπω φάτσα κάρτα. Μιλάει στο κινητό.
-........που να βρεις λίγη ησυχία μου λες; Γίνεται;
Έπινα νερό. Πνίγομαι με τη γουλιά μου.

  Έργο του Joyce Hesselberth

Thursday, September 01, 2011

Όταν γυρίσαμε στην πόλη


Γυρίζοντας δεν είμαστε μόνοι. Αυτή η πόλη δεν αδειάζει ποτέ.Φέραμε στις αποσκευές μας λίγη ελπίδα για το αύριο, μια χούφτα άμμο από τις θάλασσες και αυστηρές υποσχέσεις προσήλωσης στο στόχο μας.
Συνήθως παρατηρώ τους ανθρώπους μα σήμερα, όχι από πρόθεση, τυχαία, δεν μπόρεσα να μη σταθώ στις σφιγμένες εκφράσεις
στα στραβωμένα στόματα όσων δε βρήκαν καλοκαίρι.
Αποστρέφω το βλέμμα, θυμάμαι όσους με αγένεια μας έσπρωξαν στην άκρη του χωματόδρομου με τα πολυτελή τους τζιπ ή δε μας χαμογέλασαν ποτέ.
Σε αυτούς που βιάζονταν να φτάσουν. Να προσπεράσουν.
Εκεί, το σκηνικό των διακοπών γεμάτο ηθοποιούς, κομπάρσους, νούμερα.
Εδώ, τα καμαρίνια κλειστά, το έργο σχόλασε, ή μεταφέρθηκε, για λίγο.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη.


Φωτογραφία Sally Mann
(από το Πριν 28/8/2011)

Thursday, August 18, 2011

Λιψός

Πεζοπορούσαμε τους λόφους, μονοπάτια σκαμμένα άκρια στα γκρεμνά, από κάτω μόνο λευκή πέτρα, κατσίκια και το Αιγαίο. Η ομορφιά και η μυρωδιά της ρίγανης σε αφήνει ξέπνοο. Μην ανασαίνεις, εδώ γεννιόμαστε ξανά, άπλυτοι απ' την αρμύρα, ξεπλυμένοι από τις ιστορίες κι' απ' τους κανόνες. Σάμπως τους τήρησα ποτέ;
Στην άκρη της παλιάς χωματερής, μετά το μοναστήρι των πέντε μαρτύρων, άπλωσα τα δάκτυλα μου στο γυμνό σου πόδι, τάχα μου να διώξω τ' αραχνάκι. Υπομονή, στο τέρμα της κατηφόρας θα λούσω τα μαλλιά σου δίπλα στη χορταριασμένη πέτρα της πηγής, γνωρίζοντας ότι νεράιδες σου παίρνουν την λαλιά, κόντρα στο θρύλο, ντάλα καταμεσήμερο.


Φωτογραφία Sally Mann. Στην ανηφόρα θυμήθηκα ότι μπορεί να νικήσουμε κάποτε.



Wednesday, August 17, 2011

Μελόι

Την έβλεπε ανάμεσα από τα καλάμια, πότε χωρίς ρούχα, πότε τυλιγμένη στην νωπή πετσέτα.
Τραπέζι με πλαστικό εμπριμέ τραπεζομάντιλο, βασιλικός στη γλάστρα, οι ψάθες στοιχισμένες σε ένα τεράστιο χαλί. Άκουγε ''Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι''. Τόσο προφανές. Έλεγε στο τηλέφωνο ότι περνάει υπέροχα. Ήταν μόνος.
Εκείνη άκουγε τη βαριά του ανάσα τα βράδια σαν παρέα στο σκοτάδι. Όταν ξάπλωνε ξέντυτη πάνω στο φουσκωτό της στρώμα, κατάχαμα σχεδόν, μέσα στη σκόνη, άκουγε τη βαριά του ανάσα. Συντροφιά στο απαλό κορμί που έκαιγε στο αχνό φως του φακού και μερικές φορές παλλόταν σιωπηλά χωρίς παρέα.
Μπορεί και να την φανταζόταν γυμνή μέσα στη σκηνή της, όταν άφηνε το χέρι του να χαϊδέψει τυχαία το βασιλικό.

Φωτογραφία Jan Saudek, The Morning, 1990.

Βράχος

Μας φαντάζομαι γυμνούς πάνω στα βότσαλα
Ο ήλιος ξεκαθαρίζει κάθε δεύτερη σκέψη,
σε αφήνει στεγνό από διλήμματα,
γεμίζει προθέσεις το αφυδατωμένο ζεστό σώμα
Χαζεύω το άσπρο μαγιό στο μαυρισμένο δέρμα σου
Θυμάμαι τα δακρυσμένα μάτια
Πικρή μου σκέψη δεν έχεις θέση εδώ
Είπες πως μέρες τώρα στέγνωσαν οι νύχτες σου από όνειρα
Ήθελα να σταματήσω με τα χείλια μου το δάκρυ
Αχρείαστο
Μπορείς αν έχεις τη δύναμη να με χαστουκίσεις
Θα το αντέξω
Ύστερα ίσως να γαμηθούμε άγρια κάτω απ' το βράχο που σου έδειξα


Φωτογραφία Sally Mann
Περπατώντας στα βότσαλα της Πάτμου, θα ορκιζόμουν ότι ακουγόταν από μακριά I put a spell on you