Έψαξα να σε βρω, Ρομπέρτο, έψαξα να σε βρω, σε πρόδωσα, έκλαψα, έκλαψα, ώσπου έγινα ένα μικρούλικο νησάκι στη μέση της θάλασσας και τα τελευταία κύματα έχουν αρχίσει να με πνίγουν. Πόνεσα, τόσο πολύ, που θα μπορούσε ο πόνος μου να γεμίσει τα βάραθρα της γης και να ξεχειλίσει ηφαίστεια. Θέλω να μείνω μαζί σου Ρομπέρτο, θέλω να παρακολουθώ κάθε χτύπο απ’ την καρδιά σου, κάθε ανάσα απ’ το στήθος σου, με το αυτί κολλημένο πάνω σου θ’ ακούω τον θόρυβο των μηχανισμών στο σώμα σου όπως προσέχει ένας μηχανικός τη μηχανή του. Θα φυλάξω όλα σου τα μυστικά, θα είμαι το κιβώτιο με τα μυστικά σου, θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου. Θ’ αγρυπνώ δίπλα στα όπλα σου, θα τα προστατεύω απ΄τη σκουριά. Θα είσαι ο πράκτορας μου και το μυστικό μου κι εγώ, στα ταξίδια σου, θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου.
Roberto Zucco (1988)
Εσύ.
Για σένα που τα λόγια αυτά, δεν είναι λόγια ξένα. Έκλαψα, έκλαψα και ύστερα δε σε πρόδωσα. Πνιγόμουν απ΄ τα τελευταία κύματα. Δεν ήξερα πια άκρη να διαλέξω να πιαστώ και ξέρεις πως είναι ο πνιγμός. Θυμάσαι τότε που μου σφίγγες το λαιμό και λιποθύμησα; Χάθηκα μεσ’ τους σπασμούς μου, έσβησα. Πνιγόμουν και ήδη είχα αναχωρήσει. Μικρό και σκοτεινό ταξίδι.
Πόνεσα πολύ.
Αν με άφηνες θα κολλούσα το αυτί μου επάνω σου, όπως κολλούσα τα μάτια μου όταν κοιμόσουν. Φοβόμουν ότι οι εφιάλτες σου, οι χρόνια ριζωμένοι δεν θα έφευγαν ποτέ.
Θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου, τα γράμματα σου, τα βιβλία, τις κομμένες σελίδες, τις φωτογραφίες. Ότι σου αρέσει να μοιράζεσαι, ότι τα μάτια σου τραβάει, ότι σε κάνει να γελάς σ’ αυτή τη βρώμικη πόλη.
Η μυστική κρυψώνα σου, που θα γυρνάς τα βράδια. Εκεί που έτρεχες να μυρίσεις λίγη ησυχία. Εκεί που άπλωνες το χέρι να πάρεις απλόχερα ότι σου έλειπε.
Θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου. Μαζί θα ταξιδέψουμε τον κόσμο. Ξεκινάμε από τα μοναστήρια του Θιβέτ.
Γιατί εκεί; Ίσως θα ήθελες να δεις μαζί μου την μακρινή Ποτάλα, την ιερή πόλη, να σου κρατώ σφικτά το παγωμένο χέρι, όταν κοιτάς τις σκεπασμένες από ομίχλη κορυφογραμμές. Δεν ξέρω μήπως αν φτάσει εκείνη η ώρα, αν κάποτε υπάρξει τέτοια στιγμή, εκεί κοντά στην κορυφή του κόσμου, αν με αξιώσει η τύχη να αναστραφεί η τεθλασμένη μας πορεία, αν κάποιο θαύμα συμβεί από εκείνα που κανείς με στοιχειώδη λογική δεν θα περίμενε ποτέ, αν τότε το αντέξω και δεν βουτήξω στο κενό. Δεν ξέρω.
Και Εσύ.
Τι θέλεις, τι ζητάς από μένα; Το βλέπεις, δεν έχω περιθώρια, στενεύει ο χρόνος μου.
Να σε κρατήσω από το χέρι;
Νομίζεις είναι απλό;
Στο τραπέζι της προσφοράς πρέπει ν’ απλώσεις κάτι αξίας, κάτι να δώσεις. Δεν έχεις καταλάβει ότι εγώ μπορώ να σε σώσω απ΄τη ζωή σου. Μπορώ να γίνω ο αχθοφόρος και η αγάπη σου. Δεν βλέπω όμως τη δίψα στη μάτια σου ή το διαυγές εκείνο βλέμμα που λέει αλήθεια. Για το ταξίδι διαλέγεις πάντα τον πιο δυνατό, αυτόν που ξέρει να αφηγείται ιστορίες. Η άκρη της γης είναι αιώνες δρόμο και η σιωπή είναι φρικτή. Πίστεψες ποτέ ότι ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή;
Θα ήθελα να είμαι ξερόκλαδο που φοβούνται μη το σπάσουν, μα μέσα μου φωλιάζει η δύναμη. Μπορώ να σε εμπνεύσω και να σε σύρω εν ανάγκη μέχρι το τέλος. Υποψιάζομαι ότι δεν είσαι άνθρωπος που πείθεται να ακολουθεί ή να χαράσσει μια λογική πορεία στο χάρτη. Και εγώ, που δε γελάστηκα ποτέ και παίζω στα δάκτυλα μου τους άτλαντες του κόσμου, βλέπω ξεκάθαρα με τα μικρά μου μάτια πως για κανένα ταξίδι δεν έχεις ψυχή. Ίσως για τίποτα δεν κάνεις, έτσι που ράθυμα με ειρωνεία στο βλέμμα με κοιτάς για να με κρίνεις.
Δεν θέλω αγαπητικό, δεν θέλω σύζυγο. Ένας αγαπητικός είναι όπως ο ήλιος, όσο ζεσταίνει, τόσο απλώνει γύρω μας την έρημο. Δεν θέλω να ‘μαι σαν ένα τροφαντό δεντράκι στη μέση μιας ερήμου με βότσαλα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι μυξιάρη, και φαντάζεσαι ότι μπορείς να προκαλείς τη φύση; Δε σε ρωτάω τι σ’ αρέσει, δε σε ρωτάω τι ανάγκη νιώθεις. Ακόμα και οι πέτρες ζευγαρώνουν, δεν θα το αποφύγεις εσύ. Ακόμα και αν δεν νιώθεις την ανάγκη, βγες έτσι κι αλλιώς, γιατί θα φας χαστούκι.
Στεκεσ’ εκεί και καπνίζεις σαν καμιά πουτάνα που την ανακρίνουν. Ποιος σου’ χει μάθει να καπνίζεις ολομόναχος; Ένας άντρας μπορεί να καπνίζει μες τα θαμνά, πίνοντας μπύρα και χουφτώνοντας κορίτσια, κάποιος όμως που καπνίζει ολομόναχος ειν’ ανώμαλος.
Tabataba (1986)
4 comments:
εντάξει, πόνεσε αυτό, τα καταφέρατε, τώρα θα διαβάσω ξανά τον Οκτώβρη (εκτός κι αν μπει κανένα εμβόλιμο του Βυτίου)
Κ.Κ.Μ.
Μετά από αυτό, τι να καθίσει να γράψει κανείς; Τι να μπορέσει;...
Οι απέραντες δυνατότητες του μη γενόμενου..?
@ΚΚΜ τα είπαμε, κάπου θα ελαφρύνει το πράμα...
@theorema ε μα όχι, βέβαια διαπιστώνω ότι είναι από τη μία επιδραστικό-και σε μένα φυσικά- και από την άλλη πόσο ταυτίζονται με τον Εσύ και τον Και Εσύ, τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι με τη συναίνεση τους!
@paperflowers εντελώς, από την άλλη λειτουργώντας ως πρόλογος μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αποτελεί και τις μη προδιαγεγραμμένες πιθανότητες ενός μέλλοντος, που τώρα πια είναι γεγονός. Cuts both ways.
Post a Comment