Monday, January 13, 2014

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα



To μετρό είναι το βαριετέ των περίεργων ανθρώπων. Μια υπόγεια φυλή, σχεδόν αλλόκοτη, ταξιδεύει από σταθμό σε σταθμό, βουβή, κατηφής, ηττημένη. Φορώντας τα πιο σκοτεινά κι αταίριαστα ρούχα, βρυχάται με μικρές άναρθρες κραυγές, διαμαρτυρόμενη, για το παρόν που της πέφτει αφόρητα στενό κουστούμι, τους στριμωγμένους συρμούς, τους διαβολικούς γέρους με τα μαγκούρια που σπρώχνουν να μπουν γρήγορα, απαιτώντας να καβατζώσουν μια θέση. Προσπαθείς να τους κοιτάξεις στα μάτια, μα στρέφουν το βλέμμα στο πάτωμα, στο αόριστο σκοτάδι έξω από το παράθυρο, μέσα στο τούνελ, σε μια που μονολογεί, τσαλακώνοντας ένα κομμάτι χαρτί με θόρυβο, ξανά και ξανά, 

«H γη είναι τρύπα και η τρύπα είναι γη». 

Όμως ακόμα πιο πολλοί, ανατριχιαστικά πολλοί, πασπατεύουν το κινητό τους, ένας θεός ξέρει τι στο διάολο κάνουν αδιάκοπα με αυτό το μαραφέτι. Ένα κομψό ζευγάρι παπούτσια σπάνιο να πετύχεις πάνω τους, τα τηλέφωνα τους όμως φυσάνε.

*
Εκείνο το μεσημέρι, δεν πάει καιρός, που στεκόταν πάνω σε ένα κλειστό φρεάτιο, με πλάτη στον τοίχο υπό γωνία κι ενώ κουνιόταν ρυθμικά, ένας κύριος, πολύ καθωσπρέπει σε εμφάνιση, αλλά και σε τρόπους, ήρθε από την άκρη της αποβάθρας να τη ρωτήσει, αν αυτό στα πόδια της ήταν ζυγαριά. Απάντησε:

«Όχι φυσικά, είναι ένα φρεάτιο ηλεκτρικών καλωδίων»

και τότε έφυγε απότομα μακριά της, προς την αρχική του θέση, με μια λυπημένη έκφραση. Τον είχε, απολύτως απογοητεύσει. 

*
Τις μέρες που φορά τεράστια μαύρα γυαλιά, ήδη από τις επτά το πρωί, αξημέρωτα, σέρνοντας τα πιο βαριεστημένα βήματα του σύμπαντος, την πιο ακοινώνητη έκφραση του γαλαξία, υπάρχουν κάποιοι που έρχονται καρφί σε κείνη, για να ρωτήσουν την πιο απίθανη υπόγεια διαδρομή. Στις τουαλέτες του γραφείου κοιτιέται να δει αν έχει κάτι σοβαρό επάνω της, λίγο παραπανίσιο κύρος που να την ξεχωρίζει από το ανακατεμένο πλήθος. Δεν βλέπει τίποτα. Βλέπει την έκφραση της γκρίνιας με σάρκα και οστά και καταλήγει, το κάνουν επίτηδες, θα σκέφτονται:

«Να αυτή, αυτή με το ύφος, η σνομπαρία, αυτή θα αναγκαστεί να σπάσει τη σιωπή της και να μιλήσει, αυτή θα ρωτήσω. Για να μάθει.»

*
Tα πρωινά ταξιδεύουν με το τρένο εκείνοι που δουλεύουν στο κέντρο. Μπορεί και οι άφραγκοι. Σε λίγο οι τελευταίοι, θα πηγαίνουν με τα πόδια. Γυναίκες, κορίτσια και συνταξιούχοι. Παρατηρεί πώς κοιτούν όσους κουβαλάνε σακούλες με ψώνια. Σχεδόν με μίσος. Σταλάζει μέσα τους ο φθόνος του πεθαμένου από καιρό αλόγιστου καταναλωτή. Το ίδιο φθονερό μάτι θα κεντράρει πάντα τον ωραίο κώλο μέσα στο κολάν. Πονάς όταν δεν μπορείς να συγχωρέσεις την ομορφιά σε μια νέα γυναίκα, πονάς από την στέρηση, τα χαμένα χρόνια, την  αθωότητα που εξατμίστηκε σε φτηνές δικαιολογίες. Η μη αποδοχή της αρμονίας είναι η πιο βαθιά αναπηρία. Ο κώλος που χαζεύουν όλοι στο μετρό, θα υπάρχει, σκέφτεται, όσο και να τον λοιδορήσει κανείς, όσο και να τον μισήσει, όσο και να τον αγνοήσει, εκεί, στημένος, λάγνος, να θυμίζει, την ύπαρξη ομορφιάς σε ένα κόσμο ατελή, που οι εικόνες σκάνε σαν πυροτεχνήματα στο σκοτάδι, απότομα και με θόρυβο.

*
Η μόνιμη συννεφιά της απογευματινής επιστροφής, μια από αυτές τις μέρες που κάθονται σαν μολύβι στο στέρνο. Ψιλόβροχο και αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, έτοιμα να την καταβροχθίσουν. Ολόγυρα ούτε δυο μάτια να πιαστεί, ούτε ένα σώμα διαθέσιμο να ακουμπήσει πάνω του απαλά το βάρος της, με μια ιδέα άφεσης στην στιγμιαία ανθρωπιά της συνωστισμένης επαφής. Απελπισία. Ο ψηλός με το κουστούμι απέναντι, φτιάχνει το μαλλί του, ισιώνει τα πέτα του σακακιού του, αναρωτιέται αν βλέπει καλά. Αν αυτά που της γλείφουν το μάγουλο είναι δάκρυα. Δεν μπορεί να είναι τόσο γκαντέμης σκέφτεται, μια άγνωστη γυναίκα κλαίει μπροστά του, δημόσια, κοιτώντας ψηλά το ταβάνι, σα να περιμένει να βρέξει ελπίδα στο βαγόνι.

*
            Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, φρεσκοβαμμένα μαύρα νύχια, ασόρτι με τη διάθεση, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ την μέσα στο συρμό για Φιξ. Έπιασε κρύο, αυτό που με την υγρασία σου περονιάζει τα κόκκαλα.

«Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια» 

Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτά βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τα χέρια της δεν είναι ελεύθερα. Δεν έχει καλά καλά στεγνώσει το βερνίκι. Τον κοιτά ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγούνε στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια απορημένα. Φοβάται να του ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι τον γούσταρε. Θα αναθεωρήσει όμως αμέσως: 

«Μπα η ιδέα μου θα ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να ήταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;»

Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.





πάνω σε μια παλιότερη και μερικές νεότερες υπόγειες αφηγήσεις
η φωτογραφία από το quoteco.com
                                                                                                           

Sunday, December 22, 2013

Λίγη σκουριά στο απελπισμένο στόμα μου



Παρκάρισα δίπλα στο κολυμβητήριο. Μυρωδιά από χλώριο με μια ιδέα φυκιάδας από το Σαρωνικό. Εκεί ακριβώς που φυλάγαμε σκοπιά κάποτε, στην πύλη της Ναυτικών Δοκίμων.
«Θυμάσαι ρε μαλάκα;»
«Θυμάμαι»
«Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που έσερνα το χέρι μου κόντρα στον αδρό τοίχο μέχρι να ματώσει;»
«Θυμάμαι»
Ο ναύτης, που τώρα είχε βάρδια, σε τίποτα δεν θύμιζε τις προσωπογραφίες του Τσαρούχη. Ούτε καν εμάς. Ήταν ξινός και ασουλούπωτος μέσα στο φαρδύ παντελόνι και τον επενδύτη, παλιάτσος με το ζόρι.

Έβαλα κρασί στα ποτήρια και τον χτύπησα στην πλάτη, με το λιγδωμένο χέρι μου. Πριν καθάριζα τηγανητές γαρίδες.
«Στην υγεία σου. Το άξιζες ρε. Σου γάμησα και το ακριβό πουκάμισο.»
Γελάσαμε. Ο Αχιλλέας κι εγώ. Από το δημοτικό μαζί. Όταν ακόμα στις γειτονιές παίζαμε στη μέση του δρόμου ξεχτένιστοι, τάπες, μήλα και κυνηγητό. Ύστερα, μια ζωή παρέα. Πάντα μαζί. Έστριβα τη γωνία και με ρωτούσαν που είναι. Ήταν πιο κάτω, στο περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα, κρυφά. Αυτός πιο γρήγορος σε όλα, πιο συνεπής. Εγώ μια ιδέα κωλοπαιδαράς. Ή έτσι με βόλευε να πιστεύουν.

Από το βάθος του στενού δρόμου, εκείνου που η μπουγάδα του ενός χαιρετάει τις κιλότες της αντροχωρίστρας απέναντι, λες κι είμαστε στη Νάπολη, ή έτσι ακριβώς, ακουγόταν η Μοσχολιού. Τραγουδούσε τα Δειλινά. Καθώς έπλενα τα χέρια μου, στάθηκα παγωμένος για λίγο στον χτύπο του ρολογιού, πίστεψα ότι τον χάνω. Εγώ εδώ, εκείνος ένα τσικ πιο ψηλά. Σαν το καλοκαίρι που γυρίσαμε από το ναυτικό. Η Ελένη με το άσπρο φουστάνι. Ένα τίναγμα στο παρθένο καστανόξανθο μαλλί της και τον μάγκωσε για πάντα. Αχ, Ελένη.

Εκείνος παντρεμένος, εγώ στη γύρα. Ποτά, ξενύχτια, κωλόμπαρα, γκόμενες.
«Συμμαζέψου ρε μαλάκα. Για τη μάνα σου. Βρες ένα καλό κορίτσι.»
Ποτέ δεν γούσταρα τα καλά κορίτσια. Πάταγα στα άκρα. Είτε πουτάνα, εντελώς, του σχοινιού και του παλουκιού, λαϊκιά και μοιραία ταυτόχρονα, να μη ξέρεις ποιος μπαινοβγαίνει σπίτι της, ή της αριστερής διανόησης, λίγο ξιπασμένη, λίγο στο κόμμα, λίγο αγώνας, λίγο μεταμοντέρνα τέχνη, λίγο είσαι πολύ ρηχός για μένα.

Στην εταιρεία είχα ακούσει, συχνά πυκνά, κάτι γλοιώδη ανθρωπάκια να ψιθυρίζουν στις γωνίες:
«Ο Αχιλλέας έβαλε πλάτη να έρθει»
Η αλήθεια είναι ότι μίλησε για μένα, όχι ότι μου έλειπε πτυχίο ή γλώσσες ή εμπειρία. Εγώ ήμουν και Βιολόγος, είχα και μια σχέση με το αντικείμενο. Αυτοί που με έθαβαν, δεν είχαν κανένα χαρτί στο χέρι. Κομπλεξικά υπαλληλάκια με μπόνους, ταξίδια σε συνέδρια και κάνα μουνί, όλο τουπέ, στα νοσοκομεία, να τους κουνιέται. Τώρα που ο Αχιλλέας έγινε προϊστάμενος, κανείς δεν τόλμαγε να σχολιάσει τη συνεργασία μας. Τη φιλία μας. Τα βλέμματα πέταγαν στιλέτα, αλλά η γλώσσα έγλειφε, κρύβοντας με επιμέλεια, τα δόντια που διοχετεύουν δηλητήριο, όπως στα σωληνόγλυφα φίδια.

Οι μέρες πριν τις γιορτές έτρεχαν κατοστάρι. Να πιάσουμε τους στόχους, να πιάσουμε όλους τους στόχους. Το βράδυ έξω από τα γραφεία της εταιρείας, έστριβα ένα τσιγάρο, κοίταγα τον ουρανό, το φεγγάρι είχε στεφάνι, χιονιάς, θυμόμουν τον ψαρά παππού μου. Κούμπωνα το παλτό και πίσω σπίτι, τα μάτια μου πιο θολά από ανακατεμένο βυθό, το πουλί μου πεθαμένο, εκεί ανάμεσα στα σκέλια, κουλουριασμένο αδιάφορα. Καμιά διάθεση να γλεντήσω την κούραση. Αντίλαλος που σου τρυπάει το τύμπανο η φωνή του:
«Να πιάσουμε τους στόχους»

Ούτε που πρόσεξα την αλλαγή στο βλέμμα του, τη ματιά του αφεντικού που μας έπαιρνε τα μέτρα, όπως ο νεκροθάφτης. Ούτε που άκουσα το αρχικό τρέμουλο στη φωνή, στις συναντήσεις της Δευτέρας, έχουμε μείνει πίσω στους στόχους, τα κεντρικά μας πιέζουν, δεν τρέχετε αρκετά, τρέχουμε τώρα. Ούτε που θυμάμαι, πότε η φωνή αυτή σκλήρυνε και ήχησε στην γενική βουβαμάρα σα μαστίγιο που σκίζει τη σιωπή, δεν θα ανεχτώ άλλο αυτή την αδράνεια, την έλλειψη κινητοποίησης, την έλλειψη πρωτοβουλίας, δεν έχετε φιλοδοξία μέσα σας, δεν έχετε αίμα να κυλάει στις φλέβες σας, δεν ξέρω αν σας αξίζει να βρίσκεστε εδώ, γαμώ την πολυεθνική μου μέσα. Χτύπησε το χέρι πάνω στο καρυδένιο, πανάκριβο, χειροποίητο τραπέζι απ’ το Σαρίδη, μέσα στο μαυσωλείο των εταιρικών συναντήσεων. Ένα κρυστάλλινο ποτήρι έσκασε με φόρα στο πάτωμα κι έγινε χίλια κομμάτια. Στο μαυσωλείο οι πεθαμένοι κατάπιαν την φωνή τους. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. Μπροστά μου είχα έναν ξένο άνθρωπο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ανάσαινα το λιγοστό οξυγόνο, προσπαθώντας να νιώσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Έπεφτα και έπεφτα από το Έβερεστ τουλάχιστον, εκεί δεν είναι που το οξυγόνο είναι αραιό;  Έπεφτα στο απροσδιόριστο κενό μιας γκρίζας απαρχής. Ο χαρταετός στον πίνακα του Βασιλείου που κεντράριζα, μήπως με συνεφέρει, είχε κοπεί και βυθιζόταν, σε ένα απεγνωσμένο μακροβούτι, εκεί, μπροστά στα μάτια μου.

Παραμονή Χριστουγέννων, χωρίς προσκλήσεις ιδιαίτερες, για φαγητό και χαρτί, σπίτι του. Ανάμεσα σε ‘κείνον και μένα μια ηχηρή ανοικειότητα. Πως πάγωνα τη συμπεριφορά μου όταν ήθελα να χωρίσω σε μια σχέση που πέρναγα γενικά καλά; E κάπως έτσι. Δυο τρεις κουβέντες τυπικές περί ανέμων και υδάτων. Μικρές παύσεις που σου σφίγγουν το στομάχι. Στο τρίτο ουίσκι, μου είπε στο αυτί:
 «Τώρα που έχεις άδεια, να πούμε δυο λόγια, οι δυο μας, εκτός γραφείου, όπως παλιά»
«Παίδες, κουράστηκα, την κάνω» είπα απότομα.
«Κάτσε ρε, είσαι καλά, που πας, χαλάς  το παιχνίδι»
«Κουράστηκα, σώνει, πάω για ύπνο. Εμείς οι δύο, αύριο, Χριστούγεννα ανήμερα. Ελενίτσα καληνύχτα και καλή μας τύχη.»
Σήκωσα το ποτήρι κι ήπια δυο, τρεις γουλιές μαζεμένα.  Πέταξα τα χαρτιά πάνω στην τσόχα. Ήταν άσσος, ρήγας, ντάμα, βαλές, δέκα, κούπα.

Το σούρουπο στο λιμανάκι, μπροστά στο ξωκλήσι του Αη Νικόλα στην Ηλεκτρική, είχα σούρει τα βήματα μου, βήματα κατάδικου, όχι εορταστικά, βήματα που σκόνταψαν στις πέτρες τα δετά ιταλικά μποτάκια μου. Βήματα πικρά, που δεν ξεπλένει ούτε το ξερό κρύο, ούτε τα χίλια κινέζικα λαμπιόνια του βλαχοδήμαρχου, ούτε ο ήλιος που ξεπέφτει πίσω απ’ την Ψυττάλεια. Βήματα προς το ικρίωμα της ιστορίας, το τέλος της αθωότητας, το νυν τελεία και παύλα. Βήματα που το ένα αναιρεί το άλλο, σε σημείο να βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες, που έφτασες στο ξύλινο παγκάκι, που καρφώθηκες στον τύπο που ψαρεύει, ψαρεύει μέσα στο ψοφόκρυο ο ψυχάκιας Χριστουγεννιάτικα στο βρωμολίμανο, να βλαστημάς την ώρα που δεν έστειλες ένα μήνυμα, άκυρο μαν τα λέμε άλλη μέρα, χρόνια πολλά, από ψυχής, ξέρεις αυτή τη μαύρη, μέσα βαθιά μέσα μου.

Έπειτα το μόνο που θυμάμαι είναι τα άδεια μάτια του, μάτια νεκρά, μάτια που σκότωσαν ό,τι είχαν από ευαισθησία για να πουν μερικές σάπιες από καιρό κουβέντες, αυτές που έπρεπε να ειπωθούν, μηχανικά, για λόγους περικοπών κάποιος θα έφευγε, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο ήταν, βασανίζομαι καιρό, διάλεξα εσένα, είμαστε φίλοι τόσα χρόνια, εσύ θα καταλάβεις, δεν θα μου κρατήσεις κακία, είσαι μόνος σου Πάτροκλε, δεν έχεις ανάγκη, είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις, πάντα τα κατάφερνες, πάντα ήσουν ο πιο μάγκας, θαυμάζω πως είσαι μόνος σου, τον τρόπο που στέκεσαι αγέρωχος, που ζεις τη ζωή σου, που είσαι ελεύθερος.

Τα άδεια μάτια του με κρατάνε ακίνητο να υπομένω μια γλώσσα που παραληρεί. Το μόνο που θυμάμαι, είναι τα χέρια μου στο λαιμό του. Η έκφραση στα μάτια ίδια. Το στόμα σωπαίνει πια. Τίποτα, τίποτα, πέρα από ένα γλάρο που κρώζει μίλια πέρα, δεν ακούγεται. Τα μάτια του νεκρά με κοιτάνε σα να μην είμαι εκεί. Δεν υπάρχω. Ξεσφίγγω τα χέρια και τρέχω μακριά, στο σκοτάδι μιας νύχτας μεταλλικής, χωρίς ελπίδα, λίγη σκουριά μόνο, η γεύση στο απελπισμένο στόμα μου.

Wednesday, November 06, 2013

Το απολιθωμένο γεγονός



Αυτό το στρώμα ήταν ο παγκόσμιος χάρτης της πρόσφατης ζωής της. Έχασκε άστρωτο εδώ και καιρό. Στην άκρη, απ’ τη μεριά εκείνου, έβλεπε ξεκάθαρα σταγόνες από κιτρινισμένο ιδρώτα. Λίγες κοντές τρίχες, σφηνωμένες στο ύφασμα. Δυο σκονισμένα ίχνη στο πλάι, από μια κλωτσιά που είχε ρίξει με το παπούτσι της, ένα Σαββάτο βράδυ. Αχνά περιγράμματα, από τα δυο σώματα αγκαλιασμένα, κουλουριασμένα σε εμβρυακή στάση, αποτραβηγμένα στις γωνιές. Το στρώμα είναι η διαρκής μνήμη. Μνημείο πεσόντων, που δεν τιμάει κανείς τις γιορτές. Χωρίς λουλούδια και καντήλι. Κι’ όμως, μπροστά του, στέκει συχνά, κοκαλωμένη, στα γόνατα πεσμένη, σε στάση προσευχής, έξι μήνες τώρα και κλαίει σιωπηρά, για ώρες. Εκεί, πάνω στο ξύλινο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας θα την πάρει ο ύπνος. Θα κοιμηθεί αποκαμωμένη στην γωνιά, σα δαρμένο σκυλί. Στον καναπέ του σαλονιού. Σε  κάποιο ξένο κρεβάτι. Αφού έχει πιει πολύ. Εδώ και έξι μήνες πίνει. Πίνει μέχρι να ξεχνάει το όνομά της. Μέχρι την γραμμή αυτή, που σε απελευθερώνει από ταυτότητα κι αρχίζεις να κατασκευάζεις ψεύτικες ιστορίες για την πάρτη σου. Πότε πιο δραματικές, πότε πιο επικές, μιλώντας –ανάλογα τον ακροατή-για γεγονότα που συγκινούν. Καθαρό δράμα, πάνω από ένα μισογεμάτο ποτήρι, πλέκεται στα χέρια μιας τσακισμένης γυναίκας.

Τις κρύες νύχτες κάτω απ’ την Ακρόπολη, στο δρόμο προς το σπίτι, ακούει στο πλακόστρωτο τον χτύπο των παπουτσιών της. Φωτίζει η νύχτα, μια βουβαμάρα σκληρή. Σφίγγει το μάλλινο κασκόλ γύρω από τον ψηλό λαιμό, σαν θηλιά. Η ενοχή των εγκαταλελειμμένων ανθρώπων. Γιατί σ’ εμένα; Τι έκανα λάθος; Πως δεν  το είδα να έρχεται; Και έπειτα, δεν πα να γαμηθείτε όλοι σας.
Στο τέλος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου σταματάει ξαφνικά η σιωπή. Φαρμακείο, μαγαζιά, ταβέρνες. Σε ένα στενό αριστερά το Θέατρο του Κουν, ένα μικρό ανθοπωλείο που της είχε πάρει πριν την παράσταση, ένα μονό τριαντάφυλλο, δεξιά η Σφενδόνη που είχαν δει την Κούκλα του Χατζηγιαννίδη και το Ρίτερ, Ντένε, Φoς, το Ντουέντε που τα έπιναν. Εκεί κι ένας μεγάλος κάδος σκουπιδιών. Ο αγαπημένος της. Άφηνε τα βράδια, ανέπαφες, όλες τις σοκολάτες που είχε ήδη αγοράσει, όταν άρχιζε δίαιτα. Ξαναγύριζε να δει αν έλειπαν. Άφαντες. Τα όσπρια, όταν τον ενοχλούσε το στομάχι του. Εκεί και τα παλιά ρούχα, τις ντεμοντέ κουβέρτες Βέτλανς Νάουσα που έφερε απ’ τα φοιτητικά του χρόνια. Ο άστεγος στη Νίκης  δεν τις πρόλαβε, κουλουριαζόταν σε ένα δικό του ελαφρύ υπνόσακο. Ακόμα κι όταν χιόνισε.

Σήμερα, όσο και να ζάλισε τη σκέψη της, δεν θυμήθηκε κάτι να περισσεύει. Μέσα στον κάδο είναι βουτηγμένο ένα αγόρι. Δίπλα του, στο σκοτάδι, ένας άντρας, επιτηρεί σχεδόν. Δεν βλέπει καλά τα πρόσωπα τους στο λιγοστό φως, μόνο σκιές. Δεν ακούγεται κουβέντα. Μόνο το ψάξιμο που τρίζει. Αυτό που σου θερίζει τα σωθικά. Το ψάξιμο της πείνας.
Γυρίζει απότομα να φύγει κι έπειτα αλλάζει γνώμη, τους φωνάζει:
''Έχω ένα στρώμα να σας δώσω, το θέλετε;''
Καμιά απόκριση.
''Αμερικάνικο στρώμα, από τα ακριβά, αυτά που παίρνουν το σχήμα του σώματος σου.''
Καμία απόκριση.
''Ελάτε, λέει, σιγανά τώρα, ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, μένω εδώ παραδίπλα, αν σας κάνει, το παίρνετε.''
Οι άντρες την ακολουθούν. Θα έπρεπε να φοβάται.  Όμως έχει μια έξαψη. Ανοίγει την πόρτα της. Περνάνε μέσα και το φορτώνουν στις πλάτες. Καμιά κουβέντα. Μόνο ένα αχνό χαμόγελο στο μελαχρινό πρόσωπο του αγοριού. Ρίχνει λίγο νερό στα μούτρα της και χύνεται στο δρόμο, στο κατόπι τους. Τέσσερα χέρια πασχίζουν να μεταφέρουν ένα στρώμα. Από την Πλάκα στην Αχαρνών, στα χέρια. Μια ιστορία ξαπλωμένη σε τέσσερα ξένα χέρια. Βλέπει τα κορμιά που θα κοιμηθούν ξανά. Στο τέρμα της διαδρομής μια ψιχάλα την πετυχαίνει στο μέτωπο. Κοιτάει τον ουρανό, κατράμι πίσσα. Θυμάται ένα ποίημα.

Στις ακουαρέλες του ζωγράφου
το ψιλόβροχο
αγνοεί τις λαϊκές συνοικίες.
Στην κορυφή
ενός απολιθωμένου γεγονότος
κάτω απ’ τις σημαίες
φυτρώνει το δάκρυ των φτωχών.

Η πιο ακραία διαμαρτυρία είναι η σιωπή.
Δεν την αντέχεις.


Θέλει να ουρλιάξει στη σιωπή.



Το ποίημα είναι το:

Ανέκφραστοι

Του Αντώνη Αντωνάκου από το Φθινόπωρο του Στρατιώτη
απ' όπου και ο τίτλος

φωτογραφία Henri Cartier-Bresson