Sunday, October 24, 2010

Η ιστορία του ματιού


Είπε,
μπροστά στην οθόνη μου, τον παίζω.
Δεν είναι καθόλου γοητευτικό θέαμα αυτό. Αλήθεια. Πίστεψε με.
Τίποτα πιο ιδιωτικό από κραυγές ηδονής που σκίζουν τη σιωπή της μαλακίας.
Ναι, δεν είναι ένα θέαμα που θα έπρεπε να δεις. Εντελώς προσωπικός ο αυτοερωτισμός μου και συ που έχεις σχέση μαζί μου είσαι κάτι άλλο.
Μαζί σου πηδιέμαι, μόνος μου τον παίζω και το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Στο ένα σχήμα συμμετέχεις στο άλλο είμαι μόνος, καθορίζοντας τις συνθήκες κατ’ απόλυτο λόγο, ω πόσο εγωιστής είμαι, ακόμα και σ’ αυτό.
Ουρλιάζω χύνοντας τη βαθιά μοναξιά μου.


Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω άλλη μια μαλακία, και τ’ άλλο βράδυ τα μάτια μου ήταν τόσο κομμένα που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά καλά, έκρυψε το πρόσωπο της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.


Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.

Wednesday, October 13, 2010

Ψιλόβροχο στον ώμο της



Ψιλόβροχο. Οι πλάκες του Συντάγματος γλιστράνε. Ένα στρώμα γλίτσας προσθέτει στο ζειν επικινδύνως. Πολύ όμως.
Όλοι τρέχουν μήπως γλυτώσουν τις ψιχάλες, κάνοντας ζίγκ ζάγκ να αποφύγουν τον Πακιστάνο που στοχεύει στο μάτι με κάποια απ’ τις ομπρέλες του.
Εκείνη έχει φρεσκοβαμμένα τα νύχια της μαύρα, σε μια προσπάθεια το έξω της να δείχνει ξεκάθαρα το πως νοιώθει μέσα της. Μόλις βγήκε από ένα κομμωτήριο. Ήταν η μόνη πελάτισσα. Η κρίση ίσως.
Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ τη μέσα στο βαγόνι για Φιξ.
Δεν κάνει ζέστη, έπιασε το πρώιμο κρύο, αυτό που με την υγρασία θα δώσει γόνιμο ενδιαίτημα σε όλους τους ιούς που συχνάζουν στη αττική γη, φέτος, αυτή τη χρονική στιγμή. Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια.
Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, στέκει ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτάει βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τον κοιτάει ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγουν στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Αυτός απορημένος. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Φοβάται να ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι της άρεσε, αλλά θα πει αμέσως μπα η ιδέα μου ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να’ταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;
Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.

Sunday, October 10, 2010

Σάββατο βράδυ


Η ώρα έχει πάει τρεις, δεν το έχω καταλάβει ακόμα, ο εγκέφαλος παγωμένος απέναντι στα κατεβασμένα ρολά του μετρό, κάνει κάποια κλάσματα δευτερολέπτου να δώσει εντολή να κοιτάξω το ρολόι μου. Δεν φοράω όμως ρολόι, εδώ και χρόνια.
Ύστερα στο πορτοφόλι μου έχω πενηντάρικο και για να γλυτώσω την γκρίνια του ταξιτζή, που τη βαριέμαι σα διάολο βραδιάτικα, στέκομαι μπροστά στο περίπτερο να χαλάσω, κοιτώντας δέκα λεπτά γύρω, γύρω, περιοδικά και διάφανα ψυγεία. Τα έχω χαμένα.
Φτάνουν δυο, τρία ποτά και σκόρπιες σκέψεις, για να κολλήσω για τα καλά σε έναν αυτιστικό, σιγανό χορό, σέρνοντας τα πόδια μου και χαζεύοντας αδιάφορα.
Θα πάρω ένα φρεσκοστυμμένο χυμό, μια κρέμα και ένα ρυζόγαλο (Λακαφώση απ’ τη Σταμάτα), ότι πιο εξωτικό είχε ο άνθρωπος, και έφυγα.
Λήγουν στις 10/10/10, ούτε αυτό δεν ήμουν σε θέση να δω, ας είχα πάρει στην τελική ένα πακέτο τσιγάρα που ήταν το πιο λογικό. Αλλά όχι.
Όχι άλλες σκέψεις, φτάνει. Να κάνω έναν όρθιο διαλογισμό. Αδειάζω το μυαλό μου, κοιτάω το κενό-και τα συνεργεία που καθαρίζουν την πλατεία, εστιάζω πάνω σε ένα φωτισμένο τοίχο, με τη μπλε σακούλα στο χέρι. Ησυχία. Διαύγεια.
Την ίδια μπλε σακούλα που μου έλεγαν πριν λίγο, ότι είχαν δει να κουβαλάει ο Jarvis Cocker σε ένα μαγαζί στο κέντρο του Λονδίνου, κάποιο βράδυ.
Common people.
Έπειτα στο δρόμο του γυρισμού θυμήθηκα
αυτό το συγκλονιστικό ποίημα, σε κάθε εκδοχή του και λύγισα, με τη μπλε σακούλα στο χέρι.
Αν θες κάποιον να μοιραστείς τη ζωή σου, χρειάζεσαι κάποιον ζωντανό.
Δεν αντέχω άλλα μπαλώματα.
Ήταν ένα όμορφο βράδυ, τουλάχιστον μπορώ και κοιμάμαι πια.

υσ1. bonus Jarvis ή Sadie Frost στα νιάτα τους
υσ2. η φωτογραφία από τον the lazy photographer
υσ3. a warm hi σε όλους και ιδιαίτερα σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χάρβαρντ, Ελβετία και Palo Alto

Wednesday, October 06, 2010

Αρχή της Απαρχής


Μια μέρα ή μια νύχτα-ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;- ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος, ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα, ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω από το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ’ έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ’ ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ’ αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα.
Με ξύπνησε μια λάμψη.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Η Γραφή του Θεού.
El Aleph, 1949.
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης



Κινηματογράφος σημαίνει εικόνα. Η εικόνα πηγάζει από μια ιδέα. Μια ιδέα που ίσως έγραψε κάποιος πριν το 1949 και συ ο διαβασμένος άντλησες έμνευση απ' αυτήν. Η ιδέα παραμένει ξένη, του άλλου, και σε σένα ανήκει μόνο η εικόνα, για πάντα.

Monday, October 04, 2010

Πατάρι


Κοίτουσε το πατάρι, επίμονα.
Άλλες μέρες κοιτούσε επίμονα τη μεταλλική του μπάρα για έλξεις, που σφηνώνει στο κούφωμα της πόρτας. Σχεδόν θρησκευτικά.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα. Με αυτή τη σειρά.
Για μέρες καρφωνόταν. Βλέμμα κενό.

Κάποτε θυμάμαι γέλαγε, μετά ίσως λιγότερο.
Τελευταία έλεγαν ότι ήταν ανέκφραστος.
Κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς, τι μεσολάβησε.
Ήταν η αρρώστια, ήταν η ζωή του;
Κανείς δεν είχε μια γαμημένη βεβαιότητα, μόνο ιδέες, θεωρίες και σενάρια.

-Από το αστυνομικό τμήμα σου τηλεφωνώ, ξέρεις...
-Ατύχημα;

Toν βρήκε να αιωρείται από ένα σχοινί γερό, δεμένο με ναυτικό κόμπο πάνω στη μπάρα, που κράταγε κόντρα σφηνωμένη στην πόρτα του παταριού. Εκκρεμής.
Σαν χριστουγεννιάτικο στολίδι.

υσ. Γεια. Πάντα αναρωτιέμαι, πάντα λυπάμαι.

Saturday, September 18, 2010

Τα πιάνα γκρεμίστηκαν


Θυμάμαι

Θυμάμαι πόσο περίμενες τους αποκριάτικους χορούς. Ένα αληθινό κοινό για το ταλέντο σου, που φρέσκο, γεμάτο όραμα, είχε αριβάρει από μια χώρα μακρινή. Εκεί, σκληρή δουλειά, αγαμία και στερήσεις. Εδώ, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς πάνω απ’ το πιάνο.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, τα κρατικά κονδύλια δεν φρόντιζαν την τέχνη, σκόρπιζαν σε τσέπες ιδιοτελών σφουγγοκωλάριων. Ατιμίες σε μια χώρα που την πνίγει η σκόνη. Επιτέλους, μια ευκαιρία να σε ακούσουν εκείνοι που διαθέτουν όλη τη δύναμη στα χέρια τους. Επιτέλους δικαίωση.

Τα πιάνα

ο πατριάρχης θα κατασκεύαζε το τρένο των οροπεδίων...για να σταματήσει το αίσχος των τρομοκρατημένων μουλαριών στις άκρες των γκρεμών που κουβαλούσαν με δυσκολία πιάνα με ουρά για αποκριάτικους χορούς στις καφεφυτείες, γιατί εκείνος είχε δει την καταστροφή των τριάντα πιάνων με ουρά που κομματιάστηκαν σε μια άβυσσο και για τα οποία είχαν πει και είχαν γράψει πολλά, ως και στο εξωτερικό, παρόλο που μόνο εκείνος μπορούσε να δώσει μια αληθινή μαρτυρία, είχε βγει στο παράθυρο κατά τύχη ακριβώς τη στιγμή που γλίστρησε το τελευταίο μουλάρι και παρέσυρε τα υπόλοιπα στην άβυσσο, έτσι ώστε κανένας άλλος δεν είχε ακούσει το τρομαγμένο ουρλιαχτό από το κοπάδι που γκρεμιζόταν και την ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζί του παίζοντας απο μόνα τους μες στο κενό, καθως γκρεμίζονταν προς το βαθος μιας πατριδας που τότε ήταν όπως όλα πριν απο εκείνον, απέραντη και αβέβαιη, ως το σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν μέρα ή νύχτα μέσα στο αιώνιο λυκόφως με ομίχλη απο ζεστό ατμό στις βαθιές χαράδρες όπου είχαν κομματιαστεί τα αυστριακής προέλευσης πιάνα...
Το τρομαγμένο ουρλιαχτό απο το κοπάδι που γκρεμιζόταν.
H ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζι, παίζοντας απο μόνα τους, μες στο κενό.

Επίλογος

Θα περιμένεις ακόμα στην καφεφυτεία, τα πιάνα, μαζί σου και η αμήχανη ορχήστρα. Μα δεν λυπάμαι για σένα, που θα σχολάσει πρώιμα αυτή η δουλειά. Θα με κατηγορήσεις για αυτό που μόλις είπα, το ξέρω, αλλά εσύ έχεις καιρό, έχεις το χάρισμα.
Λυπάμαι για τα παιδιά, που ξεβράκωτα περίμεναν τη μεγαλη γιορτή. Τις συγχορδίες από τ’ αυστριακά πιάνα να ντύσουν τη γύμνια της φυτείας του καφέ. Δούλοι στη μοναξιά των υψιπέδων, όπου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις ακούγονται εξαίσιες μουσικές. Είχες την ευκαιρία για ένα κοινό αγνό, άμαθο σε τέτοια τύχη, ικανό να ακούσει σε σένα το θεό που κατέβηκε να τους ευλογήσει, απρόσμενα, στη μέση ενός χαμένου κόσμου. Ξετσίπωτη πολυτέλεια και θαύμα μαζί.
Κι’ ύστερα τι μήνυμα να στείλω και πως θα φτάσει έγκαιρα; Έκατσα και έγραψα πάνω σε κάτι κιτρινισμένες σελίδες δυο αράδες.
Ο αποκριάτικος χορός φέτος δεν θα γίνει.
Τα πιάνα γκρεμίστηκαν στο βάθος μια πατρίδας αβέβαιης.
Μην περιμένεις άλλο. Το μέλλον αργεί.
Γύρισε πίσω.

Friday, September 10, 2010

Στο βάθος


1
Η Α κάποτε ήταν αδύνατη. Όταν ήταν νέα. Τώρα δεν είναι φυσικά μεγάλη, τριανταφεύγα θα’ναι, αλλά τι σημασία έχει, το στόμα έχει την τρομακτική ιδιότητα να συγκρατείται μόνο από ορισμένους ανθρώπους. Από άλλους όχι. Δεν. Είναι από μόνο του μια αδηφάγα μηχανή, ανεξέλεγκτη. Λυπούνται και τρώνε, χαίρονται και τρώνε, πίνουν και τρώνε, δεν γαμιούνται και τρώνε, σοκολάτες, ότι να’ ναι. Έτσι είναι αυτά.
Ύστερα προβάλλεται με κάποιο μαγικό τρόπο στο εγώ τους, η προσωπικότητα και το περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο φαντασιακά πλήρες. Μονολογούν, εμένα δε με νοιάζει η επακριβής εμφάνιση μου. Είμαι διαβασμένη, θέτω ερωτήματα, παρακολουθώ ροκ συναυλίες, πολύ σινεμά, αγαπώ τον εαυτό μου, ως έχει. Ο καθρέφτης ξεχειλίζει με το είδωλο της, αλλά ως δια μαγείας δεν είναι εκείνη, η ίδια, βλέπει μια εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, έτσι στα γρήγορα το μάτι την προσπερνά και γυρίζει την πλάτη της, χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα. Ποιος έχει χρόνο για εικόνες άλλωστε σε ένα σύμπαν εικονοκλαστικό; Μόνο για ‘συναισθήματα’, που τι περίεργο, όσο χαλάει η εικόνα τόσο γίνονται πιο στραβά, ανόρεχτα και ιδιότυπα. Λες και η εικόνα, η αποδοχή της εικόνας, είναι το χέρι που σε κρατά στην επιφάνεια των πραγμάτων, σωσίβιο απ’ ένα δήθεν πάτο.

2
Ο Β κάποτε ήταν γεμάτος, γεμάτος και αγύμναστος. Στενές πλάτες, κοιλίτσα. Νόμιζε ότι αυτό ήταν η φανερή του αποτυχία. Θυμάμαι ότι ήταν περίεργος με τα κορίτσια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε το σώμα του. Άλλοι πολύ χειρότεροι σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Έτσι γυμνάστηκε, γυμνάστηκε μέχρι αηδίας. Σε χρόνους που τον βάρυνε ιατρική οικογενειακή μιζέρια και θανατικό. Δύσκολη περίοδος. Έβαλε ένα στοίχημα με τη ζωή και το κέρδισε είπε, για δες, κοιλιακοί για τρίλιζα και στα έξτρα μια αποτρίχωση, γιατί αλλιώς πως να προσέξεις το γραμμωμένο σώμα. Ξεκάθαρα Το σώμα.
Η πρώτη κουβέντα όταν συναντούσε κάποιον απ’ τα παλιά, δεν ήταν ίσως κλασικές επιτυχίες που είχε αρκετές, πολιτικές αυταπάτες ή επαγγελματικά όνειρα, ήταν η δήλωση, δεν είμαι όπως με θυμάσαι, έχω γυμναστεί πολύ.

3
Ένα ζεστό απόγευμα στη Ρώμη, άκουσα την πια βαριά ψυχαναλυτική δήλωση για το φαγητό που μέχρι σήμερα μπορώ να μαρτυρήσω αυτήκοα.
‘Αν χάσω βάρος, θα αλλάξω, θα γίνω σαν εσάς, θα συγκρίνομαι πλέον μαζί σας και ύστερα η όποια αποτυχία μου που τώρα είναι ανεκτή λόγω κιλών, θα με οδηγήσει σε απελπισία. Δεν θα υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία για τη στραβή μου τύχη’. Απελπισία. Κι’ έπειτα τι να πει κανείς, όχι δεν είναι έτσι ή μην αναμασάς φτηνές δικαιολογίες;
Κυκλοφορούσε δυστυχώς και ο Δήμιος του Έρωτα του Γιάλομ, δεν ήταν απίθανο να διαβάσει τη Χοντρή κυρία.
Σκέφτηκε πως είχε ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο σώμα: είχε χάσει σαράντα κιλά και στο γραφείο υπήρχε μια συνάδελφος που ζύγιζε τόσο. Και τότε φαντασίωνε πως θα ήταν να έκανε νεκροψία και να κήδευε αυτό το ‘σώμα’ που είχε ξεφορτωθεί. Πάντα λαχταρούσε το σεξ και θύμωνε που η στάση της κοινωνίας προς τους παχύσαρκους την καταδίκαζε σε σεξουαλική ματαίωση. Μόνο τώρα που πλησίαζε ένα σωματικό βάρος που θα επέτρεπε να της γίνουν κάποιες σεξουαλικές προσκλήσεις, μόνο τώρα που τα όνειρα της ήταν γεμάτα με απειλητικά αντρικά πρόσωπα, αναγνώρισε πόσο πολύ φοβόταν το σεξ.

4
Δουλεύουμε σε τόσα επίπεδα την εξέλιξη μας, εικόνα, συναίσθημα, σεξουαλικότητα, λογική, πνεύμα, που η απαρχή πνίγεται σε ένα πηγάδι γεμάτο με πτώματα που αποσυντίθενται. Τα χαμένα μας κιλά, τα κερδισμένα μας σώματα, η νιότη, τα φτηνά πλασαρισμένα πρότυπα, οι φωτογραφίες που αποτύπωσαν το χάλι ή το σφρίγος, τι βλέπουν οι άλλοι, η λαγνεία που σου ανήκει, η λαγνεία που δε θα σου αξιωθεί ποτέ, τι πετάμε, τι πεισματικά κρατάμε με τα νύχια μας.
Ποιος βρίσκεται πίσω από το πρόσωπο σου; Με φρίκη ίσως καταλάβεις απότομα ότι το πρόσωπο σου δεν είσαι εσύ,
το σώμα σου όμως είσαι.

Thursday, August 26, 2010

Στοιχήματα πάνω σε τσόχα


Εκείνη.

Είχε ίσως τα ωραιότερα πόδια στον κόσμο.
Έτσι της έλεγα, που πάει να πει τα ωραιότερα πόδια που είχα δει εγώ. Το είπα όμως πιο αβανταδόρικα, έτσι όπως έπρεπε να ειπωθεί. Καταλαβαίνετε.
Πόδια που σε καύλωναν όταν τα σταύρωνε γυμνά, τα καλοκαίρια, που πριν λίγο τα είχε αγγίξει ο ήλιος, αυτός ο εφαψίας του κορμιού, αλλάζοντας τους ελαφρά χρώμα και υφή. Απαλή αφή.
Τέλοσπάντων, τι σπουδαία σημασία μπορεί να έχει ένα ζευγάρι πόδια; Κι’ όμως τα σταυρωμένα πόδια της, ήταν εικόνα που αληθινά υπήρξε, για μια στιγμή τουλάχιστον. Το βλέμμα την υφάρπαξε σαν λάφυρο, στην κατοχή του για πάντα, ολόδικη του. Αιώνιο στοπ-καρέ. Στοπ.

Είχε ίσως τον χειρότερο χαρακτήρα στον κόσμο.
Έτσι της είχα πει τουλάχιστον. Έτσι νόμιζα, έτσι με βόλευε. Ο χειρότερος συνδυασμός στοιχείων. Η μάχη του καλού με το κακό μέσα στο ίδιο σώμα. Το σώμα που πατούσε στα ωραία πόδια.
Απολίτιστο δείγμα ανθρώπου, πρωτόγονο, ασεβές, που το κατέτρεχε μια συνεχής τριβή ανάμεσα στα πιο άγρια και ποταπά ένστικτα και την απόλυτη προσφορά. Καθόλου ζυγισμένα, καθόλου ραφιναρισμένα χαρακτηριστικά. Ένα ανακατεμένο χάος. Δύσκολη περίπτωση. Και για πολλούς, χαμένος κόπος.

Κρίμα τα ωραία πόδια (και τα μακριά γυαλιστερά μαλλιά, αλλά αυτά είναι εφήμερα, σε μια νύχτα μπορεί να πέσουν ή να ασπρίσουν από τη θλίψη και η γυαλάδα τους θαμπώνει ειν’ αλήθεια με τα χρόνια, τα πόδια όμως, σχεδόν αιώνια).
Να παραδεχτώ την κάποια γοητεία της; ναι θα το κάνω. Άλλωστε είμαι άνθρωπος που του αρέσουν οι γρίφοι για δύσκολους λύτες. Κατάτι μαζοχισμός θα λεγόταν, αν ήμουν τέλειος ή σχετικά καλός, που δεν είμαι. Είμαι ένας εγωιστής του κερατά. Αγνώμων και για πάρτη μου, αλλά σήμερα δε μιλάμε για μένα. Και δεν είναι απίθανο να είναι και εκείνη πολύ καλύτερη της περιγραφής μου, αλλά σήμερα δεν είναι εδώ για να μιλήσει. Το καλό που της θέλω, ας σιωπήσει για πάντα.

Εκείνη ναι, είπαμε είχε το ενδιαφέρον της. Και ω, τι πόδια. Κι’ η φύση της προσφοράς, δεν ήταν άσχημη ιδιότητα. Κάποτε μου είχε πει, είμαι ικανή να κόψω κομματάκια από τη σάρκα μου και να στην ταΐσω στο στόμα, αν χρειαστεί, ή αν μου το ζητήσεις. Την πίστεψα. Μια λάμψη στα μάτια της, κάτι ανάμεσα σε παράφρονα και άφρονα, σε άγιο και σατανά, με έπεισε ότι το εννοούσε.


Στοιχήματα

Αυτή η γοητεία που ασκούσε καμιά φορά σε ανθρώπους επαρκώς ακατάλληλους, που κατά βάθος έλεγαν πως δεν τους έκανε, ήταν που θα την έβαζε στη σημερινή της θέση.
Σε στιγμές διαύγειας σκεφτόμουν πως τέτοιες γυναίκες ψάχνουν έναν εξισορροπιστή, ναι αυτός είναι ο ορισμός του ιδανικού άντρα. Να ζυγίσει τα αζύγιστα, να τρίψει την άγρια επιφάνεια, να αφήσει το φως να βγει από τα βάθη. Γνωστά αυτά, τι να λέμε τώρα.
Ατίθασα θηλυκά και πράσιν’ άλογα. Στην τελική θα μπορούσε να πάρει ένα μάθημα από τους ακατάλληλους. Για όλους υπάρχει ένας τρόπος αν δεν τους αγαπήσεις, να τους τσακίσεις, ή και τα δύο.

Την κοιτάμε που στέκεται ακίνητη δίπλα σε ένα βράχο. Από κάτω κενό, άγρια θεόρατα κύματα, αιμοβόρα θάλασσα...Η φιγούρα της τέμνει το τοπίο κάθετα, το φουστάνι της το σηκώνει ο άνεμος οριζόντια, ορθή γωνία με τα θεσπέσια πόδια.
Τα έχει δώσει όλα ή έτσι νομίζει. Τι σημασία έχει; Η ζωή είναι καθρέφτης της αντίληψης ή της ιδεοληψίας. Η προσφορά είναι μέγεθος σχετικό, χαρίζεις τον κόσμο όλο εκτός από μια πέτρα. Ε, αυτή η γαμημένη πέτρα είναι η λυδία λίθος.

Τώρα ότι ήταν να κάνει το έκανε, και το κακό και το καλό, ότι είχε να σκεφτεί, το σκέφτηκε με μανία, τόσο που πόνεσε το μυαλό της. Ότι έπρεπε να σεβαστεί, το έφτυσε.
Έχει ουρλίαξει, έχει ξεσκίσει τις σάρκες της, έχει λύσει τα μαλλιά της, παραπατάει στα μελανιασμένα όμορφα πόδια της.

Εμείς απλώσαμε την τσόχα και παίζουμε στοιχήματα.
Θα πέσει, δεν θα πέσει.
Ο θάνατος έχει μεγάλη απόδοση.
Ομορφότερο σαν τέλος.
Ηλίθια γενναίο.
Δεν πάει να γαμηθεί έτσι που φέρθηκε.
Τη βλέπεις πως είναι, παραμιλάει σαν τρελή, μπορεί και να τρελάθηκε.
Σίγουρα θα πέσει.
Μάρτυρας δεν είναι ο όσιος, είναι αυτός που θα δει τελικά, ο μόνος, την αλήθεια.
Η φιγούρα της τέμνει κάθετα τον ορίζοντα.
Και μεις πιο κει ψιθυρίζουμε, βάλε τώρα που γυρίζει, ή όλα ή τίποτα, νάτη κουνήθηκε προς το γκρεμό.
Στοπ καρέ. Στοπ.

ΥΣ.Στον κινηματογράφο, όταν κάποιος πεθαίνει, ηχεί αμέσως μια ελεγειακή μουσική, αλλά στις ζωές μας, όταν πεθαίνει κάποιος που γνωρίσαμε, καμιά μουσική δεν ακούγεται.

Wednesday, August 18, 2010

Tierra del fuego


Στέκομαι απέναντι στη φωτιά. Φωτιά τεράστια, που καταπίνει κορμούς ολάκερους, καταμεσής ενός τοπίου γυμνού, αντί για Φάρος, στη άκρη της Γης του Πυρρός, πάνω στο Ακρωτήρι Χορν. Περιμένω καιρό τώρα, μπορεί και μήνες, το πλοίο που θα περάσει κάνοντας τον περίπλου της γης. Δε θυμάμαι καλά πότε ήρθα, αλλά δεν έχει την παραμικρή σημασία. Χαζεύω τη φωτιά που καίει αμείωτη, ανατροφοδοτούμενη, αέναη. Η ησυχία σπάει από το τρίξιμο των ξύλων, ή τα αραιά κρωξίματα πουλιών.

Οι πάγοι έλιωσαν και λίγο χορτάρι πασχίζει να σημάνει την παρουσία του. Σκληρή γη και άδεια. Δε με νοιάζει να περιμένω λίγο ακόμα, εκεί μπροστά στη θάλασσα. Μακριά της ακτής, άσπρα, παγωμένα βουνά την ταξιδεύουν, εν δυνάμει επικίνδυνα εμπόδια πλεύσης. Με ηρεμεί αυτός ο τόπος, με κάνει να πιστεύω πως ίσως δεν υπήρξα ποτέ, πως αν το πλοίο δεν περάσει, θα είναι γιατί δεν ήταν η πορεία του χαραγμένη όπως εγώ πίστευα, ή θα περάσει μια άλλη εποχή του χρόνου και δεν το υπολόγισα σωστά όταν ξεκίνησα τις μαθηματικές μου πράξεις, εκεί στην Τετουάν.

Ψάχνω το πρόσωπο που είχα, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος (1). Όχι μπροστά σε καθρέφτη, αλλά στην αεικίνητη αέρια μάζα γύρω από τη φωτιά που βρήκα. Το πρόσωπο που είχα τότε που ερωτοτροπούσα με το θάνατο, γιατί μου άρεσε να λέγομαι γενναίος, αλλά κρυβόμουν από τη ζωή σαν κλέφτης (2).

Αν έρθουν οι αρχές και με ρωτήσουν τι και πως, δεν θα ‘χω απαντήσεις να τους δώσω. Τη βρήκα αναμμένη για καλό σκοπό, είμαι ευγνώμων για την τύχη αυτή και δε γνωρίζω τίποτα άλλο πέρα από αυτό που βλέπω. Περαστικός χωρίς χαρτιά, δίχως αποσκευές, μάλλον χωρίς ακριβές σχέδιο, αναμένω το πλοίο μου. Ύποπτο κι’ αν ακούγεται, είναι η αλήθεια, χωρίς προορισμό και όπου με πάει. Ελπίζω εκείνοι που θα 'ρθουν, τουλάχιστον να φτάσουν κάπου, να σταματήσουν κάποτε, σηματοδοτώντας ένα τέλος.

Άνθρωπος δίχως ταυτότητα. Δεν θα με πιστέψουν σε οποία γλώσσα και να τους το πω. Δεν έχω εξηγήσεις, απλά κάθομαι σ΄αυτή την παραλία μαζί με τις σκόρπιες σκέψεις μου. Αναλογίζομαι ότι εδώ στην άκρη του κόσμου, η αγαμία είναι παράδεισος και η σιωπή ασπίδα (3).

Κάποτε ήθελα να γίνω Αναγνώστης, Σύμβουλος και Ερμηνευτής Ονείρων (4)
, επάγγελμα που μου ταίριαζε καλά, αλλά ήταν μια τρέλα νεανική που πέρασε και έληξε, καθώς κατά τη διάρκεια της μελέτης των σχετιζόμενων γραφών, αναλογίστηκα εύλογα και τραγικά ότι δεν θα μπορούσα για πολύ να ανταγωνιστώ τη απλή ζωή. Οι μόνες ερμηνείες που έδωσα ήταν στα δικά μου όνειρα, που ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν συμβολικά ενθυμήματα της νεανικής μου φλόγας και γαλήνιες κρυψώνες, εκεί όπου τα διαφορετικά σενάρια ζωής μπορούσαν να βαφτιστούν αλήθειες.

Η τεράστια, αδηφάγα φλόγα με μαγνητίζει ολοκληρωτικά πια. Άλλωστε, ο καιρός που καρφωμένος την κοιτάζω και βυθίζομαι στις σκέψεις, είναι πολύς. Δεν έχω πια μάτια για τη θάλασσα, που τόσο την αγάπησα. Περίεργο.
Η εκδοχή να βρέθηκα στο σωστό σημείο εξασθενεί μέσα μου, αλλά η γαλήνη της Γης του Πυρρός αναιρεί κάθε πικρία. Ίσως το πλοίο να μην έρθει.

Η ήττα με ικανοποιεί, γιατί επήλθε, γιατί συνδέεται άρρηκτα με όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν, που συνέβησαν, που θα συμβούν, γιατί το να μέμφεσαι ή το να θρηνείς ένα και μόνο πραγματικό γεγονός είναι σαν να βλασφημείς το σύμπαν (5).
Εδώ στο τέλος του κόσμου μου, μπροστά στη μεγάλη φωτιά, δεν υπάρχει χώρος για αμαρτία, ούτε σαν σκέψη. Αν ήμουν γενναίος θα ριχνόμουν μέσα της, σα μια μορφή θυσίας και εξαγνισμού στον ιερό της ρόλο ως φανού πορείας, να σιγοκαίω, αιώνια ψυχή, παραδομένη. Όμως με αυτό το τέλος θα αναιρούσα την ζωή μου για μια ακόμη φορά.

Με δεδομένη την πιθανοτητα να υπήρξα πράγματι, θα παραμείνω καρφωμένος για λίγο ακόμα, μέχρι η ανείπωτη αυτή λαγνεία της λατρείας της, μαζί με την ιερατική υποβολή που ο τόπος μου ασκούσε από τη στιγμή που τον πρωταντίκρυσα, να σταματήσει την ήδη αδύναμη καρδιά μου. Κάθε λεπτό και ένας χτύπος λιγότερος. Στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο, μνησιπήμων πόνος(6).

Στεκω με την ελπίδα, αυτοί που κάποτε στο μέλλον, το κοντινό ή το απώτερο, βρουν το κουφάρι μου, σπαρμένο τσούρμο κοκάλα μέσα σε ρούχα ξεθωριασμένα κουρέλια, να πουν με βεβαιότητα ήταν ένας αλήτης, ο οποίος, πριν γίνει κανένας με το θάνατο του, θα πρέπει να θυμήθηκε ότι κάποτε υπήρξε βασιλιάς ή υποδύθηκε έναν βασιλιά(7).



1. Yeats . ‘A woman young and old’
2.,3.,4., Τόνι Μόρισον ‘ Γαλάζια Μάτια’
6., Γιώργος Σεφέρης 'Τελευταίος Σταθμός'
5.,7., Χόρχε Λούις Μπόρχες ‘ Το Άλεφ’.

Thursday, August 12, 2010

Η ποιήτρια



Της είπε:
''Πήγαμε σε ένα καλλιτεχνικό καφενείο να μιλήσουμε με το φίλο μου.
Στο τραπέζι ήταν η παρέα του, μια μουσικός και μια ποιήτρια.
Ένιωθα ωραία που η παρέα μας ήταν αυτή που ήταν.''
Τον κοίταξε και σκέφτηκε ότι σίγουρα δεν ήταν τυχαίο αυτό που ξεστόμισε. Κάτι θα ήθελε να πει με αυτή την επισήμανση. Αργότερα τα πράγματα σα να χειροτέρεψαν όταν είδε αγορασμένη μια ποιητική συλλογή πάνω στο βρωμισμένο από τη σκόνη τραπέζι του. Ο κηπουρός της λήθης. Για σκέψου, ο κηπουρός της λήθης.
Εκείνη δεν δήλωνε ούτε ποιήτρια, ούτε μουσικός και φυσικά δεν ήταν. Δεν ήταν καν ζωγράφος ή γνωστή λογοτέχνης.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη σκεφτική, χλωμή και άπνοη. Αναρωτήθηκε τι ήταν, αν ήταν κάτι, αν αυτό το κάτι ήταν σημαντικό, αν ήταν κάτι για ‘κείνον. Ήταν σαν να της περνούσε μια θηλιά στο λαιμό, στα μάτια του δεν ήταν τίποτα, απλά μια αντανάκλαση ενός φαντάσματος.
Πέρασαν μέρες. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης. Κάνοντας στάσεις εδώ και εκεί, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα. Εικόνες, εικόνες, αδιάφορες και out of focus.
Την είδα πριν κάνα δυο νύχτες. Ήταν σ' ένα μπαρ στα Εξάρχεια. Καθόταν στον δερμάτινο καναπέ πάνω από το ποτήρι με τη μπύρα της, δεν ξέρω αν την λυπόμουν ή την ερωτευόμουν σαν τραγική ηρωίδα της παράστασης της. Έγειρε το λαιμό της μια σταλιά προς τα πίσω και μια άγνωστη φωνή της είπε:
''Σήκωσε λίγο τα μαλλιά σου ψηλά, να δείχνεις τον μακρύ λαιμό σου, έτσι όπως θυμίζεις κάτι ανάμεσα σε Γαλλίδα και Γιαπωνέζα.''
Γέλασε προφίλ, ήπιε μια γουλιά ακόμα. Ήταν όμορφη θλιμμένη.
Το μυαλό της ξεκάθαρο από το αλκοόλ και την απύθμενη κολακεία καρφώθηκε στη μνήμη της λέξης ποιήτρια. Την είχε χεσμένη την ποίηση των επιτηδευμένων, ασυνάρτητα στοιχισμένων λέξεων, όμως την ποίηση της ίδιας της φύσης της, αχ ναι, αυτή την βίωνε με ρίγη.
Τέτοια ποιήτρια ήταν, τέτοια ήθελε να ήταν. Να γράφει με το κορμί της ποίηση.
''Θέλω να σε γλείψω ολόκληρη, όχι να σε γαμήσω, μόνο να σε γλείψω.'' συνέχισε η φωνή.
Να τη γαμάνε και να σκέφτεται τι όμορφη που είναι η ζωή. Να τη γαμάνε όσο το θέλει, όσο την επιθυμούν, όσο η ποίηση ανάμεσα τους είναι σαν παρουσία. Όσο νοτίζουν τα σεντόνια, όσο θολώνουν τα τζάμια. Όπως το καλοκαίρι, όπως στους δρόμους της πόλης, στα ξένα σπίτια, στα ξενοδοχεία.
Κι η μουσική απ’ το υγρό μουνί της, θα ντύνει με μουσική την ποίηση της ζωής της. Έτσι ακριβώς.