Monday, June 07, 2010

Ανάποδα


Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.

Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια. Βαριανασαίνω.

Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)

Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.

Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω (κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.

Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.


Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού

Tuesday, June 01, 2010

Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού



Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού ‘The Kousmichoff’, αγορασμένο σε μια στιγμιαία έκρηξη εκλεκτισμού, έξω από το Λούβρο, είχε κρύψει δέκα γραμμάρια μαύρο. Όταν έφυγε, της έμειναν από εκείνον, αυτά και ένα μπουκάλι Bailey’s καβάτζα.
Καιρό μετά, απ’ έξω το μπουκάλι σκονίστηκε, μέσα το ποτό ξίνισε, έκοψε, σε μικρές γαλατένιες ηπείρους, σε σχήματα αλλόκοτα κρούστας, σχεδόν οιωνούς, από κατασκευής πολύ γλυκό, αλλά με ημερομηνία λήξης.
Το μαύρο το κάπνισε όλο και μάλιστα σε ένα βράδυ, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μέχρι που της κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη τη νύχτα που υπολόγισε ότι δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Σκέφτοταν υψηλόφωνα. Σχεδόν σε παράνοια.
‘Τώρα που θα σβήσω το τελευταίο μου τσιγάρο θα χαθώ, θα πάψω, δεν θα υπάρξω πια. Αν ήταν να ξεχάσω για πάντα, ήθελα τα στριφτά μου από δω και πέρα βαριά, κι’αυτό το μούδιασμα να παραμείνει μόνιμο. Μόνιμο σαν αναπηρία.’
Φρούδες ελπίδες, απέλπιδες.

Monday, January 18, 2010

Καθημερινή


Καθημερινή του 1991, πίσω από τη σημερινό Τζόκερ. Στο αυτοκίνητο, με Μπιγκ Μακ, αν θυμάμαι καλά. Μπορεί και προκάτ πατάτα, μπορεί και μηλόπιτα να καίει τον ουρανίσκο, χαμένες trash γεύσεις της νεότητας, χαμένες ώρες σε ένα σερί ατέλειωτων, χιλιάδων χαμένων ωρών.
Δεν σου λέω τίποτα σπουδαίο, δεν αναλύω ταινία σήμερα ή πολιτική θέση, σήμερα είμαι χάλια. Νιώθω ότι ζω σε μια άλλη ζωή, μια εικονική πραγματικότητα και η τριλογία των Μάτριξ μπορεί και να μην έχει συλληφθεί ακόμα.
Νεότητα και μαυρίλα, μα είναι αφύσικο, μα είναι παράταιρο, μα ναι. Θα ‘λεγα, λέω, ότι αν σήμερα, αν ήταν μια φανταστική μέρα, ίσως να ευχόμουν, πόλεμο, μια αλλαγή, την ταραχή, το χάος, τίποτα να μην είναι δεδομένο.
Τότε αγαπημένη μου μορφή, ίσως να έβλεπες πως, πως μέσα στο χάος, θα ήμουν ένας γενναίος άνθρωπος. Αυτός που δεν χρειάζεται να είμαι σήμερα. Ναι, αυτός ακριβώς που πάντα επιθυμούσες να ήμουν. Αν.
Βρέχει και εγώ είμαι τόσο μαλάκας που με συγκινεί το Βροχή και σήμερα και ο Morrisey στο Rubber ring ή στο There is a light that never goes out. Γκίνια.

Sunday, January 10, 2010

Μέσα από τους τοίχους


Ο περσινός Δεκέμβρης φωτιά και καταστολή, οι πόρτες κλειστές, ρολά, αλλόκοτη ερημιά τη νύχτα. Ο φετινός, ένα κρεσέντο από πολύχρωμες ιδέες, εκθέσεις, εκδηλώσεις, λίγες και καλές μουσικές (ακόμα πιο πολλές δεν θα έβλαπταν κανένα, αν, αν ήταν εφικτές από οικονομικής άποψης).
Θα ήθελα να δω ας πούμε κάποτε γιορτές τον Eric Sumo. Έτσι μου έχει καρφωθεί σαν ιδέα. Είχαμε μιλήσει πέρσι για το αν σχεδίαζε κάτι προς τα δω, όποτε και μου είχε πει ότι ευχαρίστως θα ερχόταν αν δινόταν η ευκαιρία. Με ρώτησε αν ήξερα πως ή μπορούσα να κανονίσω κάτι, να το συζητούσαμε. Θα με πέρασε φαίνεται για μουσικό παραγωγό ή διοργανωτή συναυλιών. Γκίνια.
Θα ήθελα να δω και τους Red Hot Chily Peppers, τους S.O.A.D ή τους Sonic Youth ξανά, αλλά για τους πρώτους φοβάμαι πολύ ότι δεν θα αξιωθώ.
Τα μπαρ αποπνέουν πια αυτή την καθολικότητα της ολοήμερης κίνησης, αργόσχολοι το πρωί, καλλιτέχνες, μετά εργαζόμενοι στο κέντρο,wi-fi, εικαστικές εκθέσεις, δοκιμές κρασιών, πάρτι, φουλ free press εδώ και κει στα ράφια.
Λείπει όμως αυτό που χαρακτηρίζει τα αντίστοιχα μέρη σε άλλες χώρες, το νόημα, η διαδραστική επικοινωνία ανάμεσα στον κόσμο, η καθαρή κοινωνικοποίηση που προκύπτει σε χαλαρά μέρη που όλοι θα έπρεπε να συζητούν και να μοιράζονται τις σκέψεις τους, ενώ δεν γνωρίζονται.
Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο απομονωμένοι από ποτέ και δεν φταίει η εποχή, είναι ίσως ο τόπος που έσπειρε με μαεστρία την αμηχανία και τον εγκλεισμό στα δικά μας. Δικούς μας ανθρώπους, δικές μας ζωές, δικούς μας κλειστούς κύκλους, συνεχείς, ασυνεχείς, μα σχεδόν πάντα κλειστούς.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν μέσα σε σύννεφα συμπαγούς καπνού. Κόμπακτ ατμόσφαιρα, όχι πλάκα.
Έτσι όταν μια νύχτα πρόσφατα, από το σκοτάδι μιας συστάδας θάμνων στην παραλία πετάχτηκε ένας Ελληνοαμερικανός να με μαλώσει περιπαιχτικά που άναψα τσιγάρο στο δρόμο, φοβήθηκα. Ύστερα, σε τριάντα μέτρα δρόμο, μου είπε για την αντικαπνιστική πολιτική που έπιασε παντού, για τον ήλιο που ήρθε να μαζέψει προτού το γαϊδουροκαλόκαιρο μας εγκαταλείψει οριστικά (φρούδες ελπίδες) και οι δρόμοι μας χώρισαν ακριβώς την ώρα που έψαχνα κάπου να σβήσω το τσιγάρο μου.
Αν για κάτι ντράπηκα πολύ, μετά την εβδομάδα με τα σκουπίδια, είναι που είμαστε η μόνη χώρα που το αντικαπνιστικό μέτρο δεν έπιασε. Ε ναι, δεν λέγεται μαγκιά αυτό.
Από ένα μπαρ μηδενικής ανταλλαγής ιδεών, κάποιο μεσημέρι έφυγα για το σπίτι με τρία νέα ή ανανεωμένα δωρεάν περιοδικά.
Ενδιαφέροντα θέματα, συνεντεύξεις, εικόνες που ταλαντούχοι φωτογράφοι αποδίδουν με λιτά εκφραστικά κάδρα, τον κόσμο μιας άλλης παράλληλης πόλης, μιας άλλης παράλληλης αισθητικής. Να μην συζητήσω για τη μορφή, το ματ χαρτί και την αιχμηρή μυρωδιά τους ή την εκτύπωση. Μια ευχάριστη αίσθηση.
Μέσα στους κλειστούς τοίχους των εντύπων ίσως κάτι κινείται. Παράδοξο να κινείται όμως σήμερα, σήμερα που το διαδίκτυο φαίνεται να κερδίζει σε όλα τα επίπεδα τις εντυπώσεις. Όταν αυτό θα είναι το μέλλον, όταν θα σημάνει το τέλος του αντιοικολογικού χαρτιού ανάμεσα στα δάκτυλά μας, ίσως εδώ να έχουμε φτάσει στην απόλυτη κορύφωση. Άστοχα; Ίσως, όπως πάντα.
Ο διευθυντής έκδοσης ενός από αυτά σημειώνει κάπου: ‘Έχω διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι το να διαβάζεις περιοδικά είναι μια ντεμοντέ συνήθεια. Δεν φταίει το χαρτί για αυτό, ούτε το internet ή η κοινωνική κρίση. Φταίνε αυτοί που φτιάχνουν τα περιοδικά, αυτοί που προσπαθούν να ξεζουμίσουν εκείνο που έμαθαν κάποτε παλιά. ’
Ξαναξεφυλλίζω σελίδα, σελίδα το δικό του έντυπο και σκέφτομαι, δεν μπορεί, πως βγαίνει όλη αυτή η προσπάθεια, πως βγαίνει δωρεάν;
Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις μου φαίνεται σχεδόν αδύνατον.
Ξαναγυρίζω στην πρώτη σελίδα, το μάτι μου καρφώνεται στις λιγοστές διαφημιστικές καταχωρήσεις, τις μετράω μία προς μία, δέκα κρατικές καταχωρήσεις από τις οποίες κάποιες δισέλιδες και κάνα δύο θέατρα και εκθέσεις. Σε ένα σχεδόν άγνωστο περιοδικό, ή καλύτερα σε ένα περιοδικό με πολύ μικρή κυκλοφορία.
Παλιά κόστιζε δέκα ευρώ. Τι να σχολιάσω;
Δε με νοιάζουν τα βαρύγδουπα λογύδρια των μιντιακών προσώπων, τα λόγια που παρέθεσα.
Βαρέθηκα τους πολιτειακούς γρίφους. Ποιος είναι τι, ποιος είναι ακριβώς τι; Βαρέθηκα και να αναρωτιέμαι καχύποπτα για τα πάντα γύρω μου. Βαρέθηκα να σκοντάφτει η σκέψη μου σε ερωτηματικά μεγάλα και γερτά, να κολλάει η σόλα της σκέψης μου στη γλίτσα.
Ο Ράμφος μιλώντας σε μια εκπομπή προχτές, με την πηγαία αισιοδοξία που τον διακατέχει, δηλώνει ότι είμαστε στην ώρα μηδέν, η πρώτη ανατολική χώρα που καλείται να γίνει δυτική και εκεί αρχίζει το πρόβλημα μας, ο διχασμός και ο πόνος μας, αν κατανοήσουμε αυτό θα αρχίσει να λύνεται ο μίτος που μας πνίγει. Δεν ξέρω αν ακούγεται εύκολο.

Tuesday, December 29, 2009

Έξω στους δρόμους


Μετά από τη διαβολοβδομάδα των σκουπιδιών και τον φόβο ότι κολλημένα κάτω από τη σόλα μου, θα μπουν σπίτι μου, απρόσκλητα, λόγια αποχωρισμού σε τσαλακωμένα γράμματα, σπέρμα και αίμα πικραμένων άγνωστων ανθρώπων (το πικραμένων, φαντασιακή αδεία) ή το σάλιο που φτύσαν την εικόνα τους πρώιμα εορταστικά ένα πρωί στον καθρέφτη (είτε θετικά φτου σου αγόρι μου, είτε φτου σου ξεφτίλα), ξεραμένο πάνω σε παλιόχαρτα, αναρωτιέμαι αν αγαπώ ακόμα αυτή την πόλη.
Ή καλύτερα αν οι λόγοι που την αγαπώ παραμένουν ίδιοι, ξεφτισμένοι σίγουρα, ή αν ακόμα είμαστε και οι δυο πληγωμένοι σαν σκεφτικοί ονειροπόλοι που σκοντάφτουν στα ίδια τους τα λάθη.
Ο ένας περικλείει τον άλλον. Μέσα της με σφίγγει μέχρι πνιγμού και μένω να τριγυρίζω όσο λιγότερο μπορώ στη μέγκενη της.
Δεν έχω τίποτα πια να ζηλέψω από τα τοπία της φθοράς, που δεν είναι πια αισθαντική αλλά απέλπιδα, ή του ιλουστρασιόν που στον ήλιο αντανακλά το παράταιρο, το εμβόλιμο, το ψεύτικο.
Από την Ευριπίδου ως τη Βουκουρεστίου ένα τεράστιο σουρεαλιστικό τοπίο καθημερινών ανατροπών. Μοναδικό, δε λέω.
Χυμένα κορμιά στα πεζοδρόμια με καρφωμένες σύριγγες εκεί, μετανάστες, νταραβέρια, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα κυρίες που δοκιμάζουν μαντήλια Hermes, θα πιουν καφέ στο Zonar’s, θα στραβοπατήσουν τα ακριβά τους παπούτσια πάνω στο διπλωμένο σεντόνι του παράνομου αλλοδαπού που πουλάει φτηνά, την ίδια ακριβώς τσάντα που κρατάνε σφικτά στην αγκαλιά τους.
Αυτό θα συμβεί σε ένα πλακόστρωτο, που κόστισε πιο πολύ και από αυτό του Covent Garden, κι’ όμως κατασκευαστικά είναι χειρότερο, έξω από ένα μνημειώδους αρχιτεκτονικής κατάστημα, που τις πουλάει κανονικά.
Την τρίμετρη πόρτα του φυλάει ευλαβικά ένας κουστουμαρισμένος, ημεδαπός, άκαμπτος πορτιέρης, τσολιάς στον ναο του μονογράμματος. Τον λυπάμαι για την ανία του. Παράνοια.

Η φωτογραφία είναι από εδώ.

Monday, December 28, 2009

Στο ένα πόδι


Από το παράθυρο του γραφείου μου, βλέπω στο περβάζι ένα κουτσό περιστέρι. Έχει σπάσει το πόδι του και έτσι γυρισμένο το σέρνει, προκαλώντας μου απέραντη οδύνη,
για το αν υποφέρει ακόμα,
για το πως είναι να κουβαλάς μόνος τόσο πόνο και να επιβιώνεις, να σέρνεσαι κι’υστερα να πετάς, στον κόσμο των φτερών σου, που το κουτσό σου πόδι δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία,
εκεί ψηλά που όλα είναι όμορφα και τίποτα πια δεν μπορεί να σε βλάψει.
Λησμονώντας ότι όταν προσγειωθείς θα πρέπει να ισορροπήσεις σε μια τσακισμένη ζωή, σακάτης.
Την πρώτη μέρα ευχήθηκα να μην ξανάρθει, να το ξεχάσω.
Όμως εκείνο έρχεται επίμονα κάθε μέρα, όταν τα άλλα πουλιά το διώχνουν από κει που κουρνιάζουν.
Με αναγκάζει στην παρουσία του,
το ακούω να παλεύει να σταθεί για λίγο, αδύναμα, δύσκολα,
μου θυμίζει ότι παρότι είμαι αρτιμελής ισορροπώ
στην ζωή και ‘γω στο ένα πόδι,
σα σακάτης.

Saturday, December 26, 2009

Αστικές εικόνες


Περπατάω. Προορισμός να τσεκάρω ένα μαγαζί στα Εξάρχεια. Δεν βρέχει και γιατί όχι λοιπόν; Περπατώ. Μέχρι την Καλλιδρομίου, λίγος κόσμος, βρωμιά, παραμερίζω σκουπίδια με το παπούτσι. Απεργούν οι υπάλληλοι καθαριότητας. Χαρτιά λερωμένα, πατημένα, σκορπισμένα εδώ κι’ εκεί, χορεύουν στον άνεμο έναν απαίσιο χορό που θέλεις ν’αποφύγεις, από ένστικτο.
Κι’ ύστερα αναρωτιέμαι, εκεί στο λόφο του Στρέφη, αν, αν τα ξεχασμένα διατηρητέα και οι τοίχοι αντιστήριξής τους θ’ αντέξουν για πάντα ή κάποτε θα πέσουν, ρημαγμένα μεγαλειώδη αστικά σπίτια, αυτά και τα φαντάσματα τους, στα πόδια μας ή στο κεφάλι μας. Μπορεί κιόλας να τα στηρίζει ο βράχος και να λειώσουν εκεί, γενναία στο πέρασμα των εποχών, ως την αιωνιότητα, ώσπου τα υπουργεία πολιτισμού να έχουν βγάλει κάποιες ίσως πιο πρακτικές διατάξεις.
Ύστερα, ένα πιο ντροπαλό αεράκι και ο δρόμος μου γοργός, ΜΑΤ στο κατόπι μου, ούτε που ξέρω το γιατί, κινούνται παρατεταγμένα, εκεί κοντά που δολοφονήθηκε το παιδί, σα να ανησυχώ, ανηφορίζω, ανηφορίζω.
Έχω παραγγελιά, να πάρω πίτες στο Άριστον.
Διδότου, στρίβω προς Σκουφά, έξω από το Φίλιον στέκει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ με ένα φίλο της, περιμένει ταξί. Φοράει μια άνετη παντόφλα θαρρώ ή πέδιλο τουρίστα μέσα στο καταχείμωνο. Κοιταζόμαστε στα μάτια. Εγώ συγκινούμαι. Εγώ, σαν βλάκας την κοιτώ, ω σαν να ήταν, μετά το μονόγραμμα της στην κρατική τηλεόραση, ένα από τα τωρινά μου είδωλα. Μια ποιήτρια που έζησε τη ζωή της, σ’ άλλες εποχές, κι’ όμως έγινε ότι ήθελε, ενάντια σε πρέπει και σε αδυναμίες φυσικές, γαμώ το κέρατό μου.

ΕΞΟΔΟΣ

Στον άγλωσσο τούτο κόσμο
που ήρθα για βουβές σπουδές
είναι οι ασκήσεις μου εκκωφαντικές
ξέρω, δεν ρέει ακόμα
δεν ρέει φυσικά η σιωπή μου.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Μόναχο, Μάης 2000


Ριγώ. Εγώ σε τριάντα χρόνια από τώρα τι θα’μαι μάγκα μου, τι;

Sunday, September 20, 2009

Η λευκή κορδέλα


Από περιέργεια για την sold out στις Νύχτες Πρεμιέρας ταινία Τhe White Ribbon, άρχισα να ψάχνω πληροφορίες στο διαδίκτυο για την υπόθεση και τα γυρίσματα, αν και με ταινίες του Χάνεκε αυτό δεν είναι και πολύ σοφό. Λογικά λοιπόν σταμάτησα σχετικά έγκαιρα, αφού την ταινία, λογικά μιλώντας πάλι, θα τη δω.
Η ταινία του Χάνεκε αντιπροσωπεύει έναν ευφυή, σύνθετο στοχασμό πάνω στη γέννηση της βίας και την παρακμιακή πορεία της κοινωνίας, στις παρυφές του πολέμου που άλλαξε τον γεωγραφικό και ανθρώπινο χάρτη.
Μέσα στην γενική αναζήτηση έπεσα πάνω σε μια οργάνωση, κατά της βίας απέναντι στις γυναίκες, με τον ίδιο τίτλο ‘The White Ribbon’ η οποία ιδρύθηκε μετά τη σφαγή του Μόντρεαλ, το Δεκέμβρη του 1989, όταν 14 φοιτήτριες του Πολυτεχνείου, έπεφταν νεκρές από το όπλο ενός Αλγερινοκαναδού, του Marc Lepine, κακοποιημένου χρόνια από τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος σε κατάσταση αμόκ φώναζε ‘You're a bunch of feminists. I hate feminists’.
Την ίδια ημερομηνία φαντάζομαι, εγώ θα χαζολόγαγα σε κάποιο αμφιθέατρο του ΕΜΠ, στο πρώτο έτος, γύρω από ελάχιστες γυναίκες, που δεν αποκλείεται εκτός από πιθανός ερωτικός στόχος να φαίνονταν σε κάποιους παράταιρες, ακόμα και προκλητικά αισιόδοξες που σπούδαζαν μια τόσο θετική επιστήμη με στόχο να σταδιοδρομήσουν κάποτε υπό ίσους όρους.
Δεν θα κάνω κάποιο ειδικό σχόλιο για την κακοποίηση, τους μετανάστες, την εξαθλίωση, τον φεμινισμό ή το συνδυασμό τους. Το πρόσωπο κοινωνιών, εκτός της βορειοκεντρικής Ευρώπης, στα μάτια μου παραμένει γενικά συντηρητικό στην αντιμετώπιση όλων αυτών των θεμάτων. Συντηρητικό και κοντόφθαλμο. Η ουσία, το υπόβαθρο, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι ασθενεί, τουλάχιστον σημειακά, ακόμα και εκεί που το πρόσωπο φαίνεται να είναι καθαρό.
Απλά πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη ότι τελικά την ίδια στιγμή σε κάποια γωνιά του πλανήτη μπορεί να ξεσπά το κακό, ενώ αλλού όχι κι ύστερα κάπου αλλού να ξεσπά κάτι διαφορετικό και αέναα να ερχόμαστε αντιμέτωποι με όλους τους συλλογικούς μας φόβους και τα επιμελώς άλυτα ζητήματα. Καμία ισορροπία στο σύστημα, απόλυτη, σταθερά αναπτυσσόμενη εντροπία. Η αναμονή για απάντεχα ξεσπάσματα που όλοι περιμένουν.

Friday, July 24, 2009

Ανείπωτοι Χαρακτηρισμοί

Ο πρώτος

Ήμουν ναυτικό εκεί μου λέει.
Α ναι; Mε τον τάδε;
Ναι ρε και με αυτόν. Μάλιστα θυμάμαι ότι στην φανταστική ανάληψη εξουσίας που μου τριβελίζει το μυαλό, τον βάζω πάντα υπουργό αθλητισμού. Πολύ καλό παιδί.
Μα δεν υπάρχει τέτοιο υπουργείο, αφού το ξέρεις.
Φανταστική κυβέρνηση σου λέω, ότι θέλω κάνω.
Καλά.
Πως πας γενικά, κινείται τίποτα;
Πέρσι τα είχα με μια από την τράπεζα.
Καλή;
Πανέμορφη, αλλά είχε 60 ζευγάρια παπούτσια, τα μέτρησα ένα ένα στα κουτιά. Τραγική ε;
Εξαρτάται, σου ζήτησε τα επόμενα 60 να της τα πάρεις εσύ;
Χωρίσαμε τελικά.
Σε ψυχαναλυτικό επίπεδο λυπάμαι δεν μπορώ να σου αναλύσω τι σημαίνει να έχει κάποια πολλά παπούτσια. Εμένα θα μου φαινόταν μόνο σπάταλη, αλλά προσωπικά δε με ενοχλεί η σπατάλη.
Τώρα συζώ με μία χωρισμένη με δυο παιδιά. Με αγαπάει πολύ και με προσέχει αλλά έχω πρόβλημα με τη μάνα μου. Μου λέει ότι την καταριέται. Με βαραίνει το κλίμα, δεν βλέπω πως θα προχωρήσει αυτή η σχέση.
Εγώ βλέπω ότι ναι μεν σε βολεύει αλλά ψάχνεσαι ακόμα. Δεν είναι δίκαιο γι’αυτήν ξέρεις. Το ήξερες ποια ήταν εξαρχής. (Ψυχάκια).

Ο δεύτερος

Η τάδε γιατί σου βρήκε το τηλέφωνο της άλλης; Μου έχουν πει ότι σε γουστάρει κατά βάθος.
Μπα με γουστάρει; Τώρα το θυμήθηκε, τόσα χρόνια που την ήθελα όλο μου κλαιγόταν για τους προβληματικούς έρωτες της.
Και συ ρε τι καθόσουν και την άκουγες; Προφανώς εποφθαλμιούσες την μεγάλη πτώση, να πιάσει πάτο για να επωφεληθείς.
Κοίτα όταν μου προσφέρεται κάτι στο πιάτο, δε λέω όχι, το παίρνω και είμαι και ευχαριστημένος.
(Μαλάκα).


Ο τρίτος

Είναι μεγάλη ευχαρίστηση να επιστρέφουν αυτές που σε είχαν φτύσει κάποτε και να σε παρακαλάνε.
Τι το συγκεκριμένο δηλαδή σου προκαλεί ευχαρίστηση, κατάντια είναι, δεν τις λυπάσαι; Προφανώς εκτίμησαν την ζωή τους στραβά, και τότε και τώρα.
Τι να λυπηθώ ότι όταν τις ήθελαν όλοι δεν μου έδιναν ιδιαίτερη σημασία και μετά που στρίμωξαν τα πράγματα με θυμούνται από το πουθενά;
Δυστυχώς έτσι είναι η ζωή αν αναμασάς τα παρελθόντα πρόσωπα και ότι δε σου έκατσε από το Γυμνάσιο. Χασκογελάς μνησίκακα με την κατάντια των άλλων σε τόσο απλά θέματα. (Κωλόπαιδο).

Monday, June 08, 2009

Out and about


Κατατονικό το κλίμα των εκλογών, ο κόσμος που ψηφίζει από τη μία χαζεύει στις ειδήσεις του Star με απογοήτευση τα στρινγκ και τα σωματώδη παιδιά στις παραλίες του Αλίμου που αρνούνται τη συμμετοχή, από την άλλη ξέπνοα και άκεφα, χωρίς να έχει σενιαριστεί λίγο, σέρνει την πλαστική του παντόφλα έξω από την κάλπη. Στους περίβολους των πεζοδρόμων των σχολείων, μετανάστες στον απογευματινό τους περίπατο συζητάνε στη γλώσσα τους, δεν ξέρω τι, ίσως ότι η γειτονιά και ο αστικός χώρος είναι για αυτούς, τους έξω, που δεν ψηφίζουν, τους μη έγκλειστους στους τοίχους των διαμερισμάτων τους. Το κέντρο της πόλης ανήκει στους ‘χωρίς υπηκοότητα’ και οι παραλίες στους αδιάφορους, τους κουρασμένους, τους απογοητευμένους με την πολιτική, τους επιφανειακούς, τους κεφάτους για ζωή, διαλέγεις χαρακτηρισμό και παίρνεις.

Η κατάσταση των εκλογικών καταλόγων είναι τραγική.
Σε τμήμα που παρατηρούσα τη λίστα των πολιτών υπήρχαν πολλά ονόματα γεννημένα το 1906, με δεδομένο ότι η γιαγιά μου του 1914 φοράει μόνιμα χάντρα μπλε για να προστατευθεί από τα σχόλια περί μακροζωίας της και του ότι έχει θάψει όλη την παρέα της, πιθανολογώ ότι όλοι αυτοί μας έχουν αφήσει χρόνους από καιρό. Είναι τόσο δύσκολο κάποια κυβέρνηση να θέσει την αρχή της διαδικασίας επανεξέτασης των καταλόγων κάθε δύο χρόνια; Δεν είχε άδικο δε ονειροπόλος φίλος που έμεινε με την απορία πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε Ευρωπαϊκή χώρα. Ο καθένας δικαιούται να διατηρεί τις αυταπάτες του περί οργανωτικής κρατικής ευφυΐας και θέλησης για μια σχετική πρόοδο.

Το ΥΠΕΣ διαδικτυακά έκανε το θαύμα του, ενημερώνοντας ότι ψηφίζουμε σε άλλα, λάθος, εκλογικά τμήματα. Με δεδομένο ότι μπορεί κάποιος να πάει αργά και να μην προλάβει να ψηφίσει αναρωτιέμαι ποιο το νόημα να βρίσκεις το εκλογικό σου τμήμα από το διαδίκτυο αν χρειάζεται να διπλοτσεκάρεις με τους τυπωμένους καταλόγους. Και μετά μιλάμε για την εφαρμογή ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και την προοπτική ηλεκτρονικών εκλογών. Μια χαρά δουλεύει το αναλογικό σύστημα, διπλά, τριπλά πρακτικά, χαρμόσυνο μελίσσι γύρω από τη Νομαρχία στου Φιξ πολύχρωμων ανθρώπων που δουλεύουν υποχρεωτικά ή επ’ αμοιβή μα προφανώς αγόγγυστα, με αίσθημα ευθύνης για τις εκάστοτε εκλογές.

Το ψηφοδέλτιο της Φιλελεύθερης Συμμαχίας, για κάποιον, που περιδιαβαίνει στο ίντερνετ, οπτικά θυμίζει σχολιασμό στο buzz ή στο e-rooster. Τα ονόματα γνωστά. Φυσικά ο πολύς ο κόσμος αυτά τα προβεβλημένα στελέχη τα αγνοεί, δεν είναι δα και ο Μαρκουλάκης υποψήφιος μαζί τους και θα μπορούσα να το δω με πιο πολύ συμπάθεια, θεωρητικά τουλάχιστον, αν δεν θεωρούσα παράλογο σε ένα κόμμα που προτάσσει πάνω από το όνομα του τα ‘Ατομικά Δικαιώματα’ και την ‘Ανοιχτή Κοινωνία’ να μην υπάρχει ούτε μία γυναίκα στο ψηφοδέλτιο του.
Αγόρια, φιλελευθερισμός με τις γυναίκες σπίτια τους δεν γίνεται, βρείτε μερικές σοβαρές κυρίες να σας κάνουν παρέα εκλογικά και μετά μιλάμε για 'Ανοιχτή Κοινωνία'.

Στο εκλογικό μου τμήμα το μήνυμα όχι μόνο δόθηκε αλλά σοκάρει. Αποχή πενήντα τοις εκατό, τιμωρία της ΝΔ με τους μισούς ψήφους από το ΠΑΣΟΚ, δυνατοί Οικολόγοι και ΛΑΟΣ, τιμωρημένος και ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα αστικά κέντρα δείχνουν την μικρότερη αδράνεια, τη δυνατότερη βραχυχρόνια μνήμη, την μέγιστη οικολογική συνείδηση ως πολιτική εναλλακτική πρόταση, ένα σχετικό αποκλεισμό ίσως από την απόλυτη πελατειακή σχέση της περιφέρειας.

Οι Κρητικοί αναμασώντας μόνιμα την καραμέλα της αυτάρκειας τους ως περιοχής και της τάσης αυτονόμησης στο φαντασιακό τους, δείχνουν σήμερα ξεκάθαρα ότι δεν επιθυμούν να συσπειρωθούν ούτε στις Ευρωεκλογές, ούτε κάτω από την ομπρέλα του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Το Πανελλήνιο Μακεδονικό Μέτωπο των Παπαθεμελή, Ζουράρη αγγίζει το 4,5% στην Α' Θεσσαλονίκης, το ΛΑΟΣ φτάνει το 9,82% και ο βοράς παραμένει κατά βάση αδρανειακά μπλέ. Τα σύνορα φοβούνται, τα σύνορα είναι πάντα συντηρητικά, τα σύνορα έχουν θέματα γεωπολιτικά και όσο αυτά υπάρχουν η σκέψη παραμένει κλειστή σε αυτά.

Τα αστικά κέντρα ενισχύουν το ΛΑΟΣ και του δίνουν κοντά στο 10%, δείχνοντας ξεκάθαρα που οδηγεί η λάθος πολιτική για τα καίρια θέματα των μεταναστών και η υποβάθμιση της ασφάλειας και της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Καθόλου ευχάριστο, αλλά αναμενόμενο αποτέλεσμα και η ΝΔ που διατείνεται τόσο ξεκάθαρα ότι το ποσοστό προέρχεται από τη δική της πισίνα ψηφοφόρων, θα πρέπει να σκεφτεί δύο και τρεις φορές την αιτία. Εκτός αν το διατυπώνει έτσι για να αναλογιστούμε εν δυνάμει τρομακτικά σχήματα του μέλλοντος.

Αν σκεφτεί κανείς πολύ το τέχνασμα του ψηφοδελτίου του κόμματος Λευκό, θα μπορούσε να το πάει, με την ανοχή αυτών που εγκρίνουν την μορφή και το περιεχόμενο των ψηφοδελτίων ενός συνδυασμού, ένα βήμα παραπέρα ιδρύοντας το
Αντί.....................................................ΠΑΣΟΚ,
ή την Νέα................................................ΝΔ
βρίσκεις και μια Μαριορή (Μαριέττα) Γιανακάκου ας πούμε πρώτο όνομα και έτσι χωρίς ντροπή μπορεί και να σου κάτσει, τόσοι μαθουσάλες του 1906 κυκλοφορούν στην επικράτεια, κάποιος θα την πατήσει.