
Ας πούμε.
Βλέπω ένα νησί. Νησί όχι βέβαια της γεωγραφίας. Ναι.
Νησί, λεξιγενές, πάνω σε πλέγμα υφάλου, φτιαγμένο από διαλεγμένες μία προς μία λέξεις, φράσεις, νοήματα, υπαινιγμούς και σαρκασμό.
Έπεσε και λίγο χώμα που το έφερε μάλλον ο άνεμος.
Ύστερα έβρεξε. Έβρεξε πολύ. Τροπική βροχή, σχεδόν τρία χρόνια.
Μετά ήρθαν και προσγειώθηκαν στις υγρές σχισμές του εδάφους, άλλα λόγια, άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Νέες λέξεις, πιο γόνιμες, τόσο καρπερές που φύτρωσαν και βγάλανε κλαδιά και ρίζες.
Γι’ αυτό το νησί σου μιλάω. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν μπορεί να το ψάξει, δεν υπάρχει στους χάρτες ή στις μηχανές αναζήτησης.
Στο Λεξονήσι σου’χω κρατημένο ένα θεωρείο πάνω στα βράχια, κάτω ακριβώς απ’τη ριγέ σκιά της αραιής βλάστησης. Ξέρω φοβάσαι τον ήλιο, μα παράγγειλα μια συννεφιά και πήρα κι αντηλιακό. Αν κάτι δεν θα'θελα, θα ήταν να καούμε κι' έπειτα να γεμίσουμε φακίδες. Θεωρείο όλο δικό σου. Για πάρτη σου.
Στις λέξεις, βασιλεύει εκείνος που τις αγαπάει περισσότερο κι’ εγώ την αγάπη μου γι’αυτές τη ζύγισα και τη βρήκα μισό καντάρι λειψότερη.
Χαλάλι σου.
2 comments:
Μα υπάρχει ωραιότερο πράγμα πάνω σε ένα Λεξονήσι από ενα πρόσωπο γεμάτο φακίδες; Σκεφτείτε πώς θα ήταν να τις φιλάγατε μία προς μία...
Βγείτε έξω στο καλοκαίρι. Μισό καντάρι αγάπη μπορεί να ψάχνει μέρος να κρυφτεί.
Χα, τι ωραία εικόνα, να τις φιλούσα μία μία! Ναί, έξω στο καλοκαίρι.
Post a Comment