Sunday, June 02, 2013

Κάποιες στιγμές




Ακούγοντας το Μαράκι να αφηγείται πάνω από ένα ποτήρι ρακή που γέμιζε και άδειαζε:

Όταν πεινάω πολύ, πίνω ένα αναψυκτικό. Μια ελαφριά γλύκα και μπουρμπουλήθρες γαργαλάνε το στομάχι μου. Προσπαθώ να μη γίνω χοντρή. Μέσα μου έχω εκ γενετής βαρίδια. Ακόμα και λίγα επιπλέον κιλά, θα με γείωναν τόσο αβάστακτα, που θα αισθανόμουν σαν φυλακισμένος στα κάτεργα, δεμένος με χοντρές αλυσίδες.

Ανήκω σε αυτή τη γενιά που δεν πρόλαβε να προδώσει τίποτα. Μόνο ίσως κανένα γκόμενο, αλλά ήρθαν τα μαθηματικά να φέρουν μια συντριπτική ήττα. Μία προδοσία και μισή μείον τρεις μαχαιριές στο υπογάστριο. Κοιμάμαι ήσυχη. Όσο να πεις είναι βαριά κληρονομιά να μην έχεις τίποτα σοβαρό να σου καταλογίσουν.

Ο Γιώργος έλεγε πάντα ότι δε νιώθει κανένα ενθουσιασμό. Η μόνη φορά που τον είδα ενθουσιασμένο, ήταν ένα βράδυ που μου έγλειφε τα βυζιά στο αυτοκίνητο. Κι άλλη μια που είχαμε πιει πολύ και χοροπηδάγαμε στα στενά. Τον αγαπούσα. Με το δικό μου τρόπο. Έκτοτε η ζωή πήρε το δρόμο της ήσυχα. Δουλειά, σπίτι, γάμος, παιδιά. Μονομερώς. Δηλαδή αυτός τα έκανε όλα αυτά. Εγώ ακόμα στη γύρα. Ευτυχώς που δεν είχαμε πατήσει εκείνο το μηχανάκι, όταν προσπέρασα τη διασταύρωση. Ευτυχώς, γιατί μπορώ ακόμα, ελεύθερη, να κολλάω θρησκευτικά στις λεπτομέρειες των πραγμάτων, χάνοντας την ουσία. 

Η ανάγκη να είσαι χαρούμενος, ανάλαφρος, είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη να ζήσεις. Ο φίλος μου ο Μάκης δεν περνούσε καλά. Η ζωή του έπεφτε άλλοτε φαρδύ, άλλοτε θεόστενο κουστούμι. Κοιτούσε τις λεωφόρους με λαγνεία. Ακουμπούσε το μαχαίρι πάνω στο δέρμα του με ηδονή. Καμία σαρκική οδύνη δεν τον τρόμαζε τόσο όσο η ψυχική. Καμία ευχαρίστηση δεν του μαλάκωνε την απελπισία. Ήταν και το ένιωθε, καμένο χαρτί. Δεν έχει αυτοκτονήσει, ακόμα.

Κάνουμε απολογισμό, πολύ νωρίς και πολύ αργά ταυτόχρονα. Σε μια μεγάλη ζωή, κάνεις τις προσπάθειες σου παραδοσιακά νέος, λες και μετά θα μπεις στη συντήρηση και θα κυλήσουν όλα υποφερτά. Ανεκτά. Πόσες φορές θα διορθώσεις την πορεία σου; Μία, δύο; Παλουκώσου κάπου, αναπαμό δεν έχεις. Η τελευταία φασιστική κραυγή που άκουσα, αντηχεί ακόμα απελπιστικά δυνατή στ’ αυτιά μου. ‘Πάνε και χωρίζουνε, γκρινιάζουνε, μα τι θέλουν, έκανες σεξ μέχρι τα τριάντα, δε χόρτασες, τι θα κάνεις μετά, θα βγαίνεις στα μπαράκια, θα ξενυχτάς, θα έχεις γκόμενους;’ έλεγε μια κυρία της επαρχίας, αναφερόμενη στην κόρη της, που έκλεισε ένα κύκλο προσωπικό, κομπλέ. Φαντάζομαι επίπονα.

Μου τα φάγανε όλα οι γυναίκες, είπε ο μπροστινός μου στην ουρά του Χόντου, σήμερα το μεσημέρι. Τον κοίταξα λοξά, ήταν ηλιοκαμένος, τροφαντός, έδειχνε πάνω από εξήντα πέντε, με ένα χρυσό κρίκο στο αυτί. Σκέφτηκα, θα την πέφτει στην πωλήτρια. Μέχρι να μπω εδώ μέσα, δεν είχα καταλάβει πόσο τρελλές είναι οι Ελληνίδες, συνέχισε. Μάλλον αυτός ήταν ο λόγος που του τα έφαγαν, είχε πάθει οικειοθελή άγνοια ή στραβομάρα. Όχι απαραίτητα απέναντι στις γνωριμίες του, αλλά και στο ποιος είναι και τι ζητάει.

Αν δεν λειτουργείς ως συλλέκτης στιγμών την έχεις άσχημα. Λίγη υπεραισιοδοξία πάλι δεν βλάπτει στη συνταγή. Και λίγη μαλακία, όπως εκείνος ο τύπος που μας έλεγε να μη τρίβουμε τους βασιλικούς γιατί βιώνουν τον πόνο και μαραζώνουν. Κανείς δε νοιάζεται για τα κορμιά που μαραζώνουν. Τα αυτόβουλα όντα δημιουργούν την ζωή τους. Τα αυτόβουλα όντα είναι ελεύθερα. 


Φωτογραφία Diane Arbus. Girl with cigar in Washington Square.

3 comments:

vague said...

Ελεύθερα να μαραζώνουν ήσυχα-ήσυχα με τον καιρό, έτσι κι αλλιώς, ακόμα και παρά τη βούλησή τους.

(Ωραίες μαχαιριές, τίμιες, κατάστηθα, όχι σαν κάτι άλλες πισώπλατες, να μην προλαβαίνεις να μετέχεις αυτοβούλως στο μυστήριο...)

Να 'σαι καλά!

gasireu said...

Όπως ακριβώς τα λες. Να είσαι κι εσύ καλά Riski.

fieryfairy said...

Κάθε παράγραφος και μια μικρογραφία του σήμερα.

(κρατώ την τελευταία παράγραφο ενθύμιο για όταν φύγω από την οθόνη)