Thursday, August 29, 2013

Μακροβούτια

Μπατάρει η εποχή, μπατάρει άσχημα. Σε παίρνουν τα καράβια κιβωτοί, σε φέρνουνε, σε πάνε. Τσακίζει η ψυχή στο φευγιό. Φωνάζει μέσα σου, κουφάλα ζωή, δες με, σαλπάρω. 

Άνοιξα το παράθυρο στην θέα της θάλασσας. Σκοτεινή νύχτα, χωρίς φεγγάρι κι η χλιαρή αύρα έμπασε στο δωμάτιο, γαλάζια μνήμη ανακατεμένη με τη μυρωδιά χιώτικου γιασεμιού, που θέριευε στη γωνιά, δίπλα στην υπαίθρια κρήνη.
Άρχισε να αλλάζει τη θέση των επίπλων στο ενοικιαζόμενο, με μανία. Εδώ το κομοδίνο, οριζόντια το κρεβάτι. Έπειτα λιποθύμησε από την κούραση πάνω στο παλιό στρώμα. Γυρίζοντας με τις ζεστές τυρόπιτες στο χέρι, νωρίς το πρωί, παρατήρησα ότι μέσα στο διπλανό μαντρότοιχο, κάποια από τα μνήματα ήταν ανοιχτά.
Δεν κοιμήθηκα καλά, μου είπε, στριφογύριζα, είδα ότι περνούσαν πάνω απ’ τα σεντόνια μου άνθρωποι, κόσμος πολύς, τα γέμιζαν με άμμο. Τους ρώτησα αναστατωμένη γιατί. Εδώ είναι ο δρόμος μας, απάντησαν και χάθηκαν μέσα  στον τοίχο.
Δεν ήξερε ακόμα ότι δίπλα, μεσοτοιχία και στη μεριά της ακριβώς, ήταν το νεκροταφείο του χωριού.

Καθίσαμε κατάκοποι, σε μια ταβέρνα, στην άκρη του νησιού. Το διπλανό τραπέζι ήταν γεμάτο άδεια καραφάκια ούζο. Ο μουστακαλής ιδιοκτήτης, ήδη μεθυσμένος, άρχισε να μιλάει έντονα στο μοναχικό παραθεριστή. Ιδιόρρυθμο, σαν ξέμπαρκο οδηγό λεωφορείου.
-Είσαι ασφαλίτης, έτσι, το βρήκα;
-Μα πως σου πέρασε απ’ το μυαλό αυτό; Όχι βέβαια, είμαι δικαστικός κλητήρας.
-Είδες που το πέτυχα με τη μία;

Ο συνταξιούχος Ιάπωνας ταξιτζής, σκαρφαλωμένος στα βράχια του νησιού, έκανε κοντά τρεις μήνες διακοπές. Στρεφόταν προς τη δύση κάθε απόγευμα, για την τελετουργία του χαιρετισμού στον ήλιο. Ζέσταινε νερό για πράσινο τσάι, με δύο μεταλλικές αντιστάσεις σε μορφή ράβδου, στο πίσω μέρος του καφενείου, ευλαβικά, το βράδυ στις επτά. Πολλοί επιστημονίσκοι είχαν βγάλει το συμπέρασμα ότι κάνει κάποιου είδους ηλεκτρόλυση. Τσάι έβραζε ο άνθρωπος. Τσάι.
Η σκηνή του ήταν περιτριγυρισμένη από χαρτόκουτα και μεγάλες πέτρες. Δε μιλούσε σχεδόν σε κανέναν. Έτσι περνούσε τα καλοκαίρια, στην άλλη άκρη της γης, στην χώρα ενός διαφορετικού ήλιου. Μόνο, που και που, απαντούσε σε ερωτήσεις ευγενικών πλην αδιάκριτων κοριτσιών.
-Τι έχετε μέσα στα κουτιά; (Τόλμησε να ρωτήσει μια νιόφερτη).
-Τα πράγματα μου.
-Και τι πράγματα είναι αυτά;
-Αυτό είναι το μυστικό μου.

Ο εξάδελφος αλώνιζε πάνω κάτω την παραλία, έβγαζε το μαγιό όταν βουτούσε και μετά το ξανάβαζε στην ακτή. Μας ντρεπόταν. Η δικαιολογία του ήταν, ότι δεν κάνει να λιάζονται τ’ αρχίδια, γενικώς, όχι μόνο τα δικά του. Κάθε μεσημέρι άρχιζε τη γκρίνια.
-Δεν έχει γκόμενες της προκοπής. Όλο δήθεν εναλλακτικές. Άντε να ρίξω λίγο τον πήχη, λιγάκι ακόμα.
-Τη βλέπεις αυτή την αλαφροΐσκιωτη με τα χαϊμαλιά, το κόκκινο κραγιόν; E, σε κοίταζε.
-Αυτή που νομίζει ότι βρίσκεται σε τελετή παγανιστών;
-Άσε, γράψε άκυρο, φεύγει, τώρα που πήγα να κατουρήσω είδα που έφτιαχνε το σακίδιο της.
-Φεύγει; Ρε συ, πόσο ακόμα θα κατεβάσω τον πήχη, πόσο;

Ο γερασμένος γιατρός, κυλιόταν στην άμμο. Το ζαρωμένο του κορμί εκλιπαρούσε λίγη προσοχή. Όμορφα αγόρια, γραμμωμένα, μαυρισμένα, ολόγυμνα, έπαιζαν μπάλα παραδίπλα.
Κράταγε μια μπουρού, που έβγαζε ένα βραχνό, μελαγχολικό βουητό. Την πασπάτευε με τα χείλια και φύσαγε, με τον ενδεδειγμένο τρόπο (βεντουζωτά), όπως έλεγε, κάθε λίγο. Περίμενε σιωπηλά, στο πόστο του, σαν γκόμενα που ντρέπεται, ποιος ξέρει τι, απέναντι σε αυτό το ποτάμι ερωτισμού, που σάρωνε το οπτικό του πεδίο. Το μάτι που ασελγεί ερήμην στο αντικείμενο του πόθου. Αν τύχει, αν ήταν να βρέξει λίγο τα χείλη του, να ξεδιψάσει. Είναι σκληρό, αβάσταχτο, να γερνάς διψασμένος.

Τη στρίμωξε κόντρα στην ξερολιθιά του υπαίθριου καφενείου. Φαινόταν ζαλισμένος. Όλοι ήμασταν. Έπαιζε δυνατά μαύρη μουσική. Επιλογές του ντιτζέρη. Λαντζέρης το πρωί, Dj τη νύχτα. Το στόμα κολλημένο στο λαιμό. Το χέρι είχε χωθεί κάτω απ’ το φόρεμα. Θα ορκιζόμουν ότι της είχε σκίσει το εσώρουχο. Φόρα παρτίδα κι εμείς γελούσαμε. Το κορίτσι με μισόκλειστα μάτια, βαριανάσαινε. Tρεμόπαιζε στην αγκαλιά του. Όταν κατέβασε την τιράντα από τον ώμο και φάνηκε το στήθος της, μας κόπηκε το γέλιο. Αργότερα τρεκλίζοντας στην ανηφόρα, είδα τη σκιά της να κουνιέται μανιασμένα πάνω του, σε κάτι σκαλιά στον περίβολο της Φανερωμένης. Μεγάλη η χάρη της. 

Η ζέστη μαλακώνει τα σώματα, τα πλάθει στο λιοπύρι με τ’ αλμυρά της χέρια. Κάνει τα μάτια επιεική. Φιλήδονα. Τα στόματα ξερά, απεγνωσμένα, να πιούν, να φιληθούν. Κακόμοιρο σώμα, κάνεις σαν χήρα του εξήντα που λιώνει μεσ’ τα μαύρα από καύλα. Ξέρεις δεν γράφω ποτέ για ανθρώπους που δεν συμπαθώ. Για άνοστα ανθρωπάκια που παριστάνουν τους αξιοπρεπείς. Υπάρχει τόση όμορφη ασχήμια, τόση διαβολεμένη ομορφιά, τόση αγιότητα εκεί έξω. Γλυκά ναυάγια σκουριάζουν στον βυθό, ενώ τα τρώνε σιγά, σιγά οι στρειδώνες. Αρκεί να βουτήξεις με τη μάσκα στα βαθιά. Αρκεί να ξέρεις να κρατάς την αναπνοή μακροβούτι στο σκοτάδι.

περιοδικό μπαχάρ* , καλοκαίρι, τεύχος πέμπτο.

φωτογραφία Manuel Votta

στην Μαρία, τη Γεωργία, τον Friday, τη Γιώτα και το Γιώργο


Thursday, August 01, 2013

Γερανοί

οι μεταλλικοί γερανοί
σχεδόν ηθελημένα
κοιτούν την θάλασσα
στο νέο εργοτάξιο της όπερας
στρατιώτες
παράλληλα στοιχισμένοι απέναντι

στοιχηματίζω
ότι μελαγχολούν κομματάκι
για τα φτερά των συνονόματων πουλιών
που δεν έχουν

ιδρώνουν
στον καύσωνα της γελοίας αυτής πορείας
του λυρικού προς το υδάτινο
το άνοιγμα
για τη γριά φανατική

εν τω μέσω μιας εποχής
που σημαδεύει με αυτόματα
κάτι τραβέλια ξαναμμένα
λίγο πιο πάνω
τέρμα Συγγρού


η φωτογραφία του Riccardof από το flickr

Friday, July 05, 2013

Τσίρκο



Στα τραίνα επιβιβάζονται τα μεσημέρια, σχεδόν μόνο κορίτσια. Άντε και συνταξιούχοι. Προσεγμένα κορίτσια, μπανιαρισμένα, με τα στενά τους παντελόνια και  ίσια μακριά μαλλιά. Προχθές καθόμουν απέναντι από εκείνη τη νοστιμούλα, που κάθε φορά που περνούσαμε από εκκλησία και δεν ήταν λίγες, έκανε το σταυρό της τρεις φορές. Απελπισία. Αυτόματα σκέφτηκα, το κορίτσι αυτό άραγε παίρνει καμιά πίπα, σε αφήνει να χύσεις στο στόμα της ή είναι αμαρτία; Για να τα καταπιεί, ούτε λόγος. Αν ήμουν αγενής και πρόστυχος, θα τη ρωτούσα τι γεύση έχει το σπέρμα. Αν είχε ποτέ περιέργεια να μάθει. Αν, αν, αν. Από την άλλη, ίσως πιστεύει ότι είναι αμαρτωλή, τόσο που το συνεχές αυτό καθημερινό τελετουργικό, την εξάγνιζει. Γελάω στην άφεση αμαρτιών της. Μπα, αποκλείεται.

Τα μικρά γυφτάκια είναι πλάσματα υπερκόσμια. Δηλαδή, σταμπάρεις ένα, είναι δεν είναι έξι χρονών, έχει πάει για μπάνιο στη θάλασσα και επιστρέφει με την παρέα του. Μικρά παιδιά και έφηβοι. Σαστίζεις στη θέα. Γυαλί ηλίου, σακίδιο με τα υπάρχοντα του, ύφος πονηρό. Πλησιάζει πολύ μεγαλύτερο του, καστανόξανθο κορίτσι, καρφώνεται στα μπούτια του, μυρίζει τα μαλλιά της, σχολιάζει την ομορφιά και την όποια, δεν ξέρω ακριβώς ποια, καύλα ή εντύπωση του προκαλεί. Το κορίτσι δεν ενοχλείται, έχει την ανέμελη αθωότητα κι αδιαφορία της νεότητας. Χαμογελάει και συνεχίζει να πειράζει το κινητό της. Καλά ξηγιέται. Το πιτσιρίκι παίρνει το λεωφορείο για το σπίτι, χωρίς να ακυρώσει εισιτήριο.

Την ίδια χρονική στιγμή, ένας συνομήλικος του στα βόρεια προάστια, έχει δεχθεί την επίπληξη της μάνας του, γιατί λερώθηκε στην παιδική χαρά. Γιατί δεν μίλησε ευγενικά στον μικρό Ρωμανό-Περσέα της μαντάμ Υακίνθης και γιατί σκόνισε τις ολοκαίνουργιες, κόκκινες εσπαντρίγιες του, κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι, που πολύ κακώς βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της οδού Φραγκοκλησιάς. Θα μπει ολόκληρο στη μπανιέρα και θα σαπουνιστεί μέχρι θανάτου, ενώ τα πατώματα και η λεκάνη θα καθαριστούν προκαταβολικά με Dettol. Το πρόσωπο της, καθώς βγάζει τα γάντια της καθαριότητας έχει στραβώσει από απόγνωση. Σκέφτεται ότι ακόμα πιο βόρεια, όλα αυτά θα τα έκανε η Φιλιππινέζα κι εκείνη θα έπινε το καφεδάκι της στο Κεφαλάρι. Δόλια μάνα. Μεγαλώνοντας ο μικρός, ίσως γίνει δικηγόρος, Μπορεί να κάνει κι ένα μεταπτυχιακό, αλλά πάντα θα έχει μια εμμονική ψύχωση με τα μικρόβια, ειδικά εκείνα που σέρνονται πάνω στην άμμο, στα πεζοδρόμια, στις χειρολαβές και στα κάγκελα της πόλης. Ποτέ δεν θα αφουγκραστεί τους ανθρώπους, δεν θα κρυφακούσει τις ιστορίες τους, δεν θα συζητήσει τον πόνο τους. Η ματιά του θα είναι εσωστρεφής στα όρια του αυτισμού. Εντωμεταξύ θα κινηθεί πολλές μοναχικές βραδιές αγάμητος στις παρυφές μιας άνοστης νεότητας. Θα αυνανιστεί στην μυρωδιά των λουσμένων μαλλιών των τυχαίων κοριτσιών. Θα νιώθει περήφανος που γεννήθηκε σε ένα ωραίο διαμέρισμα, που διάβασε από παιδί λογοτεχνία και δεν τσαλάκωσε ούτε μια φορά το παντελόνι του. Δεν θα βλέπει πουθενά ούτε το χαμένο νόημα, ούτε τα χαμένα χρόνια.

Όταν την παίρνει τηλέφωνο της μιλάει σαν παιδί. Απ΄όταν γνωρίστηκαν παίρνει τρένα και λεωφορεία για να την συναντήσει. Δεν οδηγεί. Έχει δίπλωμα, αλλά φοβάται. Εγώ πιστεύω ότι προτιμάει το χασομέρι στο δρόμο. Παρατηρεί τον κόσμο, τα όμορφα κορίτσια, τις γυναίκες, τους άνδρες ναυάγια, τον ουρανό. Έχει ένα μικρό μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις. Ακούει τα πάντα. Η ψυχή του είναι πολύχρωμη, σα μεθυσμένο απόγευμα μετά από πορεία. Τα μάτια του σκηνοθετούν την πόλη. Είναι μεγάλος καλλιτέχνης κι ας μην το παραδέχεται, ίσως και να μην το ξέρει ακόμα.
-Δεν τον έπαιξα καθόλου όσες μέρες έχουμε να βρεθούμε. Ξέρεις τι έχει να γίνει.
-Ξέρω, χαζέ.
Γαμιούνται σαν να έρχεται η συντέλεια. Σχεδόν απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Δεν περιορίζεται ποτέ σε κάτι ήπιο, ρομαντικό. Κάνε μου λίγο τρυφερό έρωτα, του ζητάει εκείνη, χωρίς να το εννοεί στ’ αλήθεια, έτσι για να δει τι θα πει.
-Εντάξει την επόμενη φορά θα είμαι πολύ γλυκός μαζί σου.
Παλεύουν στα σεντόνια με την τρυφερότητα τους. Οι στάλες του ιδρώτα γλιστρούν στο παρκέ. Ο αέρας είναι βαρύς, χωρίς οξυγόνο.
-Έλα, ας πάμε στο σαλόνι για αλλαγή. 
Φιλιούνται στο διάδρομο. Την παίρνει στα τέσσερα. Από το παράθυρο χαζεύει το ηλιοβασίλεμα. Ο πανάκριβος καναπές λερώνεται από σπέρμα. Δεν τρέχει τίποτα. 
-Ας γαμηθούμε σαν να μην υπάρχει αύριο αγάπη μου. Ας αγαπηθούμε τέρμα, όσο δεν παίρνει. Αν όχι εμείς, ποιοι;

Είμαστε ένα τσίρκο υπάρξεων. Κομπλέ, με διευθυντή, κλόουν, ακροβάτες, τέρατα, μπαλαρίνες, κονφερασιέ. Ο θεατρώνης είναι το μάτι του μεγάλου αδερφού, παρακολουθεί τα πάντα ανέκφραστος, πίσω και μπρος απ’ τις κουίντες. Τρομακτική ύπαρξη. Ο καθένας φορά το κοστούμι του κι εκτελεί άλλο νούμερο. Το μακιγιάζ του είναι επιμελημένο στην εντέλεια, αψεγάδιαστο. Κάποια νούμερα έχουν τεράστια επιτυχία, σε καθιερώνουν σε μεγάλη φίρμα, σε αυθεντική φυσιογνωμία. Άλλα πάνε άπατα και στο τέλος σου σκάει η απόλυση. Φεύγεις συντετριμμένος με το σάκο σου, πιο απόκληρος από ποτέ, πιο πεινασμένος, πιο μόνος, για μια γωνία στην άκρια του κόσμου. Ότι πρόλαβες, πρόλαβες. Τα χρόνια στο τσίρκο τουλάχιστον ήταν γεμάτα ένταση, ίντριγκα, έρωτα, ρεαλισμό, ευτυχία. Ήταν αληθινά. Ήταν ανάμεσα σε ανθρώπους, δεν έχει σημασία που ήταν τόσο διαφορετικοί.

Εκείνο το πρώτο βράδυ μακριά, στην ύπαιθρο, θα κλάψεις με λυγμούς και θα αποκοιμηθείς πάνω σε ένα σωρό ξερά φύλλα.

Φωτογραφία της Diane Arbus    

Tuesday, June 11, 2013

Φυσάει ρεαλισμός



Φυσάει ρεαλισμός. Σαρώνει την ακτή. Μοντέρνοι άστεγοι με βραχιολάκια, ξυπόλητοι. Άλουστοι, κοτσίδια και τζίβες τα μαλλιά τους. Ξεκαλοκαιριάζουν στις αμμουδιές της πόλης. Ασκεπείς. Ζηλεύω. 
Πέρα από το ανοιχτό παράθυρο ανθίζουν μανόλιες και κάποια ελπίδα. Πετάω τιμαλφή, συμβόλαια, χαρτιά. Ξερνάω στη μοντέρνα ματαιοδοξία, στα καλλιτεχνικά άλλοθι της νοικιασμένης ευτυχίας. Κάποτε θ’ ανατείλουμε.  Αρκεί να συγχρονιστούμε.
Για μένα δεν θέλω τίποτα. Δεν θέλω χάρες και χαρές στο τέλμα αυτής της βαθιά επαρχιώτικης πατρίδας. Συντήρηση πια μόνο σε ψυγεία.
Τα όνειρά μου σκονίζονται απ’ την ανούσια φιγούρα. Σε σένα μιλάω. Κατάλαβέ το, με λερώνεις.

 Φωτογραφία Lee Jeffries, Andy. Alton Road, South Beach, Miami, Fla. Jan. 29, 2012.

Wednesday, June 05, 2013

Ακόμα και τώρα

(Πέτρινα Χρόνια)
Το προηγούμενο καλοκαίρι ήταν ζεστό και στιγματίστηκε από τα Ιουλιανά. Την είδε στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Εκεί γνωρίστηκαν. Μόλις είχε χωρίσει από ένα αγόρι, που της είχε πει ξεκάθαρα, ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική γάμου. Κάποιου είδους βεντέτα, ισχυριζόταν, τον έκανε να κρύβεται στην πρωτεύουσα. Μπορεί και να έλεγε αλήθεια. Ύστερα, επί χούντας, δόκιμος αξιωματικός στο Ναυτικό. Κάθε μεσημέρι τον έπαιρνε μετά τη δουλειά από το Α2 στην Κλαυθμώνος. Παρακολούθηση των ρωσικών υποβρυχίων. Η θέση απαιτούσε αψεγάδιαστο, πεντακάθαρο, δεξιό φάκελο. Δεν ήταν μια θέση για άτομα αμφίβολης πολιτικής τοποθέτησης. Αυτή είχε φάκελο, για ανόητους λόγους, που με κόπο κατάφερε ένας ενωμοτάρχης, παλιός οικογενειακός φίλος, να καθαρίσει. Εκείνη την εποχή οι χρωματικές αποχρώσεις σου καθόριζαν τη ζωή. Δεν υπήρχε ροζ. Γνωστά αυτά. Φυσικά ρόλο έπαιζε και η ταξική σου θέση. Αλλά σε αυτό δε διέφεραν, ήταν και οι δύο φτωχά παιδιά. Θα παντρευτούν τρία χρόνια μετά. Στον Άγιο Παντελεήμονα Καλλιρρόης, με ταγέρ και κουστούμι. Λουλούδι στο πέτο, μιγκέδες στο χέρι. Χωρίς φράγκο στην τσέπη, χωρίς εφόδια, με μία μάνα κόντρα. Είχε βλέπεις μια κόρη απάντρευτη. Στις αποσκευές τους θα συμπεριληφθεί και η υπόσχεση της προίκας της. 
Στο Ρίο Γκράντε είναι χειμώνας. Ιούλιος. Πρώτο ταξίδι, έτυχε ναύλος για το νότο. Φυσάει μέσα στη λιμνοθάλασσα. Η λάντζα από την πόλη, φέρνει πίσω το πλήρωμα. Κουνάει πολύ. Όταν υπάρχει κύμα, η πλατφόρμα της μεταλλικής σκάλας ανεβοκατεβαίνει επικίνδυνα. Συνήθως ρίχνουν την ανεμόσκαλα. Αυτό είναι το σοφό. Περάσανε ωραία στην πόλη. Άλλωστε έχουν και την αγάπη τους. Υπάρχουν και χρήματα στην τσέπη. Κάνει να πατήσει και χάνει την ισορροπία της. Βουλιάζει, ευτυχώς χωρίς να συνθλιβεί ανάμεσα στο πλοίο και τη σκάλα. Φοράει το παλτό της. Θα ανασάνει μέτρα μακριά. Έχει δυνατό ρεύμα. Ακούει φωνές από το βάθος. Σκιές πάνω στο κατάστρωμα λύνουν κουλούρες και τις πετάνε στα τυφλά. Δεκάδες ριγέ κουλούρες ταξιδεύουν το ποτάμι. Τα νερά είναι γκρίζα, άγρια. Ο ουρανός με σύννεφα. Η σιωπή σκίζεται από τη βουή του ανέμου, κατά ριπές. Βουλιάζει μία, παίρνει ανάσα δύο, τα ρούχα τη βαραίνουν. Πνίγεται και το ξέρει. Σκέφτεται ότι είναι άδικο. Είναι μόλις 23 χρονών. Είναι μακριά από την πατρίδα της. Δεν έχει προλάβει να ζήσει τίποτα, μόνο τον έρωτα. Τον έρωτα που την έφερε ως την άκρη του κόσμου. Μόλις που βλέπει να περνάει δίπλα της μια κουλούρα. Την αρπάζει. Θέλει μεγάλο κόπο να τη φορέσει, τα ρούχα είναι παγωμένα βαρίδια. Πρέπει να βουτήξει το κεφάλι στο νερό ή να την αφήσει και να βυθιστεί στον υγρό της τάφο. Να λυτρωθεί από την επιθανάτια αυτή αγωνία. Δεν ήξερε πως ένα μίλι πιο κει, εκείνος είναι ήδη στο νερό από ώρα, χωρίς αποτέλεσμα, αλλά γεμάτος θυμό κι αρπάζεται κι’ αυτός από κάποια άλλη κουλούρα, που αρμένιζε. Δεν θυμάται πολλά από 'κει και πέρα. Στο κατάστρωμα αρνείται πεισματικά να βγάλει το σωσίβιο. Αρνείται πεισματικά να βγάλει το βρεμένο παλτό. Είναι παγωμένη. Θα πιει ένα μπουκάλι κονιάκ για να συνέλθει, θα τριφτεί με οινόπνευμα, θα την τυλίξουν με κουβέρτες και ακόμα και τότε, ακόμα και όταν είναι σίγουρο ότι όλα έχουν τελειώσει, θα δει στον καθρέφτη όχι το είδωλό της, μόνο έναν άλλο άνθρωπο. Το συσπασμένο πρόσωπο του τρόμου, την άγρια όψη της επιβίωσης. Της κρατά το χέρι μπροστά στον καθρέφτη. Της κρατά το χέρι, ακόμα και τώρα.

(Έρωτας μετά μνημονίου)
 Γνωρίστηκαν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, μετά το μνημόνιο. Δεν έχει δουλειά εδώ και καιρό. Καταρχήν θα μιλήσουν για την τέχνη, ίσως και για τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ωραία συζήτηση, γρήγορη. Θα είναι μαζί από το πρώτο βράδυ. Περνάνε όμορφα ή έτσι νομίζει. Άλλωστε έχει πολύ ελεύθερο χρόνο. Μετά από καιρό θα της πει ότι έχει πρόβλημα με τη συγκατοίκηση, με τη συναισθηματικότητα του, με τη σύνδεση, με τα σανδάλια σε πόδια με βαμμένα κόκκινα νύχια. Δεν την πτοούν οι δηλώσεις. Είναι ένας γενναίος άνθρωπος.
Η πλατεία Ταχρίρ θα τον συγκλονίσει. Θέλει να φύγει στην Αίγυπτο. Αραβική άνοιξη. Εκείνη ακούει με τρόμο. Κάθε μήνα θα έχει και κάτι άλλο επαναστατικό να τον διεγείρει. Κάθε μήνα επίσης, το κίνημα θα τον απογοητεύει και οι φίλοι και ανταγωνιστές θα τον βάζουν σε βαθιές σκέψεις. Σαν αντίδοτο θα πέφτει με τα μούτρα στην ποίηση. Η ιστορία τους θα φτάσει στις πλατείες. Από τις βραδιές πάνω στον στενό καναπέ και τη γλώσσα να σέρνεται μέχρι τη βάση της σπονδυλικής της στήλης, από την απόλυτη αφοσίωση της και τα καθαρά μάτια, στο τίποτα. Θα σβήσουν όλα μέσα στο ψέμα και στο αύριο ανατέλλει μια ακόμα πρόθυμη μαντόνα. Ένα ακόμα ανέμελο φουστάνι, ανεμίζει στην προκυμαία της πόλης. Ας προχωράμε έτσι, καταναλώνοντας ανθρώπους, δακρυγόνα, συναισθήματα βεβιασμένα και ανεφάρμοστες ιδέες. Φταίει ίσως που οι δικοί του δεν αγαπήθηκαν πολύ.
Ο νευροχειρουργός ζει στην άκρη του κόσμου. Εδώ δεν υπάρχει δουλειά. Κι αν υπάρχει οι προοπτικές είναι τραγικές. Έχει καριέρα να χτίσει. Θα έρθει για μια βδομάδα διακοπές. Κάθε βράδυ και μια βαθιά εξομολόγηση στα μάτια. Στο Λαιμό σηκώνει τη φούστα της και βουλιάζει ανάμεσα στα πόδια. Λιμάνια απάνεμα. Έξω, χαμηλά, η θάλασσα γυαλίζει σκοτεινή. Κουτάκια μπύρες στα βράχια. Κράτα με σφιχτά. Ο χρόνος δεν μετράει τις αγωνίες, στέκει ακίνητος. Τα ρολόγια της παραλιακής δείχνουν άλλα αντί άλλων, το καθένα έχει σταθεί σε άλλη ώρα. Που μας ξημερώνουν αυτές οι μέρες; Οι πουτάνες πιο κει, περπατούν πάνω στα τακούνια τους  και γνέφουν πρόστυχα, σε όσους ξεχάστηκαν σε δανεικά μουνιά, τεμπέλιασαν και πάνε. Του κρατάει το χέρι ενώ οδηγεί. Τους χωρίζουν τα πάντα, δεν τους ενώνει τίποτα, παρά μόνο εκείνος ο λυγμός που ξεσπάει στα πρόσωπα, όταν τα σώματα σφαδάζουν πάνω σε μια και μοναδική ανάσα. Θα φύγει, απουσία υποσχέσεων, σβήνοντας στη γλώσσα της, τη γεύση του ημιτελούς.
Ξέρεις μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Ακούει γελώντας, αυθάδικα σχεδόν. Ξέρεις, τα έχω ξανακούσει αυτά.
Είχα μια επιχείρηση, η κρίση βλέπεις, την έκλεισα, ήμουν αλλιώς μαθημένος, με χρήματα, αφεντικό. Χωρίσαμε μ’ εκείνη, ήταν επόμενο. Εσύ όμως βγάζεις μια δροσερή οικειότητα στο αιχμηρό σου χιούμορ. Κι ο τρόπος που γελάς είναι σα να υπόσχεσαι το μέλλον ακέραιο.
Χαμογελάει.  Πάντως αν σε άφησε για τα λεφτά, δεν άξιζε μία, μη σκας. Και αν θες να ξέρεις, δεν πιστεύω πια σε τίποτα. Πριόνισαν τις όποιες ελπίδες, οι σφαίρες της εποχής. Ατομισμός, κυνισμός, το πιπιλάω σαν καραμέλα αυτόν τον καιρό. Η επανάσταση δεν ήρθε. Ούτε στον έρωτα.
Μα δε φοβάσαι μόνη;
Προσποιούμαι τη γενναία. Πίστεψα βλέπεις, σε κάποια άλλη αγάπη, μια αγάπη που βράχηκε στο παγωμένο ποτάμι. Αυτή με συνεφέρνει κάθε Ιούλη. Κάτι θα γίνει. Μα που να καταλάβεις εσύ. Ας πιούμε σήμερα.

Κείμενο για το περιοδικό μπαχάρ#3 και η φωτογραφία του arcades, μια διαφορετική από αυτή που μπήκε τότε, με το ίδιο όμως θέμα από εδώ.