Monday, September 23, 2013

Ισόβια

είχε καταδικαστεί
να τον αποφεύγουν
όπως ο διάολος το λιβάνι

από τα μονοπάτια της Αγίας Άννας
ως τη λόζα του νησιού
μύριζε η ανάσα του
σκληρή αλήθεια
και σκέψεις βαριές
ασήκωτες
μολύβια
κι' όσο να πεις
το καλοκαίρι στα νησιά
είναι για χάχανα

άντε και καμιά
γυμνή ψωλή
σε κοινή θέα



στην Ελένη

φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Sunday, September 01, 2013

Eδώ


Πάνω σε ένα βράχο, τραχύ, από αυτούς που δεν σκαρφαλώνονται με άμαθα γυμνά πόδια και κόβουν σαν λεπίδια, ακούμπησε τον καπνό του. Ήταν περίεργο, αλλά μέσα σε αυτό το καλοκαίρι των θυελλωδών ανέμων, η μέρα ήταν άπνοη.  Ξεψυχισμένη. Η θάλασσα γυαλί ή μάλλον χάντρα θαλασσιά, για το μάτι που βασκάνει. Ο ποιητής μέσα του αηδιάζει.
‘Άκου το μάτι. Ρε μαλάκα ή είσαι άπιστος ή δεν είσαι.’ Τελοσπάντων, δεν φυσάει καθόλου.

Η αφόρητη ζέστη σε άπνοια, είναι ο διχασμός ανάμεσα στην όρμη να βουτήξει στο νερό και την πακτωμένη ανάγκη να σταθεί ακίνητος, λιώνοντας στο χρόνο, παγώνοντας τη στιγμή. Ο ιδρώτας στάζει απ’ το μέτωπο, απ’ το στήθος, τις μασχάλες, τ’ αρχίδια. Μικρές σταγόνες ποτίζουν τις κροκάλες. Η μία μετά την επόμενη. Και το τσιγάρο μισοτελειώνει ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάκτυλα. 
 
Η φιλοδοξία πεταρίζει μπροστά στα μάτια, σαν αποκόλληση.  Μια γραμμή θολή και μπλε, σε άλλο σημείο κάθε φορά. Κλείνει τα μάτια σφικτά. Εξαφανίστηκε. Η φιλοδοξία, η αισιοδοξία, η δόξα, η λόξα, λέξεις, καμία σημασία δεν έχουν. Εδώ και τώρα. Μπροστά στα πόδια του ένα κύμα στριφογυρίζει το γέρο αχινό στον αφρό. Πεθαίνει. Δεν μπορεί να προσκολληθεί πια. Πεθαίνει. Άλλαξε χρώμα ήδη. Μίκρυναν τα αγκάθια του με τον καιρό, έπαψε να είναι ο αχινός που ήταν. Ήρθε η ώρα να δει τον έξω κόσμο, τελετουργικά. Ένας τελευταίος χορός.

 Εδώ και τώρα, είναι τα στήθη της. Μαλακά, στητά, γυμνά. Τα ζουλά και ζωντανεύουν. Η μικρή μελανιά απ’ τα δάκτυλα παραμένει εκεί. Σημάδι ότι πέρασε. Και η μανία μεταφυσική. Η αγριότητα, του μέσα στο κατακαλόκαιρο, έξω στην φύση. Η βία που απομένει ανάμεσα τους, όταν γδέρνει το τοπίο κάθε επίστρωση βρωμιάς. Κι η μικρή κραυγή, ‘μη πρόσεξε, μη λερώσεις το καθαρό σεντόνι, έλα, πάνω μου’.

Οι σπηλιές, να τη στριμώξει, οι γωνίες στα μονοπάτια, να της αγγίξει τα γόνατα. Να σκύψει στα σκαλιά να γλείψει τις κλειδώσεις. Ας μείνει εδώ. Εδώ είναι το νυν και το αεί.  Στο βάθος, κοράκια κρώζουν τον πόθο και το θάνατο. Εδώ είναι η ζωή. Στο άγριο κατσίκι που στάθηκε στην άκρη του γκρεμού να δει το ηλιοβασίλεμα. Δεν τον πιστεύει κανείς. Λυρικότητες κι αηδίες. Κι όμως στάθηκε. Κι όμως το είδε. Παραμιλούσε, παραπατώντας. Θυμήθηκε τη σκηνή, πολύ αργότερα, στο κέντρο υγείας, που τον μετέφεραν με ηλίαση και ένα μεγάλο καρούμπαλο στο μέτωπο. Ο γελοίος.

Thursday, August 29, 2013

Μακροβούτια

Μπατάρει η εποχή, μπατάρει άσχημα. Σε παίρνουν τα καράβια κιβωτοί, σε φέρνουνε, σε πάνε. Τσακίζει η ψυχή στο φευγιό. Φωνάζει μέσα σου, κουφάλα ζωή, δες με, σαλπάρω. 

Άνοιξα το παράθυρο στην θέα της θάλασσας. Σκοτεινή νύχτα, χωρίς φεγγάρι κι η χλιαρή αύρα έμπασε στο δωμάτιο, γαλάζια μνήμη ανακατεμένη με τη μυρωδιά χιώτικου γιασεμιού, που θέριευε στη γωνιά, δίπλα στην υπαίθρια κρήνη.
Άρχισε να αλλάζει τη θέση των επίπλων στο ενοικιαζόμενο, με μανία. Εδώ το κομοδίνο, οριζόντια το κρεβάτι. Έπειτα λιποθύμησε από την κούραση πάνω στο παλιό στρώμα. Γυρίζοντας με τις ζεστές τυρόπιτες στο χέρι, νωρίς το πρωί, παρατήρησα ότι μέσα στο διπλανό μαντρότοιχο, κάποια από τα μνήματα ήταν ανοιχτά.
Δεν κοιμήθηκα καλά, μου είπε, στριφογύριζα, είδα ότι περνούσαν πάνω απ’ τα σεντόνια μου άνθρωποι, κόσμος πολύς, τα γέμιζαν με άμμο. Τους ρώτησα αναστατωμένη γιατί. Εδώ είναι ο δρόμος μας, απάντησαν και χάθηκαν μέσα  στον τοίχο.
Δεν ήξερε ακόμα ότι δίπλα, μεσοτοιχία και στη μεριά της ακριβώς, ήταν το νεκροταφείο του χωριού.

Καθίσαμε κατάκοποι, σε μια ταβέρνα, στην άκρη του νησιού. Το διπλανό τραπέζι ήταν γεμάτο άδεια καραφάκια ούζο. Ο μουστακαλής ιδιοκτήτης, ήδη μεθυσμένος, άρχισε να μιλάει έντονα στο μοναχικό παραθεριστή. Ιδιόρρυθμο, σαν ξέμπαρκο οδηγό λεωφορείου.
-Είσαι ασφαλίτης, έτσι, το βρήκα;
-Μα πως σου πέρασε απ’ το μυαλό αυτό; Όχι βέβαια, είμαι δικαστικός κλητήρας.
-Είδες που το πέτυχα με τη μία;

Ο συνταξιούχος Ιάπωνας ταξιτζής, σκαρφαλωμένος στα βράχια του νησιού, έκανε κοντά τρεις μήνες διακοπές. Στρεφόταν προς τη δύση κάθε απόγευμα, για την τελετουργία του χαιρετισμού στον ήλιο. Ζέσταινε νερό για πράσινο τσάι, με δύο μεταλλικές αντιστάσεις σε μορφή ράβδου, στο πίσω μέρος του καφενείου, ευλαβικά, το βράδυ στις επτά. Πολλοί επιστημονίσκοι είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι κάνει κάποιου είδους ηλεκτρόλυση. Τσάι έβραζε ο άνθρωπος. Τσάι.
Η σκηνή του ήταν περιτριγυρισμένη από χαρτόκουτα και μεγάλες πέτρες. Δε μιλούσε σχεδόν σε κανέναν. Έτσι περνούσε τα καλοκαίρια, στην άλλη άκρη της γης, στην χώρα ενός διαφορετικού ήλιου. Μόνο, που και που, απαντούσε σε ερωτήσεις ευγενικών πλην αδιάκριτων κοριτσιών.
-Τι έχετε μέσα στα κουτιά; (Τόλμησε να ρωτήσει μια νιόφερτη).
-Τα πράγματα μου.
-Και τι πράγματα είναι αυτά;
-Αυτό είναι το μυστικό μου.

Ο εξάδελφος αλώνιζε πάνω κάτω την παραλία, έβγαζε το μαγιό όταν βουτούσε και μετά το ξανάβαζε στην ακτή. Μας ντρεπόταν. Η δικαιολογία του ήταν, ότι δεν κάνει να λιάζονται τ’ αρχίδια, γενικώς, όχι μόνο τα δικά του. Κάθε μεσημέρι άρχιζε τη γκρίνια.
-Δεν έχει γκόμενες της προκοπής. Όλο δήθεν εναλλακτικές. Άντε να ρίξω λίγο τον πήχη, λιγάκι ακόμα.
-Τη βλέπεις αυτή την αλαφροΐσκιωτη με τα χαϊμαλιά, το κόκκινο κραγιόν; E, σε κοίταζε.
-Αυτή που νομίζει ότι βρίσκεται σε τελετή παγανιστών;
-Άσε, γράψε άκυρο, φεύγει, τώρα που πήγα να κατουρήσω είδα που έφτιαχνε το σακίδιο της.
-Φεύγει; Ρε συ, πόσο ακόμα θα κατεβάσω τον πήχη, πόσο;

Ο γερασμένος γιατρός, κυλιόταν στην άμμο. Το ζαρωμένο του κορμί εκλιπαρούσε λίγη προσοχή. Όμορφα αγόρια, γραμμωμένα, μαυρισμένα, ολόγυμνα, έπαιζαν μπάλα παραδίπλα.
Κράταγε μια μπουρού, που έβγαζε ένα βραχνό, μελαγχολικό βουητό. Την πασπάτευε με τα χείλια και φύσαγε, με τον ενδεδειγμένο τρόπο (βεντουζωτά), όπως έλεγε, κάθε λίγο. Περίμενε σιωπηλά, στο πόστο του, σαν γκόμενα που ντρέπεται, ποιος ξέρει τι, απέναντι σε αυτό το ποτάμι ερωτισμού, που σάρωνε το οπτικό του πεδίο. Το μάτι που ασελγεί ερήμην στο αντικείμενο του πόθου. Αν τύχει, αν ήταν να βρέξει λίγο τα χείλη του, να ξεδιψάσει. Είναι σκληρό, αβάσταχτο, να γερνάς διψασμένος.

Τη στρίμωξε κόντρα στην ξερολιθιά του υπαίθριου καφενείου. Φαινόταν ζαλισμένος. Όλοι ήμασταν. Έπαιζε δυνατά μαύρη μουσική. Επιλογές του ντιτζέρη. Λαντζέρης το πρωί, Dj τη νύχτα. Το στόμα κολλημένο στο λαιμό. Το χέρι είχε χωθεί κάτω απ’ το φόρεμα. Θα ορκιζόμουν ότι της είχε σκίσει το εσώρουχο. Φόρα παρτίδα κι εμείς γελούσαμε. Το κορίτσι με μισόκλειστα μάτια, βαριανάσαινε. Tρεμόπαιζε στην αγκαλιά του. Όταν κατέβασε την τιράντα από τον ώμο και φάνηκε το στήθος της, μας κόπηκε το γέλιο. Αργότερα τρεκλίζοντας στην ανηφόρα, είδα τη σκιά της να κουνιέται μανιασμένα πάνω του, σε κάτι σκαλιά στον περίβολο της Φανερωμένης. Μεγάλη η χάρη της. 

Η ζέστη μαλακώνει τα σώματα, τα πλάθει στο λιοπύρι με τ’ αλμυρά της χέρια. Κάνει τα μάτια επιεική. Φιλήδονα. Τα στόματα ξερά, απεγνωσμένα, να πιούν, να φιληθούν. Κακόμοιρο σώμα, κάνεις σαν χήρα του εξήντα που λιώνει μεσ’ τα μαύρα από καύλα. Ξέρεις δεν γράφω ποτέ για ανθρώπους που δεν συμπαθώ. Για άνοστα ανθρωπάκια που παριστάνουν τους αξιοπρεπείς. Υπάρχει τόση όμορφη ασχήμια, τόση διαβολεμένη ομορφιά, τόση αγιότητα εκεί έξω. Γλυκά ναυάγια σκουριάζουν στον βυθό, ενώ τα τρώνε σιγά, σιγά οι στρειδώνες. Αρκεί να βουτήξεις με τη μάσκα στα βαθιά. Αρκεί να ξέρεις να κρατάς την αναπνοή μακροβούτι στο σκοτάδι.

περιοδικό μπαχάρ* , καλοκαίρι, τεύχος πέμπτο.

φωτογραφία Manuel Votta

στην Μαρία, τη Γεωργία, τον Friday, τη Γιώτα και το Γιώργο


Thursday, August 01, 2013

Γερανοί

οι μεταλλικοί γερανοί
σχεδόν ηθελημένα
κοιτούν την θάλασσα
στο νέο εργοτάξιο της όπερας
στρατιώτες
παράλληλα στοιχισμένοι απέναντι

στοιχηματίζω
ότι μελαγχολούν κομματάκι
για τα φτερά των συνονόματων πουλιών
που δεν έχουν

ιδρώνουν
στον καύσωνα της γελοίας αυτής πορείας
του λυρικού προς το υδάτινο
το άνοιγμα
για τη γριά φανατική

εν τω μέσω μιας εποχής
που σημαδεύει με αυτόματα
κάτι τραβέλια ξαναμμένα
λίγο πιο πάνω
τέρμα Συγγρού


η φωτογραφία του Riccardof από το flickr

Friday, July 05, 2013

Τσίρκο



Στα τραίνα επιβιβάζονται τα μεσημέρια, σχεδόν μόνο κορίτσια. Άντε και συνταξιούχοι. Προσεγμένα κορίτσια, μπανιαρισμένα, με τα στενά τους παντελόνια και  ίσια μακριά μαλλιά. Προχθές καθόμουν απέναντι από εκείνη τη νοστιμούλα, που κάθε φορά που περνούσαμε από εκκλησία και δεν ήταν λίγες, έκανε το σταυρό της τρεις φορές. Απελπισία. Αυτόματα σκέφτηκα, το κορίτσι αυτό άραγε παίρνει καμιά πίπα, σε αφήνει να χύσεις στο στόμα της ή είναι αμαρτία; Για να τα καταπιεί, ούτε λόγος. Αν ήμουν αγενής και πρόστυχος, θα τη ρωτούσα τι γεύση έχει το σπέρμα. Αν είχε ποτέ περιέργεια να μάθει. Αν, αν, αν. Από την άλλη, ίσως πιστεύει ότι είναι αμαρτωλή, τόσο που το συνεχές αυτό καθημερινό τελετουργικό, την εξάγνιζει. Γελάω στην άφεση αμαρτιών της. Μπα, αποκλείεται.

Τα μικρά γυφτάκια είναι πλάσματα υπερκόσμια. Δηλαδή, σταμπάρεις ένα, είναι δεν είναι έξι χρονών, έχει πάει για μπάνιο στη θάλασσα και επιστρέφει με την παρέα του. Μικρά παιδιά και έφηβοι. Σαστίζεις στη θέα. Γυαλί ηλίου, σακίδιο με τα υπάρχοντα του, ύφος πονηρό. Πλησιάζει πολύ μεγαλύτερο του, καστανόξανθο κορίτσι, καρφώνεται στα μπούτια του, μυρίζει τα μαλλιά της, σχολιάζει την ομορφιά και την όποια, δεν ξέρω ακριβώς ποια, καύλα ή εντύπωση του προκαλεί. Το κορίτσι δεν ενοχλείται, έχει την ανέμελη αθωότητα κι αδιαφορία της νεότητας. Χαμογελάει και συνεχίζει να πειράζει το κινητό της. Καλά ξηγιέται. Το πιτσιρίκι παίρνει το λεωφορείο για το σπίτι, χωρίς να ακυρώσει εισιτήριο.

Την ίδια χρονική στιγμή, ένας συνομήλικος του στα βόρεια προάστια, έχει δεχθεί την επίπληξη της μάνας του, γιατί λερώθηκε στην παιδική χαρά. Γιατί δεν μίλησε ευγενικά στον μικρό Ρωμανό-Περσέα της μαντάμ Υακίνθης και γιατί σκόνισε τις ολοκαίνουργιες, κόκκινες εσπαντρίγιες του, κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι, που πολύ κακώς βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της οδού Φραγκοκλησιάς. Θα μπει ολόκληρο στη μπανιέρα και θα σαπουνιστεί μέχρι θανάτου, ενώ τα πατώματα και η λεκάνη θα καθαριστούν προκαταβολικά με Dettol. Το πρόσωπο της, καθώς βγάζει τα γάντια της καθαριότητας έχει στραβώσει από απόγνωση. Σκέφτεται ότι ακόμα πιο βόρεια, όλα αυτά θα τα έκανε η Φιλιππινέζα κι εκείνη θα έπινε το καφεδάκι της στο Κεφαλάρι. Δόλια μάνα. Μεγαλώνοντας ο μικρός, ίσως γίνει δικηγόρος, Μπορεί να κάνει κι ένα μεταπτυχιακό, αλλά πάντα θα έχει μια εμμονική ψύχωση με τα μικρόβια, ειδικά εκείνα που σέρνονται πάνω στην άμμο, στα πεζοδρόμια, στις χειρολαβές και στα κάγκελα της πόλης. Ποτέ δεν θα αφουγκραστεί τους ανθρώπους, δεν θα κρυφακούσει τις ιστορίες τους, δεν θα συζητήσει τον πόνο τους. Η ματιά του θα είναι εσωστρεφής στα όρια του αυτισμού. Εντωμεταξύ θα κινηθεί πολλές μοναχικές βραδιές αγάμητος στις παρυφές μιας άνοστης νεότητας. Θα αυνανιστεί στην μυρωδιά των λουσμένων μαλλιών των τυχαίων κοριτσιών. Θα νιώθει περήφανος που γεννήθηκε σε ένα ωραίο διαμέρισμα, που διάβασε από παιδί λογοτεχνία και δεν τσαλάκωσε ούτε μια φορά το παντελόνι του. Δεν θα βλέπει πουθενά ούτε το χαμένο νόημα, ούτε τα χαμένα χρόνια.

Όταν την παίρνει τηλέφωνο της μιλάει σαν παιδί. Απ΄όταν γνωρίστηκαν παίρνει τρένα και λεωφορεία για να την συναντήσει. Δεν οδηγεί. Έχει δίπλωμα, αλλά φοβάται. Εγώ πιστεύω ότι προτιμάει το χασομέρι στο δρόμο. Παρατηρεί τον κόσμο, τα όμορφα κορίτσια, τις γυναίκες, τους άνδρες ναυάγια, τον ουρανό. Έχει ένα μικρό μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις. Ακούει τα πάντα. Η ψυχή του είναι πολύχρωμη, σα μεθυσμένο απόγευμα μετά από πορεία. Τα μάτια του σκηνοθετούν την πόλη. Είναι μεγάλος καλλιτέχνης κι ας μην το παραδέχεται, ίσως και να μην το ξέρει ακόμα.
-Δεν τον έπαιξα καθόλου όσες μέρες έχουμε να βρεθούμε. Ξέρεις τι έχει να γίνει.
-Ξέρω, χαζέ.
Γαμιούνται σαν να έρχεται η συντέλεια. Σχεδόν απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Δεν περιορίζεται ποτέ σε κάτι ήπιο, ρομαντικό. Κάνε μου λίγο τρυφερό έρωτα, του ζητάει εκείνη, χωρίς να το εννοεί στ’ αλήθεια, έτσι για να δει τι θα πει.
-Εντάξει την επόμενη φορά θα είμαι πολύ γλυκός μαζί σου.
Παλεύουν στα σεντόνια με την τρυφερότητα τους. Οι στάλες του ιδρώτα γλιστρούν στο παρκέ. Ο αέρας είναι βαρύς, χωρίς οξυγόνο.
-Έλα, ας πάμε στο σαλόνι για αλλαγή. 
Φιλιούνται στο διάδρομο. Την παίρνει στα τέσσερα. Από το παράθυρο χαζεύει το ηλιοβασίλεμα. Ο πανάκριβος καναπές λερώνεται από σπέρμα. Δεν τρέχει τίποτα. 
-Ας γαμηθούμε σαν να μην υπάρχει αύριο αγάπη μου. Ας αγαπηθούμε τέρμα, όσο δεν παίρνει. Αν όχι εμείς, ποιοι;

Είμαστε ένα τσίρκο υπάρξεων. Κομπλέ, με διευθυντή, κλόουν, ακροβάτες, τέρατα, μπαλαρίνες, κονφερασιέ. Ο θεατρώνης είναι το μάτι του μεγάλου αδερφού, παρακολουθεί τα πάντα ανέκφραστος, πίσω και μπρος απ’ τις κουίντες. Τρομακτική ύπαρξη. Ο καθένας φορά το κοστούμι του κι εκτελεί άλλο νούμερο. Το μακιγιάζ του είναι επιμελημένο στην εντέλεια, αψεγάδιαστο. Κάποια νούμερα έχουν τεράστια επιτυχία, σε καθιερώνουν σε μεγάλη φίρμα, σε αυθεντική φυσιογνωμία. Άλλα πάνε άπατα και στο τέλος σου σκάει η απόλυση. Φεύγεις συντετριμμένος με το σάκο σου, πιο απόκληρος από ποτέ, πιο πεινασμένος, πιο μόνος, για μια γωνία στην άκρια του κόσμου. Ότι πρόλαβες, πρόλαβες. Τα χρόνια στο τσίρκο τουλάχιστον ήταν γεμάτα ένταση, ίντριγκα, έρωτα, ρεαλισμό, ευτυχία. Ήταν αληθινά. Ήταν ανάμεσα σε ανθρώπους, δεν έχει σημασία που ήταν τόσο διαφορετικοί.

Εκείνο το πρώτο βράδυ μακριά, στην ύπαιθρο, θα κλάψεις με λυγμούς και θα αποκοιμηθείς πάνω σε ένα σωρό ξερά φύλλα.

Φωτογραφία της Diane Arbus    

Tuesday, June 11, 2013

Φυσάει ρεαλισμός



Φυσάει ρεαλισμός. Σαρώνει την ακτή. Μοντέρνοι άστεγοι με βραχιολάκια, ξυπόλητοι. Άλουστοι, κοτσίδια και τζίβες τα μαλλιά τους. Ξεκαλοκαιριάζουν στις αμμουδιές της πόλης. Ασκεπείς. Ζηλεύω. 
Πέρα από το ανοιχτό παράθυρο ανθίζουν μανόλιες και κάποια ελπίδα. Πετάω τιμαλφή, συμβόλαια, χαρτιά. Ξερνάω στη μοντέρνα ματαιοδοξία, στα καλλιτεχνικά άλλοθι της νοικιασμένης ευτυχίας. Κάποτε θ’ ανατείλουμε.  Αρκεί να συγχρονιστούμε.
Για μένα δεν θέλω τίποτα. Δεν θέλω χάρες και χαρές στο τέλμα αυτής της βαθιά επαρχιώτικης πατρίδας. Συντήρηση πια μόνο σε ψυγεία.
Τα όνειρά μου σκονίζονται απ’ την ανούσια φιγούρα. Σε σένα μιλάω. Κατάλαβέ το, με λερώνεις.

 Φωτογραφία Lee Jeffries, Andy. Alton Road, South Beach, Miami, Fla. Jan. 29, 2012.