Tuesday, January 11, 2011

Θυμάμαι


Κορίτσι

Είναι μικρή, τόσο μικρή που δεν τολμώ να γράψω πόσο. Οι λέξεις σταματούν, μου δείχνονται σκληρές και αυτολογοκρίνονται.
Ένα κορίτσι σα μικρή γυναίκα, ανθισμένο στραβά, ένα τυχαίο καλοκαίρι, σε ένα χωριό, ακριβώς πάνω στη θάλασσα.
Ένα κορμί βουτάει από την πλώρη καϊκιών, ψαρεύει με καλάμι, κρατάει την ανάσα μέχρι να μπλεδιάσει κάτω από το νερό, γδέρνει τα παπαριασμένα δάκτυλα στα βράχια, τρώει ωμές τις πεταλίδες και κυλάει πάνω σε ποδήλατο. Κυλάει και κοιτάει τον κόσμο της, σαν εικαστικό κάδρο που το ορίζει σκίζοντας το με τη μανία ψαλιδιού που κόβει καραβόπανα.
Το στήθος σφίγγει σε κολλητά φανελάκια ή μπλούζες ατίραντες, χωρίς καταπιεστικά σουτιέν (που δεν κολλάνε στο κείμενο σα λέξη, αλλά οι στηθόδεσμοι είναι τόσο παλιομοδίτικοι, τόσο ρετρό, που δε τους θέλω εδώ), τα πόδια αερίζονται μέσα σε φούστες και σανδάλια από το Μοναστηράκι. Τα χέρια πνιγμένα στα πετσιά, τα χάλκινα βραχιόλια και τα φουλάρια της δεμένα όπως όπως, λες και είχε σημασία να αποπνεύσει μια αίσθηση θαλασσινής ροκιάς.
Χαλί στο πλάνο των διακοπών από τη μία η μελωδία που την κοιμίζει, από την άλλη τα λαϊκά σκυλάδικα που νοτίζουν τις νύχτες αργά, πάνω απ’ τις παγωμένες μπύρες της μικρής επαρχίας. Στρατοί από μπουκάλια.
Και ποια θυσία έχει κάνει, αυτή, για σένα, σώσε με, μυστικέ μου έρωτα.

Σινεμά

Ημίφως και μια αδιόρατη μυρωδιά καλοκαιριάτικης κλεισούρας. Ο ουρανός ανοιγμένος με μια συρόμενη μεταλλική κατασκευή που τρίζει αλάδωτη και πάνω άστρα. Ένα κορίτσι χαζεύει τ’ άστρα. Πριν ν’ αρχίσει η ταινία. Κάποια ταινία. Δεν έχει σημασία. Μόνο του. Μόνο σε μια ολόκληρη σειρά, μέσα στο σκοτάδι.
Για πρώτη βραδιά, μέσα στην ξερή ζέστη, νιώθει ένα πόδι από το πίσω κάθισμα, πόδι αντρικό που της χαϊδεύει τη γάμπα. Για όσο διαρκεί το έργο. Τρυφερά και σκληρά, όπως τραυματίζει η επαφή παπουτσιού με μαλακωμένο από τη θάλασσα δέρμα.
Τίτλοι τέλους. Δεν τολμά ούτε να στρέψει το κεφάλι να δει. Ντρέπεται την ταχυκαρδία της, το βρεγμένο εσώρουχο που κολλά πάνω της, την αδρεναλίνη που βαράει κατευθείαν στο διάφραγμα.
Χαϊδεύεται μόνη, στο δωμάτιο της. Καινούργιο παιχνίδι στα λερωμένα χέρια της, κάθε βράδυ, γεμάτο ενοχές, χωρίς απορίες.

Σκοτάδι

Πίσσα σκοτάδι στην πίσω αυλή μιας νοικιασμένης μονοκατοικίας. Κόντρα στον τοίχο, κάποιο άλλο βράδυ, στέκει.Τρίβει την πλάτη της στην αδρή επιφάνεια του πεταχτού. Απέναντι στο αγόρι, που είναι άντρας, που δουλεύει μεροκάματο στα ναυπηγεία, που τα χέρια του είναι σκληρά με κάλους, ασυνήθιστα σκληρά και μυρίζουν μοσχοσάπουνο.
Δεν ξέρει τι να κάνει, στέκει κοιτώντας τα σανδάλια της. Σα να τα κοιτάει. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να πει, ποιες είναι οι πρέπουσες απαγορεύσεις, πως μπαίνουν τα όρια.
Ούτε κίνδυνος, ούτε φόβος, ούτε τίποτα. Αγωνία και κλεφτές ματιές στο ρολόι, είναι αργά, αν την περιμένει η μάνα της, ίσως.
Εκείνος κάτι μουρμουρίζει, σπάει το κλαδί που τους χωρίζει, την κολλάει στον τοίχο.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
(Λες και ήταν πουτάνα)

Και δεν τη φιλάει στο στόμα, της φιλάει το λαιμό, της γλείφει την κλείδα, της ανακατεύει τα μαλλιά, καταπίνει τους λοβούς, της χαϊδεύει το στήθος, περνάει το πόδι του ανάμεσα στα δικά της.
Δεν την φιλάει στο στόμα, όλο μουρμουράει και βαριανασαίνει πάνω σε μια στύση απόλυτα σκληρή κι’ ειλικρινή.

Ανακολουθία

Πάσχα και προσπαθεί να αποφύγει τα πολυσύχναστα στενά, τα μέρη που θα μπορούσε να τη δει. Ντρέπεται που δεν θέλει να μιλήσουν, αν και ποτέ δεν είπαν απολύτως τίποτα. Ένα περίεργο μονάχα τηλεφώνημα στα ναυπηγεία που ποιος ξέρει τι αναστάτωση να του’φερε, ποιος θα μάθει ποτέ. Ύστερα θυμόταν τη μυρωδιά του, που έκανε ώρες να φύγει από πάνω της και τα φιλιά και το κλαρί που έσπασε.
Εκείνο το απόγευμα θα την κυνηγήσει, μέχρι να τη στριμώξει σε ένα αδιέξοδο.
Αμηχανία.
Σιωπή.
Κοιτάει το χώμα.
Σκέφτεται, είμαι μικρή για τέτοια.
Με ξέχασες.
Με βαρέθηκες;

Πες το μου. Κοίτα με στα μάτια και πες το μου.
N’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Με ξέχασες;


υ.γ.
Και μετά;
Τι να γράψει κανείς τώρα; Μπορείτε ακόμα να γράψετε κάτι;
Γράφουμε με την επιθυμία μας, και δεν θα σταματήσω ποτέ να επιθυμώ.
Roland Barthes


η φωτογραφία του Jan Saudek: Agnes

Sunday, January 09, 2011

Θα ξεχαστώ, ναι


Είπες, στις άδειες κόγχες της ημέρας
Να σταθώ
Ακίνητα, αναίτια και άβουλα
Σε τοίχους με ψεγάδια και ρωγμές
Ν’ αντέξω να τριφτώ
Ως το τέλος
Είπες, εκείνα τα σημάδια θα σβηστούν
Σε χρόνια δύο
Το πολύ
Κι΄ ακόμα αντέχουν
Είπες, πως δεν θα τα ξεχάσω όλα αυτά
Που μου θυμίζουν
Όμως θα ξεχαστώ
Κι’ αυτό είναι νόμος
Είπα, να έρθω εκεί
Τη μούρη μου στο τζάμι να κολλήσω
Να δω αν ζεις
Ή αν το κάρβουνο σε έσβησε
Απ’ το χάρτη του μαυροπίνακα μου

Tuesday, December 28, 2010

Βαθιά ζωώδης στιγμή


Η περασμένη χρονιά κόντεψε να τελειώσει με πίκρα, όχι ότι άρχισε καλύτερα. Δεν ήταν όμως τελικά έτσι, μια και τελείωσα, χύνοντας.
Ικανοποίηση και ευφορία. Ακούγεται ίσως κυνικό, μπορεί ακόμα και ρομαντικό για κάποιους, αλλά είναι η αλήθεια και σκέφτεσαι τι πιο λογικό απ’ το να αλλάξεις χρονιά πάνω σε ένα οργασμό. Ακριβώς επάνω.
Νομίζω ότι θα προτιμούσα φέτος να αλλάξω χρονιά πίνοντας. Ίσως μου πάει πιο πολύ στην ψυχοσύνθεση μου, ίσως είναι η διάθεση μου τέτοια. Μ’ αρέσει να γελάω ασταμάτητα μέσα σε αχνούς από αλκοόλ και να μπλέκω τα λόγια μου. Από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τα κατά δήλωση συναισθήματα να τυλίγουν απρεπώς ζωώδη γαμήσια, επιλέγω μεθύσια και γαμήσια σκέτα. Άνευ χαρτοφυλακίου.

Η φωτογραφία από την ταινία του Οικονομίδη

Sunday, December 19, 2010

Alice's Adventures in Wonderland


"Μα δε θέλω να μπλέξω με τρελούς" παρατήρησε η Αλίκη.

"Α, αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις!" είπε η Γάτα.

"Οι πάντες είμαστε τρελοί εδώ".

Lewis Carroll
(εκδόσεις Πατάκη)

Tuesday, December 07, 2010

Τρόμος και ρομάντζο


Σφήνα

Η περίοδος είναι θολή. Ζέστη. Μια διαρκής αναμονή πριν να ξεσπάσει η θύελλα. Τίποτα αυτοτελές, μάλλον χλωμό στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει.
Δεν υπάρχει ορατότητα και η ομίχλη που έρχεται, προφανέστατα από τη θάλασσα, καταπίνει τα πάντα, αδιάκριτα.
Νομίζω είναι καλύτερα να μη σε κοιτάω κατάφατσα, δεν έχει σημασία το πρόσωπο σου, ίσως δεν έχεις πρόσωπο πριν το χρόνο, μονάχα μια αδιόρατη παρουσία.
Στη μίμηση μιας ρομαντική ιστορίας, τείνω το χέρι, χωρίς καμία σιγουριά, ανόρεκτα, αλλά σ’ αγγίζω. Βλέπω στον καθρέφτη μου πως είναι η αναπαράσταση ενός μικρού έρωτα. Ενός ανύπαρκτου έρωτα που θα τον καταπιεί η ομίχλη.



Χρόνος

Τικ, τακ, τικ, τακ. Περνάνε οι μέρες, οι μήνες, ο χρόνος. Δεν θα ζήσουμε αιώνια, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να ζήσουμε πολύ. Μείναμε κολλημένοι εκεί, πάνω σε ένα θλιβερό κρεβάτι, ή ίσως σε ένα λιγότερο θλιβερό, με ωραία εσώρουχα, σεντόνια να μας τυλίγουν σαν σάβανα και το άρωμα σου να αχνίζει πάνω από το σώμα. Προσπαθώ να θυμηθώ μια εικόνα ξεκάθαρη, την κίνηση ενός ποδιού, τα χέρια σου να ακουμπάνε κάπου. Δεν θυμάμαι τίποτα όμως, μόνο την υγρή ζέστη.



Αποτύπωμα

Κοιτάω τα μέλη μου, ανέπαφα. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω ακόμα. Μάλλον την έβγαλα. Κανένα αποτύπωμα. Ανάμεσα στα όνειρα μου, σε αλκοόλ και υπνωτικά χάπια, νομίζω ένα βράδυ με πήρες τηλέφωνο, η φωνή σου κόμπιαζε. Έτσι σκατά μπερδεμένα που μου μιλάς, στοιχηματίζω πια ότι καταλαβαίνω τα μισά. Θα ορκιζόμουν μεσ’ τη ζαλάδα, σα να μου είπες ότι σου έλειψα, απλά δεν καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που μπορεί να λείπει σε κάτι έντρομα ημιτελές. Ύστερα είπα να το αποδώσω σε κύκλους που κλείνουν και σε μικρές πορείες προς τα εμπρός, κάτι εμπρός που θυμίζουν πίσω, πίσω από την πλάτη και πισωκολλητά.


Οι πίνακες και ο τίτλος από την τελευταία έκθεση του Στέφανου Ρόκου στη Γκαλερί Αγκάθι, αλλά και παλιότερη δουλειά του.

Sunday, November 28, 2010

Επιτύμβιο


The Tenderness, 2000, Sára Saudková



Κάθε φιλί
αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο
να'ναι το τελευταίο.

Επιτύμβιο
Κική Δημουλά

video Reflections of a Skyline
από το έργο Crave
της Sarah Kane

Tuesday, November 23, 2010

Καμιά φορά


Καμιά φορά όταν κοιτάω βαθιά μέσα στα μάτια σου,
ορκίζομαι ότι μπορώ να δω τη ψυχή σου!

Άντε ρε μαλάκα, σιγά μη δεις και τους εφιάλτες μου.
Με ξεπλένουν ατέλειωτες βροχές των μουσώνων, ορκίζομαι, καμιά φορά...
Καμιά φορά πίνεις πολύ, κάνεις και κανένα μπάφο και βλέπεις αγάλματα να σου κλείνουν το μάτι.
Χόρεψε, χόρεψε, κόλλα τις σόλες σου σε νοθευμένα ποτά, ζάχαρη και κωλόχαρτα κομφετί, κι’ ύστερα στο χαλάκι από χόρτο, το οικολογικό, να τις σκουπίσεις καλά για να ‘ρθεις μέσα.
Μέσα μου, στο άδυτο μου, στο βρωμερό μου το κελί, στο σκοτεινό κρεββάτι μου, εκεί που θ’απιθώσεις το άσπρο σου κορμί να το γαμήσω.
Εκεί επάνω, μιλάω εγώ, βογκάω εγώ, ουρλιάζω εγώ, χτυπάω το στήθος μου σαν πίθηκος.
Ανελέητα με φόβο να μελανιάσω την ανενεργή καρδιά μου, ω, δεν έχω συναισθήματα μετά τη ρεύση, ω η μάνα μου δε μ’ αγάπησε πολύ, ω μου φταίει ο κόσμος κι’ ο ντουνιάς.

Η φωτογραφία του θεού.

Friday, November 19, 2010

Κόκκινο


Το διπλανό τραπέζι είναι κόκκινο. Οι ξύλινες καρέκλες είναι εξίσου κόκκινες.
Δυο Κινέζοι από τη μία μεριά και από την άλλη τρεις Έλληνες της εναλλακτικής σκηνής. H νεαρή Κινέζα μιλάει στο διπλανό της, κάνουν που και που παύσεις για να φάνε Μύστικ Πίτσα.
Όταν οι υπόλοιποι αρχίζουν μια εκτενή ανάλυση για το Μάο και τις τακτικές του, τους ρίχνω μια έντονη ματιά γεμάτη απορία.
Η παρέα τους με εντυπωσιάζει περισσότερο και από πορτραίτο ανάπηρου της Diane Arbus.

Monday, November 08, 2010

Red Sparowes


Ξεκινάς να πας στη συναυλία ενός συγκροτήματος που αγαπάς γιατί σου ξύνει με τον ήχο του τα σωθικά, όσο ακριβώς σου αρέσει και ανεβάζει τους παλμούς της καρδιάς σου, κάνοντας σε να νιώθεις για λίγο ίσως, ότι είσαι ένας ζωντανός άνθρωπος.
Δεν περιμένεις και πολλά από το live, δεν είσαι από αυτούς που θα παρασυρθούν εύκολα, κι’ όμως, η μουσική τους από κοντά χαράζεται στην επιφάνεια του σώματος σου. Τέσσερις κιθάρες και ένας ντράμερ σε χτυπάνε χωρίς έλεος, σε μια μελωδική παράκρουση.
Ο αέρας δονείται, το ξύλινο πάτωμα συντονίζεται, τα τύμπανα σου αγκαλιάζουν οριακά την ένταση και νιώθεις ότι έχεις γίνει ανάλαφρη σκιά που τινάζεται ανελέητα, δεξιά, αριστερά, στην οροφή και πίσω, σ’ένα ροκ παραλήρημα των καλύτερων στιγμών τους με την υπογραφή δυο εμβληματικών μουσικών του Bryant Clifford Meyer και του David Clifford.

we left the apes to rot, but find the fang grows within

Wednesday, November 03, 2010

In my end is my beginning


''And you see behind every face the mental emptiness deepen. Leaving only the growing terror of nothing to think about;
Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing
I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without love,
For love would be love of the wrong thing; there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.''


East Coker
T.S.Eliot