
Σφήνα
Η περίοδος είναι θολή. Ζέστη. Μια διαρκής αναμονή πριν να ξεσπάσει η θύελλα. Τίποτα αυτοτελές, μάλλον χλωμό στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει.
Δεν υπάρχει ορατότητα και η ομίχλη που έρχεται, προφανέστατα από τη θάλασσα, καταπίνει τα πάντα, αδιάκριτα.
Νομίζω είναι καλύτερα να μη σε κοιτάω κατάφατσα, δεν έχει σημασία το πρόσωπο σου, ίσως δεν έχεις πρόσωπο πριν το χρόνο, μονάχα μια αδιόρατη παρουσία.
Στη μίμηση μιας ρομαντική ιστορίας, τείνω το χέρι, χωρίς καμία σιγουριά, ανόρεκτα, αλλά σ’ αγγίζω. Βλέπω στον καθρέφτη μου πως είναι η αναπαράσταση ενός μικρού έρωτα. Ενός ανύπαρκτου έρωτα που θα τον καταπιεί η ομίχλη.

Χρόνος
Τικ, τακ, τικ, τακ. Περνάνε οι μέρες, οι μήνες, ο χρόνος. Δεν θα ζήσουμε αιώνια, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να ζήσουμε πολύ. Μείναμε κολλημένοι εκεί, πάνω σε ένα θλιβερό κρεβάτι, ή ίσως σε ένα λιγότερο θλιβερό, με ωραία εσώρουχα, σεντόνια να μας τυλίγουν σαν σάβανα και το άρωμα σου να αχνίζει πάνω από το σώμα. Προσπαθώ να θυμηθώ μια εικόνα ξεκάθαρη, την κίνηση ενός ποδιού, τα χέρια σου να ακουμπάνε κάπου. Δεν θυμάμαι τίποτα όμως, μόνο την υγρή ζέστη.

Αποτύπωμα
Κοιτάω τα μέλη μου, ανέπαφα. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω ακόμα. Μάλλον την έβγαλα. Κανένα αποτύπωμα. Ανάμεσα στα όνειρα μου, σε αλκοόλ και υπνωτικά χάπια, νομίζω ένα βράδυ με πήρες τηλέφωνο, η φωνή σου κόμπιαζε. Έτσι σκατά μπερδεμένα που μου μιλάς, στοιχηματίζω πια ότι καταλαβαίνω τα μισά. Θα ορκιζόμουν μεσ’ τη ζαλάδα, σα να μου είπες ότι σου έλειψα, απλά δεν καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που μπορεί να λείπει σε κάτι έντρομα ημιτελές. Ύστερα είπα να το αποδώσω σε κύκλους που κλείνουν και σε μικρές πορείες προς τα εμπρός, κάτι εμπρός που θυμίζουν πίσω, πίσω από την πλάτη και πισωκολλητά.
Οι πίνακες και ο τίτλος από την τελευταία έκθεση του Στέφανου Ρόκου στη Γκαλερί Αγκάθι, αλλά και παλιότερη δουλειά του.