Saturday, July 12, 2014

Οδός Τσιμογιάννη




Tο καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του. Ημερολογιακά τουλάχιστον.  Αυτές οι μέρες του Αυγούστου σηματοδοτούν μια παράξενη εποχή. Με την έννοια πως στραβώνουν κάποιες ιστορίες, που ήδη έχουν αρχίσει  περίεργα. Έρχονται και στομώνουν, φτάνουν σε αδιέξοδο και λήγουν, αφού σου βγάλουν πρώτα την παναγία. Όπως οι γέροι που ψυχορραγούν καιρό, αλλά σχεδόν πάντα θα τους αποτελειώσει αυτός ο ύπουλος μήνας, που σε ρουφάει μονορούφι, υγιή ή στα τελευταία σου.

Η οδός Τσιμογιάννη είναι ένας δρόμος μικρός, τυφλός, που σκάει σε ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς να είναι αδιέξοδο, σε ένα δίστρατο, αριστερά και δεξιά. Τα σπίτια είναι διώροφα, απλά, όπως αυτά που συναντάς στην επαρχία, φτιαγμένα άτεχνα, σχεδόν σαν προσφυγικά και βαμμένα παλ χρώματα. Μερικές καινούργιες πολυκατοικίες, κακόγουστες, παράταιρες, σκόρπιες, υπάρχουν ενοχλητικά. Εκεί σ’ αυτόν τον δρόμο έμενε, με τους γονείς του, ακόμα.

Το πρώτο πράγμα που της είπε για την οικογένεια του, ήταν πως η μάνα του ασχολείται με τη διακόσμηση. Μικρή δούλευε σε μια βιοτεχνία που σχεδίαζε πλακάκια. Μετά παντρεύτηκε. Δεν έπρεπε να δουλεύει. Είχε διακοσμήσει τα σπίτια τους. Τελεία. Ούτε που ρώτησε γιατί είχε σημασία αυτή η πληροφορία.  Άκουγε πάντα τους ανθρώπους γύρω της, όσο πιο εξωτικοί, τόσο το καλύτερο. Στο σημειωματάριο του μυαλού σημείωσε, μάνα νοικοκυρά, με τάσεις καλλιτεχνικές και απωθημένα επαγγελματικά. Γιος που τα αναγνωρίζει όλα αυτά και τα αναπαράγει σε συζητήσεις με τις γυναίκες που τραβιέται. 

Ήταν Ιούλιος όταν άρχισε να της τα μασάει. Μια τα σχέδια των διακοπών, μια που δεν είχε φράγκο στην τσέπη κι ούτε σκόπευε να δουλέψει για να βγάλει. Κι εκείνη δεν ήταν ιδιαίτερα διαλλακτική. Τον ζόριζε με άσχημο τρόπο. Τσακώθηκαν. Είχαν κουραστεί κι οι δύο, δεν τσούλαγε. Ταίριαζαν και δεν τσούλαγε, συμβαίνουν αυτά. Πως το λένε οι παπάρες της ψυχολογίας, ετεροχρονισμός. Είναι που θες να φύγεις και θες και να γυρίσεις.

Το ’χε παράπονο που δεν είχε δει το σπίτι του, το δωμάτιο του, τα πράγματα που έχει. Εκείνο το καλοκαίρι, δεν του αρνήθηκε ξανά, πήγε να τον πάρει ένα απόγευμα που έλειπαν όλοι. Ανέβηκαν την εξωτερική σκάλα. Είχε μια ωραία κοινόχρηστη αυλή στο ισόγειο, που έμενε η γιαγιά μαζί με την μικρή κόρη της που την γηροκομούσε. Γύρω, γύρω ψηλό πράσινο. Από πάνω φέσι ο ουρανός. Το διαμέρισμα ήταν μεγάλο. Μεγάλο και αδιάφορο. Τα έπιπλα ήταν ακριβώς αυτά που βλέπεις σε κάθε παλιό σπίτι. Τραγικά σκρίνια και καθρέφτες, καναπέδες που δεν πουλιούνται πια στην αγορά, παλιομοδίτικα χρωματιστά πλακάκια, σαν μια εκμοντερνισμένη εκδοχή σπιτιών που έβλεπε από παιδί σε θείους και της έφερναν κατάθλιψη. Καμία διακόσμηση τριγύρω. Οι σφηνωμένες στον καθρέφτη φωτογραφίες, ήταν μια μάνας ξανθιάς μελαχρινής, δηλαδή μαλλί χρυσό με μαύρο φρύδι, που μικρόδειχνε. 

Την ενοχλούσε να κάνει έρωτα στα κρεβάτια γονιών. Ειδικά όταν τρίζουν τα σανίδια και σε κοιτάει αυστηρά από τον απέναντι τοίχο η γαμήλια φωτογραφία, με το ελαφρύ χαμόγελο στα πρόσωπα, δεκαετίες πριν, όταν η μάνα ήταν ακόμα με μαύρο μαλλί κι ο πατέρας είχε μαλλιά και λαμπερά όμορφα μάτια. Να σε κοιτάνε κατάματα που γαμιέσαι στα τέσσερα. 

Κι έπειτα  αναρωτιόταν τι είναι όλη αυτή η εμμονή κάποιων ανθρώπων, να γαμάνε μπροστά στους γονείς τους, νοερά, έστω. Ποιο είναι εκείνο το ψυχιατρικό στοιχείο που ενώ εκείνη την κάνει να μη μπορεί να συντονίσει τον οργασμό της μπροστά στην παρουσία της φωτογραφίας, ωθεί τον άλλον να σφυροκοπάει με πάθος, εντός έδρας, σχεδόν λυσσασμένα. Ενώπιον της φωτογραφίας που φέρνει παρόντα και τον πατέρα, να κατακρίνει, να επικρίνει, να ρίχνει την ηδονοβλεπτική ματιά του, να συγκρίνεται, όχι όπως είναι σε τρέχοντα χρόνο, αλλά με το πρόσωπο ενός νέου άντρα, του άντρα που ήταν.

Κάνανε χωριστά διακοπές. Της είπε θέλω λίγο χρόνο, να σκεφτώ, τι θα κάνω με τη δουλειά, οι γνωστές μαλακίες, το ήξερε και τον πίεζε, αν θες να χωρίσουμε, πες το σαν άντρας, ξεκάθαρα, δεν μπορώ τους ψυχοβγάλτες. Όμως εκείνος κουβέντα για την ταμπακέρα, τα σκέφτομαι ξέρεις, τι θα γίνει σε τρία κόμμα τρία χρόνια κι αργότερα και τέτοια ψόφια. Λες κι είναι τόσο δύσκολο να πεις, ως εδώ, δεν θέλω άλλο και δεν μπορώ, ό,τι είχαμε είχαμε αγάπη μου, δεν είμαι και για χόρταση, σώνει, τέλος.

Εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ, ήπιανε όλα τα λεφτά που είχαν σε ένα μπαρ κοντά στη θάλασσα με ξύλινο πάσο κι ωραία ποτήρια, που έμοιαζε με γαλλικό. Την έγδυνε με τα μάτια. Της το έλεγε κιόλας, είσαι πολύ ερωτική και τέτοια νόστιμα. Εκείνη τον άγγιζε με τα ακροδάχτυλα της στη βάση του λαιμού, στη μέση κάτω από τη φαρδιά μπλούζα. Πάμε να φύγουμε, λείπει απόψε ο αδερφός μου, να δεις κι αυτό το σπίτι. 

Στον ίδιο δρόμο, είχαν αγοράσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα καινούργια. Αυτή ήταν πραγματικά διακοσμημένη. Με κουρτίνες από πορτοκαλί συνθετική οργαντίνα. Επιδαπέδια βάζα με ψεύτικα λουλούδια. Ένα κρεβάτι σιδερένιο, με μαύρο ψηλό κεφαλάρι. Πίνακες με κοπέλες να τρέχουν σε ολάνθιστους αγρούς. Όλα πορτοκαλί, κοριτσίστικα, σαν το σπίτι που ονειρευόταν για πάρτη της η μάνα του, τότε, όταν θα γλύτωνε από την πατρική στέγη. Ένα σπίτι φτιαγμένο από το μηδέν για να μείνει ο ταρίφας γιος και να γαμάνε εκ περιτροπής, δυο αρσενικά κανονικά, βαρβάτα, μέσα σε αυτό το ανθισμένο πορτοκαλί όνειρο, του κοριτσιού που είχε ξεχαστεί στη μητρότητα.

Πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι, που έτριζε ακόμα πιο πολύ από το πατρικό του, ξεσκίστηκαν δυο φορές, η μία μετά την άλλη, σαν ζώα. Κάποια στιγμή μάλιστα της είπε, να δω πως θα μου τον σηκώσεις δεύτερη φορά, αλλά δεν υπήρξε φυσικά πρόβλημα κι ύστερα είπε στα καπάκια, πιάσε μου τον κώλο.  Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού που την έσβηνε τεχνητά το κλιματιστικό, από το θυμό της που την χώριζε και την πήδαγε ταυτόχρονα στη μικρή γκαρσονιέρα, την πνιγμένη στην πορτοκαλί πανδαισία, της ήρθε τόση αηδία καταμεσής της καύλας, που θα του έχωνε ολόκληρο το χέρι να τον σοδομίσει, αν δεν την ξύπναγε μια ματιά του, έτσι, μελί ματιά ανθρώπου που ευχαριστιέται.

Έκλεισε την πόρτα ασφαλείας πίσω της και βγήκε στο δρόμο. Μόλις είχε ξημερώσει. Ένιωθε ένα κάψιμο στο στομάχι και το κορμί ανάλαφρο. Στρίβοντας στη γωνία, σήκωσε τα μάτια στη μπλε πινακίδα της οδού. Πάνω της είχε κρεμαστεί ένα πορτοκαλί κορδελάκι που ανέμιζε. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου και μπήκε στο αυτοκίνητο, να φύγει γρήγορα, μακριά, μακριά από όλα αυτά τα χαμένα όνειρα που έκαιγαν καλοκαιριάτικα.

Monday, January 13, 2014

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα



To μετρό είναι το βαριετέ των περίεργων ανθρώπων. Μια υπόγεια φυλή, σχεδόν αλλόκοτη, ταξιδεύει από σταθμό σε σταθμό, βουβή, κατηφής, ηττημένη. Φορώντας τα πιο σκοτεινά κι αταίριαστα ρούχα, βρυχάται με μικρές άναρθρες κραυγές, διαμαρτυρόμενη, για το παρόν που της πέφτει αφόρητα στενό κουστούμι, τους στριμωγμένους συρμούς, τους διαβολικούς γέρους με τα μαγκούρια που σπρώχνουν να μπουν γρήγορα, απαιτώντας να καβατζώσουν μια θέση. Προσπαθείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, μα στρέφουν το βλέμμα στο πάτωμα, στο αόριστο σκοτάδι έξω από το παράθυρο, μέσα στο τούνελ, σε μια που μονολογεί, τσαλακώνοντας ένα κομμάτι χαρτί με θόρυβο, ξανά και ξανά, 

«H γη είναι τρύπα και η τρύπα είναι γη». 

Όμως ακόμα πιο πολλοί, ανατριχιαστικά πολλοί, πασπατεύουν το κινητό τους, ένας θεός ξέρει τι στο διάολο κάνουν αδιάκοπα με αυτό το μαραφέτι. Ένα κομψό ζευγάρι παπούτσια σπάνιο να πετύχεις πάνω τους, τα τηλέφωνα τους όμως φυσάνε.

*
Εκείνο το μεσημέρι, δεν πάει καιρός, που στεκόταν πάνω σε ένα κλειστό φρεάτιο, με πλάτη στον τοίχο υπό γωνία κι ενώ κουνιόταν ρυθμικά, ένας κύριος, πολύ καθωσπρέπει σε εμφάνιση, αλλά και σε τρόπους, ήρθε από την άκρη της αποβάθρας να τη ρωτήσει, αν αυτό στα πόδια της ήταν ζυγαριά. Απάντησε:

«Όχι φυσικά, είναι ένα φρεάτιο ηλεκτρικών καλωδίων»

και τότε έφυγε απότομα μακριά της, προς την αρχική του θέση, με μια λυπημένη έκφραση. Τον είχε, απολύτως απογοητεύσει. 

*
Τις μέρες που φορά τεράστια μαύρα γυαλιά, ήδη από τις επτά το πρωί, αξημέρωτα, σέρνοντας τα πιο βαριεστημένα βήματα του σύμπαντος, την πιο ακοινώνητη έκφραση του γαλαξία, υπάρχουν κάποιοι που έρχονται καρφί σε κείνη, για να ρωτήσουν την πιο απίθανη υπόγεια διαδρομή. Στις τουαλέτες του γραφείου κοιτιέται να δει αν έχει κάτι σοβαρό επάνω της, λίγο παραπανίσιο κύρος που να την ξεχωρίζει από το ανακατεμένο πλήθος. Δεν βλέπει τίποτα. Βλέπει την έκφραση της γκρίνιας με σάρκα και οστά και καταλήγει, το κάνουν επίτηδες, θα σκέφτονται:

«Να αυτή, αυτή με το ύφος, η σνομπαρία, αυτή θα αναγκαστεί να σπάσει τη σιωπή της και να μιλήσει, αυτή θα ρωτήσω. Για να μάθει.»

*
Tα πρωινά ταξιδεύουν με το τρένο εκείνοι που δουλεύουν στο κέντρο. Μπορεί και οι άφραγκοι. Σε λίγο οι τελευταίοι, θα πηγαίνουν με τα πόδια. Γυναίκες, κορίτσια και συνταξιούχοι. Παρατηρεί πώς κοιτούν όσους κουβαλάνε σακούλες με ψώνια. Σχεδόν με μίσος. Σταλάζει μέσα τους ο φθόνος του πεθαμένου από καιρό αλόγιστου καταναλωτή. Το ίδιο φθονερό μάτι θα κεντράρει πάντα τον ωραίο κώλο μέσα στο κολάν. Πονάς όταν δεν μπορείς να συγχωρέσεις την ομορφιά σε μια νέα γυναίκα, πονάς από την στέρηση, τα χαμένα χρόνια, την  αθωότητα που εξατμίστηκε σε φτηνές δικαιολογίες. Η μη αποδοχή της αρμονίας είναι η πιο βαθιά αναπηρία. Ο κώλος που χαζεύουν όλοι στο μετρό, θα υπάρχει, σκέφτεται, όσο και να τον λοιδορήσει κανείς, όσο και να τον μισήσει, όσο και να τον αγνοήσει, εκεί, στημένος, λάγνος, να θυμίζει, την ύπαρξη ομορφιάς σε ένα κόσμο ατελή, που οι εικόνες σκάνε σαν πυροτεχνήματα στο σκοτάδι, απότομα και με θόρυβο.

*
Η μόνιμη συννεφιά της απογευματινής επιστροφής, μια από αυτές τις μέρες που κάθονται σαν μολύβι στο στέρνο. Ψιλόβροχο και αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, έτοιμα να την καταβροχθίσουν. Ολόγυρα ούτε δυο μάτια να πιαστεί, ούτε ένα σώμα διαθέσιμο να ακουμπήσει πάνω του απαλά το βάρος της, με μια ιδέα άφεσης στην στιγμιαία ανθρωπιά της συνωστισμένης επαφής. Απελπισία. Ο ψηλός με το κουστούμι απέναντι, φτιάχνει το μαλλί του, ισιώνει τα πέτα του σακακιού του, αναρωτιέται αν βλέπει καλά. Αν αυτά που της γλείφουν το μάγουλο είναι δάκρυα. Δεν μπορεί να είναι τόσο γκαντέμης σκέφτεται, μια άγνωστη γυναίκα κλαίει μπροστά του, δημόσια, κοιτώντας ψηλά το ταβάνι, σα να περιμένει να βρέξει ελπίδα στο βαγόνι.

*
            Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, φρεσκοβαμμένα μαύρα νύχια, ασόρτι με τη διάθεση, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ την μέσα στο συρμό για Φιξ. Έπιασε κρύο, αυτό που με την υγρασία σου περονιάζει τα κόκκαλα.

«Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια» 

Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτά βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τα χέρια της δεν είναι ελεύθερα. Δεν έχει καλά καλά στεγνώσει το βερνίκι. Τον κοιτά ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγούνε στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια απορημένα. Φοβάται να του ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι τον γούσταρε. Θα αναθεωρήσει όμως αμέσως: 

«Μπα η ιδέα μου θα ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να ήταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;»

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.





πάνω σε μια παλιότερη και μερικές νεότερες υπόγειες αφηγήσεις
η φωτογραφία από το quoteco.com
                                                                                                           

Sunday, December 22, 2013

Λίγη σκουριά στο απελπισμένο στόμα μου



Παρκάρισα δίπλα στο κολυμβητήριο. Μυρωδιά από χλώριο με μια ιδέα φυκιάδας από το Σαρωνικό. Εκεί ακριβώς που φυλάγαμε σκοπιά κάποτε, στην πύλη της Ναυτικών Δοκίμων.
«Θυμάσαι ρε μαλάκα;»
«Θυμάμαι»
«Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που έσερνα το χέρι μου κόντρα στον αδρό τοίχο μέχρι να ματώσει;»
«Θυμάμαι»
Ο ναύτης, που τώρα είχε βάρδια, σε τίποτα δεν θύμιζε τις προσωπογραφίες του Τσαρούχη. Ούτε καν εμάς. Ήταν ξινός και ασουλούπωτος μέσα στο φαρδύ παντελόνι και τον επενδύτη, παλιάτσος με το ζόρι.

Έβαλα κρασί στα ποτήρια και τον χτύπησα στην πλάτη, με το λιγδωμένο χέρι μου. Πριν καθάριζα τηγανητές γαρίδες.
«Στην υγεία σου. Το άξιζες ρε. Σου γάμησα και το ακριβό πουκάμισο.»
Γελάσαμε. Ο Αχιλλέας κι εγώ. Από το δημοτικό μαζί. Όταν ακόμα στις γειτονιές παίζαμε στη μέση του δρόμου ξεχτένιστοι, τάπες, μήλα και κυνηγητό. Ύστερα, μια ζωή παρέα. Πάντα μαζί. Έστριβα τη γωνία και με ρωτούσαν που είναι. Ήταν πιο κάτω, στο περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα, κρυφά. Αυτός πιο γρήγορος σε όλα, πιο συνεπής. Εγώ μια ιδέα κωλοπαιδαράς. Ή έτσι με βόλευε να πιστεύουν.

Από το βάθος του στενού δρόμου, εκείνου που η μπουγάδα του ενός χαιρετάει τις κιλότες της αντροχωρίστρας απέναντι, λες κι είμαστε στη Νάπολη, ή έτσι ακριβώς, ακουγόταν η Μοσχολιού. Τραγουδούσε τα Δειλινά. Καθώς έπλενα τα χέρια μου, στάθηκα παγωμένος για λίγο στον χτύπο του ρολογιού, πίστεψα ότι τον χάνω. Εγώ εδώ, εκείνος ένα τσικ πιο ψηλά. Σαν το καλοκαίρι που γυρίσαμε από το ναυτικό. Η Ελένη με το άσπρο φουστάνι. Ένα τίναγμα στο παρθένο καστανόξανθο μαλλί της και τον μάγκωσε για πάντα. Αχ, Ελένη.

Εκείνος παντρεμένος, εγώ στη γύρα. Ποτά, ξενύχτια, κωλόμπαρα, γκόμενες.
«Συμμαζέψου ρε μαλάκα. Για τη μάνα σου. Βρες ένα καλό κορίτσι.»
Ποτέ δεν γούσταρα τα καλά κορίτσια. Πάταγα στα άκρα. Είτε πουτάνα, εντελώς, του σχοινιού και του παλουκιού, λαϊκιά και μοιραία ταυτόχρονα, να μη ξέρεις ποιος μπαινοβγαίνει σπίτι της, ή της αριστερής διανόησης, λίγο ξιπασμένη, λίγο στο κόμμα, λίγο αγώνας, λίγο μεταμοντέρνα τέχνη, λίγο είσαι πολύ ρηχός για μένα.

Στην εταιρεία είχα ακούσει, συχνά πυκνά, κάτι γλοιώδη ανθρωπάκια να ψιθυρίζουν στις γωνίες:
«Ο Αχιλλέας έβαλε πλάτη να έρθει»
Η αλήθεια είναι ότι μίλησε για μένα, όχι ότι μου έλειπε πτυχίο ή γλώσσες ή εμπειρία. Εγώ ήμουν και Βιολόγος, είχα και μια σχέση με το αντικείμενο. Αυτοί που με έθαβαν, δεν είχαν κανένα χαρτί στο χέρι. Κομπλεξικά υπαλληλάκια με μπόνους, ταξίδια σε συνέδρια και κάνα μουνί, όλο τουπέ, στα νοσοκομεία, να τους κουνιέται. Τώρα που ο Αχιλλέας έγινε προϊστάμενος, κανείς δεν τόλμαγε να σχολιάσει τη συνεργασία μας. Τη φιλία μας. Τα βλέμματα πέταγαν στιλέτα, αλλά η γλώσσα έγλειφε, κρύβοντας με επιμέλεια, τα δόντια που διοχετεύουν δηλητήριο, όπως στα σωληνόγλυφα φίδια.

Οι μέρες πριν τις γιορτές έτρεχαν κατοστάρι. Να πιάσουμε τους στόχους, να πιάσουμε όλους τους στόχους. Το βράδυ έξω από τα γραφεία της εταιρείας, έστριβα ένα τσιγάρο, κοίταγα τον ουρανό, το φεγγάρι είχε στεφάνι, χιονιάς, θυμόμουν τον ψαρά παππού μου. Κούμπωνα το παλτό και πίσω σπίτι, τα μάτια μου πιο θολά από ανακατεμένο βυθό, το πουλί μου πεθαμένο, εκεί ανάμεσα στα σκέλια, κουλουριασμένο αδιάφορα. Καμιά διάθεση να γλεντήσω την κούραση. Αντίλαλος που σου τρυπάει το τύμπανο η φωνή του:
«Να πιάσουμε τους στόχους»

Ούτε που πρόσεξα την αλλαγή στο βλέμμα του, τη ματιά του αφεντικού που μας έπαιρνε τα μέτρα, όπως ο νεκροθάφτης. Ούτε που άκουσα το αρχικό τρέμουλο στη φωνή, στις συναντήσεις της Δευτέρας, έχουμε μείνει πίσω στους στόχους, τα κεντρικά μας πιέζουν, δεν τρέχετε αρκετά, τρέχουμε τώρα. Ούτε που θυμάμαι, πότε η φωνή αυτή σκλήρυνε και ήχησε στην γενική βουβαμάρα σα μαστίγιο που σκίζει τη σιωπή, δεν θα ανεχτώ άλλο αυτή την αδράνεια, την έλλειψη κινητοποίησης, την έλλειψη πρωτοβουλίας, δεν έχετε φιλοδοξία μέσα σας, δεν έχετε αίμα να κυλάει στις φλέβες σας, δεν ξέρω αν σας αξίζει να βρίσκεστε εδώ, γαμώ την πολυεθνική μου μέσα. Χτύπησε το χέρι πάνω στο καρυδένιο, πανάκριβο, χειροποίητο τραπέζι απ’ το Σαρίδη, μέσα στο μαυσωλείο των εταιρικών συναντήσεων. Ένα κρυστάλλινο ποτήρι έσκασε με φόρα στο πάτωμα κι έγινε χίλια κομμάτια. Στο μαυσωλείο οι πεθαμένοι κατάπιαν την φωνή τους. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. Μπροστά μου είχα έναν ξένο άνθρωπο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ανάσαινα το λιγοστό οξυγόνο, προσπαθώντας να νιώσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Έπεφτα και έπεφτα από το Έβερεστ τουλάχιστον, εκεί δεν είναι που το οξυγόνο είναι αραιό;  Έπεφτα στο απροσδιόριστο κενό μιας γκρίζας απαρχής. Ο χαρταετός στον πίνακα του Βασιλείου που κεντράριζα, μήπως με συνεφέρει, είχε κοπεί και βυθιζόταν, σε ένα απεγνωσμένο μακροβούτι, εκεί, μπροστά στα μάτια μου.

Παραμονή Χριστουγέννων, χωρίς προσκλήσεις ιδιαίτερες, για φαγητό και χαρτί, σπίτι του. Ανάμεσα σε ‘κείνον και μένα μια ηχηρή ανοικειότητα. Πως πάγωνα τη συμπεριφορά μου όταν ήθελα να χωρίσω σε μια σχέση που πέρναγα γενικά καλά; E κάπως έτσι. Δυο τρεις κουβέντες τυπικές περί ανέμων και υδάτων. Μικρές παύσεις που σου σφίγγουν το στομάχι. Στο τρίτο ουίσκι, μου είπε στο αυτί:
 «Τώρα που έχεις άδεια, να πούμε δυο λόγια, οι δυο μας, εκτός γραφείου, όπως παλιά»
«Παίδες, κουράστηκα, την κάνω» είπα απότομα.
«Κάτσε ρε, είσαι καλά, που πας, χαλάς  το παιχνίδι»
«Κουράστηκα, σώνει, πάω για ύπνο. Εμείς οι δύο, αύριο, Χριστούγεννα ανήμερα. Ελενίτσα καληνύχτα και καλή μας τύχη.»
Σήκωσα το ποτήρι κι ήπια δυο, τρεις γουλιές μαζεμένα.  Πέταξα τα χαρτιά πάνω στην τσόχα. Ήταν άσσος, ρήγας, ντάμα, βαλές, δέκα, κούπα.

Το σούρουπο στο λιμανάκι, μπροστά στο ξωκλήσι του Αη Νικόλα στην Ηλεκτρική, είχα σούρει τα βήματα μου, βήματα κατάδικου, όχι εορταστικά, βήματα που σκόνταψαν στις πέτρες τα δετά ιταλικά μποτάκια μου. Βήματα πικρά, που δεν ξεπλένει ούτε το ξερό κρύο, ούτε τα χίλια κινέζικα λαμπιόνια του βλαχοδήμαρχου, ούτε ο ήλιος που ξεπέφτει πίσω απ’ την Ψυττάλεια. Βήματα προς το ικρίωμα της ιστορίας, το τέλος της αθωότητας, το νυν τελεία και παύλα. Βήματα που το ένα αναιρεί το άλλο, σε σημείο να βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες, που έφτασες στο ξύλινο παγκάκι, που καρφώθηκες στον τύπο που ψαρεύει, ψαρεύει μέσα στο ψοφόκρυο ο ψυχάκιας Χριστουγεννιάτικα στο βρωμολίμανο, να βλαστημάς την ώρα που δεν έστειλες ένα μήνυμα, άκυρο μαν τα λέμε άλλη μέρα, χρόνια πολλά, από ψυχής, ξέρεις αυτή τη μαύρη, μέσα βαθιά μέσα μου.

Έπειτα το μόνο που θυμάμαι είναι τα άδεια μάτια του, μάτια νεκρά, μάτια που σκότωσαν ό,τι είχαν από ευαισθησία για να πουν μερικές σάπιες από καιρό κουβέντες, αυτές που έπρεπε να ειπωθούν, μηχανικά, για λόγους περικοπών κάποιος θα έφευγε, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο ήταν, βασανίζομαι καιρό, διάλεξα εσένα, είμαστε φίλοι τόσα χρόνια, εσύ θα καταλάβεις, δεν θα μου κρατήσεις κακία, είσαι μόνος σου Πάτροκλε, δεν έχεις ανάγκη, είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις, πάντα τα κατάφερνες, πάντα ήσουν ο πιο μάγκας, θαυμάζω πως είσαι μόνος σου, τον τρόπο που στέκεσαι αγέρωχος, που ζεις τη ζωή σου, που είσαι ελεύθερος.

Τα άδεια μάτια του με κρατάνε ακίνητο να υπομένω μια γλώσσα που παραληρεί. Το μόνο που θυμάμαι, είναι τα χέρια μου στο λαιμό του. Η έκφραση στα μάτια ίδια. Το στόμα σωπαίνει πια. Τίποτα, τίποτα, πέρα από ένα γλάρο που κρώζει μίλια πέρα, δεν ακούγεται. Τα μάτια του νεκρά με κοιτάνε σα να μην είμαι εκεί. Δεν υπάρχω. Ξεσφίγγω τα χέρια και τρέχω μακριά, στο σκοτάδι μιας νύχτας μεταλλικής, χωρίς ελπίδα, λίγη σκουριά μόνο, η γεύση στο απελπισμένο στόμα μου.