Wednesday, April 24, 2013

Μην ξεχνιέσαι



Ανήκει σε μια περίεργη γενιά. Οι καθηγητές στο σχολείο, αριστεροί ή δεξιοί, δεν ενδιαφέρονταν και πολύ. Οι μαθητές τους έβλεπαν με τη σειρά τους, ανάλογα, σπουδαία πρόσωπα τα φτωχότερα παιδιά, κομπλεξικά ανθρωπάκια όσοι προέρχονταν από επιτυχημένες οικονομικά οικογένειες. Όλοι είχαν ένα μικρό δίκιο στην οπτική τους. Η εκπαίδευση ποτέ δεν ήταν μια αντικειμενική υπόθεση ή το δυνατό χαρτί στον εγχώριο προοδευτισμό.

Τα είχε ζήσει όλα κομπλέ. Και γιορτές της 17ης Νοέμβρη με τραγούδια του Θεοδωράκη, και πορείες, στεφάνια, καταλήψεις, ξύλο, κάψιμο σχολών και χασίματα εξαμήνων. Φουλ εκπαίδευση, αυτή που απαιτούσε η αγορά εργασίας παγκόσμια. Πίσω απ’ όλα αυτά αντηχούσε η αιώνια επωδός, να γίνεις κάτι, να βρεις μια καλή δουλειά, να βγάλεις χρήματα. Μην ξεχνιέσαι.

Δουλειές υπήρχαν. Κάποιοι άλλαξαν πολλές. Κάποιοι άλλαξαν ακόμα και δύο τρεις κλάδους εργασίας. Οι μισθοί τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καλοί. Δύσκολα νοίκιαζες σπίτι για να μείνεις μόνος. Έπρεπε να πάρεις ξεροκόμματα για χρόνια, να δείξεις πρόσωπο, για να εξαργυρώσεις κάτι στη συνέχεια. Για πολλούς αυτή η συνέχεια δεν ήρθε ποτέ. Μπήκαν στο δημόσιο από την μπρος πόρτα. Όταν απογοητεύθηκαν από τις συνθήκες. Kάποιοι συνεχίζουν να μπαίνουν από την πίσω, ακόμα και τώρα. Υπάρχουν άνθρωποι που πλαστογράφησαν πτυχία έκαναν και άλλες χυδαιότητες. Αν από το σπίτι σου σε μπολιάζουν από νωρίς με το τραγουδάκι ''ο σκοπός αγιάζει τα μέσα'' θα γίνεις και συ μια κατηγορία σκουπιδιού. Ίσως ανακυκλώσιμο, ίσως τοξικό.

Άλλοι πήραν πίπες και ξεβρακώθηκαν για μια θεσούλα ή μια προαγωγή. Άλλοι νόμισαν ότι κουτσοδουλεύοντας και κάνοντας τον δήθεν καλλιτέχνη, θα τη βγάλουν καθαρή μέχρι τα γεράματα, μ’ ένα μικρό νοίκι της γιαγιάς. Πίστεψαν στην αιώνια αναβολή. Έχασαν τα ταξίδια, τα σινιέ ρούχα άνευ νοήματος, τα άπειρα ποτά μετά το σχόλασμα, τα επιμορφωτικά σεμινάρια εκτός έδρας, το ξεζούμισμα στην ανθρωπομηχανή που απαιτεί μόνο την παρουσία σου ατέλειωτες ώρες σε συναντήσεις, παρουσιάσεις, αναλύσεις και brainstorming ή την υπογραφή σου, λίγο την ενδιαφέρει να βελτιστοποιήσει το ποιοτικό αποτέλεσμα και τις συνθήκες για τον άνθρωπο. Όλη αυτή η εμπειρία ήταν η βαθιά κατανόηση του πως λειτουργούν τα πράγματα, εδώ, μια σοφία που κανείς φυγόπονος δεν την απέκτησε ποτέ.

Οδηγούσε και σκεφτόταν ότι η παραγωγική γενιά, σήμερα, χωρίζεται σε αυτούς που εργάζονται και σε όσους απολυμένοι ή εξαρχής άνεργοι, μένουν στο σπίτι αποκλεισμένοι.  Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, συχνά γεμάτη μίσος. Η χρόνια γκρίνια των ιστορικών ετών, έχει δώσει τη θέση της σε μια παρακμή ορατή,  που  δηλητηριάζει, εξουθενώνει. Η φτώχεια είναι τόσο ενοχική, όσο και η γεμάτη τσέπη. Τους συμφέρει. Η εξουσία θέλει να γαμάει την ψυχολογία πρώτα απ’όλα. Η οργή όμως είναι κι αυτή ένα χρόνιο συναίσθημα, που τρέφεται στο σκοτάδι. Το μέλλον είναι σίγουρα αβέβαιο.

Τον τελευταίο καιρό δεν είχε όρεξη για φιλοσοφίες. Είχε δει όλα τα ψώνια της γενιάς του να πωλούνται για τρία ευρώ στα ράφια των βιλιοπωλείων, που μαζεύουν διανοούμενους για καφέ και κουτσομπολιό. Τα βράδια έπινε και γρύλλιζε, όχι απαραίτητα με μια σταθερή σειρά.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe
Parrot Tulip in Black Vase

Wednesday, April 03, 2013

Ένας ακήρυκτος πόλεμος


Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει με μια αισχρή μελωδία. Το έκλεισε. Οι μελωδίες ή οι δυνατότητες των ρολογιών, δεν ήταν ένα θέμα που τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Φυσικά ούτε στα κινητά έδινε σημασία ή σε άλλα ηλεκτρονικά είδη που αποτελούσαν βωμό λατρείας τόσων ανδρών. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ένας συνηθισμένος τύπος. Αλλά αυτό το λέω εγώ. Αντικειμενικά θα λέγαμε, κατά μια οπτική, δεν ήταν σαν τους άλλους.

Συχνά, ξυπνούσε στη μέση της νύχτας και σκεφτόταν ιστορίες. Όχι γενικά και αόριστα. Παράγραφοι, παράγραφοι, πέρναγαν μπροστά από τα μάτια του στο σκοτάδι, σαν βουβό σινεμά. Ύστερα τις ξεχνούσε. Εκτός κι αν τις σημείωνε. Δεν είχε καμία σημασία. Η ικανότητα να βλέπεις κείμενα είναι ανεξάντλητη.  Άπαξ και σε χτυπήσει κατακούτελα, μένει για πάντα. Σαν τη σχιζοφρένεια. Για πάντα όμως; Υπερβολές στην αναφορά μας στον επινοημένο χρόνο. Πάντως είχε στο κομοδίνο του προφυλακτικά και ένα σημειωματάριο με μολύβι, για παν ενδεχόμενο. 

Θα έστυβε ένα ροζ γκρέιπφρουτ και μετά θα έπινε ένα καφέ με φρέσκο γάλα. Ίσως να έτρωγε και μια φρυγανισμένη φέτα ψωμί, με μέλι. Έμπαινε σέρνοντας τα βήματα του στη ντουζιέρα. Σκουπιζόταν καλά. Ντυνόταν κάζουαλ, με πουλόβερ κασμίρ και τζην. Τελευταία έβαζε τα καλογυαλισμένα, πανάκριβα παπούτσια του. Χειροποίητα, ιταλικά, ταμπά, δετά μποτάκια. Το μόνο άγχος του ήταν να μη λασπωθούνε. Τα είχε πάρει στην αρχή της σαιζόν, ένα Σάββατο. Κάποιο πρωί, που άργησε να αποφασίσει αν του άρεσαν τα συγκεκριμένα, για να κερδίσει χρόνο στο μαγαζί. Να παρατηρήσει με την ησυχία του, όλη την γυναικεία εμμονή σε οτιδήποτε με τιμή βασικού μισθού και άβολο. Τα όμορφα πόδια, μέσα σε πολύχρωμα γοβάκια, γνωστών σχεδιαστών, των δέκα πόντων και πλέον.

Φυσικά και ήταν ένας κλασικός αντιήρωας. Όχι από αυτούς τους τύπους της μόδας, που μιλάνε για ιδανικά και επαναστάσεις, με μια σταλιά μελό νοσταλγικότητας. Τους οικονομικά πονεμένους, τους άνεργους. Επίσημα ήταν πολιτικά ανένταχτος. Στις σπουδές δεν άντεξε καμία κατήχηση, από κανένα πολιτικό χώρο. Δεν ένιωσε καμία εγγύτητα. Τους κορόιδευε όλους. Έκανε πλάκα με μερικούς σημερινούς διευθύνοντες συμβούλους και προέδρους οργανισμών. Συχνά τους είχε βρίσει χυδαία στις γενικές συνελεύσεις της σχολής του. Ήταν όμως υπέρ ενός κράτους δικαίου. Ότι κι αν σήμαινε αυτό.

Ευκατάστατος, με μια μέτρια καλή δουλειά, δεν τελείωσε ποτέ το διδακτορικό του. Αυτή η δουλειά, του ήταν αδιάφορη πια. Το ίδιο και οι συνάδελφοι, απλοί άνθρωποι, συχνά στερημένοι. Τι είχε να πει μαζί τους; Λίγα πολιτικά, που και που. Δεν είχε ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, για να μοιραστεί τις εμπειρίες του. Μια σειρά αποτυχημένες ή λιγότερο αποτυχημένες σχέσεις, ένα διαζύγιο. Ήταν εντάξει με τη συνείδηση του όμως. Δεν ήταν τυχαίο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή.

Σκεφτόταν ένα κείμενο που είχε διαβάσει για τα φτωχά παιδιά.
''Τραυματισμένα παιδιά που με τωρινές επιδείξεις προσπαθούν να υπερκεράσουν το γεγονός της βαθύτατης ανέχειας που συνεχίζει να δρα μέσα τους.''
Δεν είχε γνωρίσει φτωχά παιδιά  ή δεν θυμόταν να είχε συναναστραφεί κανένα. Αυτό που σίγουρα έβλεπε, ήταν παιδιά με μια στερημένη παιδική ηλικία, στερημένη από αναγνώριση και αποδοχή, να συμπεριφέρονται έτσι. Για αυτή καθεαυτή τη φτώχεια δεν είχε λόγια. Την έβλεπε σα μια φυλακή, ένα πεδίο ανασύνταξης και αλλαγής, για την επιβίωση. Ποτέ δεν ξέρεις πως σε διαμορφώνει η φτώχεια και ο πόλεμος. Όλα ορίζονται στο δρόμο.

Περπατώντας τον φυσούσε ο κρουστός ανοιξιάτικος αέρας. Είχε λιακάδα. Στάθηκε. Τα φύλλα του καλλωπιστικού δέντρου στο προαύλιο του μετρό, κινούνταν κάνοντας έναν θεσπέσιο θόρυβο. Έμεινε σα μαλάκας, περί το δεκάλεπτο, να νιώσει την ένταση του αέρα. Ένας μαρμαρωμένος άνθρωπος, εγείρει πάντα υποψίες. Κάπως, σαν τους στρατιώτες της Λεπτής Κόκκινης Γραμμής. Η ομορφιά της φύσης στη μέση του πολέμου. Ενός ακήρυκτου πολέμου. Αυτού που κοιμάσαι, με όλη την νεανική ελαφρότητα που σου έχει απομείνει, που έχεις διατηρήσει με νύχια και με δόντια και ξυπνάς γέρος. Άτονος.

Πρόσφατα κείμενα του, όταν δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Φλοτέρ, είχαν κατηγορηθεί, από μια ανώνυμη, ως επαναλαμβανόμενες ασκήσεις ύφους. Στ’ αρχίδια του. Κάθε Απρίλιο, μαζί με τη γνώριμη αλλεργία, ο ενθουσιασμός για το επερχόμενο καλοκαίρι τον έκανε χαρούμενο. Όχι πια όμως. Αυτό ήταν το σημαντικό νέο. Ποιος την γαμεί την δήθεν επιτυχία; Πήξαμε στον διανοούμενο. Στη μετριότητα της γραφής. Μαζί κι αυτός. Στο ντορβά. Ποτέ πια μετριότητες. Μόνο κλασικοί. Με πυξίδα τα ορόσημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η εποχή αυτή είναι ένα χωνευτήρι μετριότητας, σκεφτόταν. Με το αλφάδι, πιο πολύ από την τσέπη σου, στοχεύει στο μυαλό σου. Περνάει μια ίσια γραμμή, απ’ την οποία δεν θέλει να εξέχεις, να πρωτοτυπείς, έτσι ή αλλιώς. Όπως μισεί τον γνήσια εστέτ, μισεί και το χαμένο κορμί. Επιβιώνει, με μοναδικό πληρωμένο κόστος, μια διάχυτη γκρίνια. Μια γκρίνια που πνίγει σαν ομίχλη τον αέρα. Μέχρι εκεί. Κι αν κάποιον σιχαίνεται αυτός ο χωροχρόνος, είναι εκείνον που έχει την άνεση να μη σκύβει και πολύ το κεφάλι, ιδεολογικά έστω, να ζει καλύτερα από άλλους χωρίς να είναι πλούσιος, να ταξιδεύει με το μυαλό του σε άλλες θάλασσες. Πουτάνα εποχή, είσαι ο τάφος των νέων διαφωτιστών.

έκλεισες το παράθυρο στον ήλιο
και το σκοτάδι βοηθά τη θλίψη
απέναντι ανθίζει μια βερυκοκιά
στο δρόμο σκούζουνε οι γάτες
και μια σταλιά κόκκινο χώμα έβαψε
τις άσπρες πλάκες του πεζοδρομίου

Η μόνη σταθερά του Αλέξανδρου είναι η φύση. Ήλιος κι αέρας. Τον λατρεύει τον αέρα. Τη βροχή όχι ιδιαίτερα. Μετά από κάποια ηλικία σε βαραίνει. Τον λένε παράξενο που αφαιρείται κοιτώντας έξω από το παράθυρο τις λεύκες του πεζοδρομίου. Ο Αχιλλέας περιμένει στη σκηνή του, νευρικός, να τον φωνάξουν. Να του μηνύσουν ότι είναι απαραίτητος, ότι τον χρειάζονται. Κάθε αντιήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βλέπει τέτοια όνειρα  συχνά ή νομίζει ότι βλέπει. Ποιος να τον καλέσει και που να τον χρειαστούν; Τι να τους κάνουν τους βαριεστημένους γενναίους;  Στη σκηνή, ίσως αυτός, να μείνει για πάντα. Αυτός ο πόλεμος είπαμε, είναι ακήρυκτος.


Φωτογραφία Child with hand grenade της Diane Arbus

Monday, March 11, 2013

Ανθρώπινα


1.

Στον ύπνο της είδε έναν, σχεδόν εφιάλτη, ότι κόπηκαν δηλαδή οι αγαπημένες της σαγιονάρες. Ήταν πολύ νωρίς για να συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα δεν είχε βγει ο χειμώνας και τις είχε αγοράσει πέρσι τον Αύγουστο στις εκπτώσεις. Το συγκεκριμένο όνειρο, αποτέλεσε, ένα ακόμα δυσάρεστο προμήνυμα, σε μια σειρά σημαδιών που παρατηρούσε εδώ και καιρό.
Η αρχή είχε γίνει σε εκείνο το ραντεβού με ένα νεαρό που φαινόταν φυσιολογικός. Ήπιε λίγο παραπάνω και άρχισε να απαριθμεί τις παραξενιές του.
Έχω κονομήσει συν τω χρόνω, δυο τρία τικ. Ακόμα κάνω αντιδιαμετρικές κινήσεις, σε κάποιες άλλες  κι έτσι τις ακυρώνω νοερά. Ύστερα δεν πατάω ποτέ τους αρμούς ανάμεσα στις πλάκες πεζοδρομίων. Τα χρώματα στο δρόμο νοιώθω ότι έχουν διαφορετική υφή. Βέβαια αυτό δεν είναι τίποτα, κάποτε είχα μια γκόμενα, που δεν πέρναγε κάτω από σκαλωσιές και πάνω από μεταλλικά φρεάτια και σχάρες.
Εκείνη σκέφτηκε, πάει ο καημένος, τα έχει χάσει.
Άρχισε να πατά με διπλά ταπ, ταπ, πάνω σε όλα τα φρεάτια του πεζοδρομίου, χορογραφώντας ένα διαβολεμένο θορυβώδη χορό, χωρίς κλακέτες. Ο συνοδός της άνοιξε έκπληκτος, διάπλατα, το στόμα του. Θα μπορούσε να του χώσει άνετα ένα χαστούκι. Θυμήθηκε εκείνη τη δασκάλα στη σχολή μοντέρνου χορού, που μάδαγε το κουβάρι με τις πολύχρωμες κλωστές. Η ίδια δεν έπαιρνε χάπια, δε μάδαγε κουβάρια, μπορούσε να μπει ακόμα και σε τούνελ κάτω απ’ την πόλη. Μα πότε να έμπαινε, μα πως ήταν δυνατόν να προέκυπτε ποτέ τέτοια ανάγκη; Ίσως να ήταν πολύ δυστυχισμένη.


2.

Παρατηρούσε, ότι οι άνθρωποι σε εργασιακό περιβάλλον, μοιάζουν με ζώα σε κλουβί. Τους διακρίνει μια υφέρπουσα αγωνία και άγχος, εκνευρισμός και λίγα λόγια. Τα ζώα δεν μιλούν φυσικά. Αλλά κι οι άνθρωποι στη δουλειά, λένε τα βασικά, βασικές απόψεις, βασικές σκέψεις, σα να είναι καθυστερημένοι, γκρίνια μέσα στα επιτρεπόμενα όρια. Έτσι ένα διαρκές γρύλισμα σαν μακρινός θόρυβος, ένας βόμβος, επιβαρύνει κάποιες μέρες της εβδομάδας.
Είχε ένα συνήθειο, όταν το κλίμα στο γραφείο γινόταν βαρύ, το έσκαγε με μια πρόφαση εξωτερικής εργασίας, για καμία ώρα. Έμπαινε στο μετρό και πήγαινε μια βόλτα για καφέ. Στο τραίνο υπήρχαν στιγμές, που το μόνο που έβλεπες ήταν γυναίκες και φοιτητές. Δεν είχε ποτέ προσέξει ότι η πόλη έχει τόσους φοιτητές, τόσο κόσμο να πηγαινοέρχεται τα μεσημέρια. Πολλοί άραζαν στον ήλιο για καφέ κι ακόμα και τώρα, αυτές τις εποχές, μίλαγαν για τα πιο ανούσια πράγματα. Ντυνόντουσαν με τον πιο βαρετό τρόπο. Στο δρόμο δεν είχε γρήγορους περιπατητές, ούτε δρώμενα, ούτε ανθρώπους περιφερόμενα καρναβάλια, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Παλιότερα τα μεσημέρια σκεφτόταν μόνο το σεξ. Αν του τύχαινε κάτι, θα τα παράταγε όλα για το κοντινότερο ξενοδοχείο. Στο μυαλό του έστηνε ερωτικές ιστορίες. Αυτά τα πράγματα όμως, σπάνια συμβαίνουν στο φως της ημέρας. Κατέληξε, ότι οι βόλτες του ήταν χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σκεφτόταν επομένως ότι αυτό το κενό, στο οποίο άδειαζε το μυαλό του και ήταν σωτήριο για την ψυχική του υγεία, για τους άλλους ήταν μέρος του φυσικού τους χρόνου. Πολύ λυπηρό σα διαπίστωση.


3.

Κάποιοι άνθρωποι μετά το σεξ μελαγχολούν. Όταν τη γαμούσαν, μια βαθιά, ολότελα υπαρξιακή θλίψη, την συντάραζε. Σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, έκανε ένα χλιαρό ντουζ, έβαζε τα ρούχα της και ανοίγοντας την πόρτα έβγαινε στο δρόμο. Συχνά το εσώρουχό της ήταν ακόμα υγρό. Την ενοχλούσε η διαρκής θύμηση του τι είχε προηγηθεί. Ήθελε να ξεχάσει. Να σκεφτεί.
Θαύμαζε τους ανθρώπους που έσερναν μεγάλα δράματα. Για αυτούς που έσερναν θαύματα, δεν μπορούσε ακόμα να πειστεί. Υπάρχει μια τάση να μεγαλοποιούμε την ευτυχία. Ο πόνος από την άλλη, είναι πηγαίος, φυσικός, δοσμένος αρχέγονα, απλόχερα και γονιδιακά, στεριωμένος από τις θρησκευτικές καταβολές, πιστεύεις δεν πιστεύεις. Ένα τσακισμένο πρόσωπο μιλάει, κατευθείαν στην καρδιά σου.
Θυμόταν κάποιο βράδυ σε ένα καφενείο στο Κερατσίνι. Μπήκε μια κλασική λαϊκή πενηντάρα. Έκατσε μόνη της. Ήπιε μια Βεργίνα. Κάπνισε δέκα τσιγάρα. Κοιτούσε προς την πόρτα. Αμίλητη έκανε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μόλις τελείωσε τη μπύρα της, πλήρωσε, σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα. Την είχε καταπιεί κι εκείνη η νύχτα. Ποιος ξέρει τι να κουβάλαγε στις πλάτες της.
Τώρα που περπατούσε, την πήρε από πίσω, ένας αξύριστος κλοσάρ. Δεν τον φοβόταν, μόνο που μύριζε ανοιχτωσιά. Οι ανθρώπινες μυρωδιές είναι μια χαμένη ανοχή. 
Κοίτα, κοίτα, μου μιλάνε. Τους βλέπεις ολόγυρα, τους βλέπεις; Οι άγιοι, δεν έχουν τόπο. Πίσω από την εκκλησία τους βρήκα μαζεμένους. Έρχεται η Δευτέρα Παρουσία, όπου οι τελευταίοι έσονται πρώτοι. Έχεις κανένα ψιλό, τσιγάρα;
Έτσι και πριν πεθάνει ο παππούς, μια θεια που χρόνια τώρα είχε σαλέψει, είχε δει στον τοίχο, στρατιές τους Αρχαγγέλους. Λένε τη χτύπαγαν πολύ τ’ αδέρφια της, γιατί την αγαπούσε κάποιος που δεν ενέκριναν. Δικαιολογίες για το ξύλο και τις χαμαλοδουλειές. Κανείς δεν πίστευε από τους μαζεμένους στην αγρύπνια κι όμως όλοι σκιάχτηκαν από το φανταστικό συνάφι, που κατηφόρισε να μαζέψει ψυχές. Άρχισαν να συζητούν αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, αν τα οράματα δικαιολογούνται σε ανθρώπους που ξεψυχάνε.
Υπάρχει μια αρκτική χνουδένια κάμπια, που παγώνει κάθε χειμώνα κι αναγεννιέται την άνοιξη για να τραφεί. Αυτό συμβαίνει για δεκατέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Μέχρι να έρθει η τελευταία άνοιξη, που θα μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, θα ζευγαρώσει, θα γεννήσει και θα πεθάνει. Υπομονή της αρκτικής κάμπιας για τη διαιώνιση του είδους. Χωρίς μελαγχολία. Στο φυσικό δαρβινικό παιχνίδι, ταγμένη μέχρι τέλους. Μόνο που η θεια πέθανε παρθένα, όπως βεβαίωσε ο γυναικολόγος που την είδε, όταν πια ήταν  βαριά άρρωστη.

 Φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Tuesday, February 26, 2013

Στον κήπο

Κάποιοι μεγάλοι δρόμοι, παραπέμπουν σε έρημη πόλη. Παρατημένη σε παρακμή. Πειραιώς, Ιερά Οδός, Αθηνών, Πέτρου Ράλλη. Εργοστάσια κλειστά, απέλυσαν τον κόσμο τους. Εργοτάξια παρατημένα στη μέση. Παλιά κτήρια που δεν ανακατασκευάστηκαν ποτέ και χάσκουν στο χρόνο και τον καιρό, διαλύονται, εδώ και δεκαετίες. Στους παράδρομους παρεμπόριο μετάλλων. Ζει κόσμος και κοσμάκης από τα σκουπίδια των άλλων. Ζουν, σχήμα λόγου. Παράλληλα αργοπέθαιναν, όταν καιγόντουσαν τα καλώδια στον Ελαιώνα, για να βγει ο χαλκός. Ένα τοξικό νέφος από την Εθνική μέχρι τον Ταύρο. Τίποτα δεν ελέγχεται, τίποτα δεν συνοδεύεται από χαρτιά νόμιμα. Κι’ όμως αγοράζεται και πωλείται. Μέρος του, εξάγεται λένε και κατόπιν επανεισάγεται βαφτισμένο. Τσάμπα χρήμα. Δωρεάν, αφορολόγητο.

Κλείνεις τα μάτια, ενώ η σκόνη σηκώνεται στον αέρα και κάθεται πάνω στα ρούχα σου. Σκυλιά αδέσποτα φυλάνε τις μάντρες και κυνηγάνε τα μηχανάκια. Οι Πακιστανοί και οι Ρομά, σουλατσάρουν περά δώθε και πιο κει οι κάτοικοι κουνάνε ειρωνικά το κεφάλι. Ειδικά, όταν πετροβολιούνται μεταξύ τους στην Πέτρου Ράλλη. Δεν τους θέλουν. Κρεμάνε ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια, σα θυμιατά. Τώρα με το μουσουλμανικό τζαμί, θα τους τρώμε στη μάπα όλη μέρα. Να το φτιάξουν στην Εκάλη, τι δουλειά έχει στη Σπύρου Πάτση; λένε.

Ο Θόδωρας από τη Δραπετσώνα, εμπειρογνώμονας ενός δικηγορικού γραφείου, είπε, ξερά, ξέρουν καλά τι κάνουν, θέλουν να διαλυθεί το σύμπαν. Το μόνο που βλέπω είναι πλιατσικολόγημα και λουκέτα. Μέρος μαύρου χρήματος που κυκλοφορεί, ξεπλένεται από τις εξαγορές ακινήτων των φαληρισμένων εταιρειών. Αγορεύει, μέσα σε ένα παρατημένο εργοστάσιο, που πτώχευσε κάποια χρόνια πριν και λεηλατήθηκε από αγνώστους. Κομμένα καλώδια, αποκολλημένα κουφώματα αλουμινίου, πεταμένα βαρέλια με χρώματα και διαλύτες. Καταγράφει τρεις, μεγάλες, μονωμένες, μαύρες δεξαμενές κι ένα φορτηγό παρατημένο, με την επωνυμία της επιχείρησης. Σε αυτό το υπόστεγο, δεν ζουν, ούτε ποντίκια. Απέναντι είναι ένα μεγάλο φανοποιείο Mercedes.

Στα γραφεία των συνεργείων καθαρισμού, φημολογείται ότι ζει ένας άστεγος. Λένε ότι κινείται στους διαδρόμους και στην ταράτσα. Το κτήριο έχει και κυλικείο. Δεν τον έχω δει με τα μάτια μου. Είναι λίγες οι φορές που βρέθηκα εκεί. Δεν έχει κάνει κρύο ακόμα, μόνο ατέλειωτη βροχή. Μερικές μέρες είναι σαν άνοιξη, καμία σχέση με πέρσι το χειμώνα. Κάποια στιγμή πιστεύω θα νικήσει η περιέργεια μου. Ένα μεσημέρι θα ψάξω τα κλιμακοστάσια, την ταράτσα, το βρωμερό μηχανοστάσιο. Θα αναζητήσω έστω ένα σημάδι της ύπαρξής του. Τέτοιος άνθρωπος είμαι.

Κατά καιρούς στο ζωολογικό κήπο του Λονδίνου, υπάρχει μια ταμπέλα που λέει ότι το ζώο κρύβεται, για τον άλφα ή βήτα λόγο. Χειμέρια νάρκη, αναπαραγωγή, κάτι το προφανές και λογικό. Στεγάζεται στα ενδότερα. Κάνεις δεν τόλμησε να το ψάξει, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν υπάρχει στ’ αλήθεια. Η κενή του θέση, μια θλιμμένη παρένθεση, η υπόσχεση ενός θαυμάσιου αγριμιού, που ποτέ δεν είδες. Οι κανόνες του πάρκου βλέπεις.

Εδώ δεν υπάρχουν περιφραγμένοι χώροι, είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι να έρθουμε και να φύγουμε. Ή δεν είμαστε; Μας ρουφάει η αποσύνθεση του τοπίου, τα μικρά κομμάτια που ξεκολλάνε, αργά από το όλο. Κι είναι βαριά η σκέψη, να δεις, άξαφνα, μεσ’ το σκοτάδι, δυο μάτια να σε κοιτάνε ευθεία. Σε αυτόν τον κήπο με τα ζώα, δεν έχει λυρισμό.

Η φωτογραφία από το site του metamatic:taf

Friday, February 08, 2013

Μαύρα πουλιά



Ένα διαβολεμένο σκνιπάκι με κυνηγάει. Θέλει απεγνωσμένα ν’ αυτοκτονήσει στο μοχίτο μου. Ντάξει, όχι και πολύ, το γιαπί, το πιλοφόρι, το μυστρί, διάθεση. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να πιω όλη την κάβα μου, τυχαία γεμάτη εδώ και καιρό με Αβάνα Κλάμπ, θέλησα να μυρίσω λίγο το ξεχασμένο καλοκαίρι. Ξέθαψα μια γλάστρα μέντα και αγόρασα λάιμ Βραζιλίας. Κανονικά θα έπρεπε να φτιάξω ντεμέκ καϊπιρίνια, αλλά δεν ήθελα. Βαράει άσχημα στο κεφάλι. Στη χώρα της φτώχειας, των κώλων και της σάμπα, έχει καρναβάλι τώρα. Κι ο Χριστός με ανοιχτά τα χέρια του, επ’ άπειρον, ατενίζει τα γαμήσια, τους μεθυσμένους και τη θάλασσα από ψηλά.

Πονοκέφαλος

Η Σία είχε βαρεθεί να γαμιέται με διανοούμενους. Ειδικά οι αριστεροί διανοούμενοι της έφερναν πονοκέφαλο. Ειδικά οι μεσήλικες, αριστεροί, διανοούμενοι. Όχι απλό βαρύ πονοκέφαλο, σα μέγγενη, αλλά αδυσώπητο, ύπουλο, απ’ εκείνους που ξεκινούν σα μια απλή αδιαθεσία και τελικά καταλήγουν να σε ρίχνουν οριζόντια στο κρεβάτι. Αν είχε ένα όπλο στο κομοδίνο, ορκιζόταν ότι θα τίναζε τα μυαλά της στον αέρα, ειδικά κάτι Παρασκευές βράδυ που φύσαγε. Η μουσική μνήμη του Γκαϊφύλλια και του Μεράντζα, είχαν αρχίσει να της πριονίζουν το νευρικό σύστημα.
Στο λιμάνι, από μακριά, είδε και το Δημήτρη και το Γιάννη. Λαϊκά παιδιά από τη Νίκαια και τον Κορυδαλλό, που στέκονταν στην πρώτη γραμμή. Έριξε ένα νόμισμα στην άδεια παλάμη της. Γράμματα, Δημήτρης.
Ρε συ Δημήτρη, έλα από το σπίτι το μεσημέρι, να πιούμε κάτι, μου έχει στείλει και χορτόπιτα η μάνα μου από το χωριό. Θέλω ειλικρινά να μου πεις την οπτική σου για τα γεγονότα, που βλέπεις να πηγαίνει το πράγμα;
Αγόρασε ένα 6άρι πακέτο  προφυλακτικά από το περίπτερο και ένα δίλιτρο χύμα κρασί αγιωργίτικο από το μπακάλη της γειτονιάς. Στο περίπτερο εισέπραξε το γεμάτο μίσος βλέμμα μια νοικοκυράς, ίσως και μικρότερής της στην ηλικία. Όσοι δεν γαμιούνται, μισούν τους υπόλοιπους, με μια απερίγραπτη οδύνη, μια ξέχειλη αηδία, μια απύθμενη αδικαιολόγητη καταφρόνια.
Το κουδούνι  χτύπησε στη μία το μεσημέρι. Κατά τις έντεκα το βράδυ άναψε τσιγάρο, στο διάδρομο του υπνοδωματίου ήταν πεταμένος και τσαλακωμένος ο Ριζοσπάστης. Όλη αυτή η θολούρα κι ο πονοκέφαλος, της είχαν πια περάσει.

Στις καριόλες φρένο

Στον Άρη δεν άρεσαν τα ξέκωλα. Του άρεσαν οι μελαχροινές γοητευτικές γυναίκες και οι όμορφα διατυπωμένες θεωρίες για τις σχέσεις. Ξέρεις, αν δεν γαμήσεις πολλές γυναίκες νεαρός και δεν χορτάσεις μουνί, μεγαλώνοντας παρουσιάζεις δείγματα μαλακισμένης συμπεριφοράς. Μάλιστα. Έτσι ακριβώς.
 Όχι ότι δεν είχε πονέσει κι αυτός, αλλά το είχε αποδεχτεί, στο βαθμό που η λησμονιά του προσέφερε πια, μια σχετική ασφάλεια. Μου έλεγε ένα βράδυ στον Κρητικό, δε θυμάσαι το φίλο μας από την Κέρκυρα, που έλεγε ότι δέχεται όσα του δίνει η ζωή, σα δώρο; Ε, ναι και ότι το σεξ είναι κάτι σαν τον σολωμό, πρέπει να τον τρως αραιά για να μη τον βαρεθείς. Του είχα πηδήξει τη γκόμενα που γυρόφερνε, στα γραφεία του κόμματος, ένα βράδυ που ήμουνα τύφλα. Δεν είχα τύψεις, όποιος πρόλαβε τον κύριο οίδε εκείνα τα χρόνια. Κι έπειτα θυμήθηκα μια φίλη, που μου είπε ότι τη ρώτησε ένα βράδυ, να χύσω στο στήθος σου; O μαλάκας. Καθόλου τύψεις δεν είχα.
Ο Άρης ήξερε να συνταιριάζει ωραίες λέξεις, σε ανυπέρβλητα νοήματα. Αυτό αρέσει στις γυναίκες. Αρέσει σε όλους, γενικότερα. Χωρίς φουλάρια και την αριστερίστικη φλωριά των υπολοίπων, είχε ένα τρόπο με τους ανθρώπους. Ευθύ και ζεστό, μάλλον αληθινά φιλικό. Σε ένα περιβάλλον από περήφανα κοκοράκια γεμάτα στόμφο, έκανε μια σχετική εντύπωση. Ύστερα έπινε πολύ και ψιθύριζε τραγούδια. Όλοι αγαπάνε τον άνθρωπο που σιγοτραγουδάει πάνω από το ποτήρι του.
Τον τελευταίο καιρό του είχε κολλήσει η φράση, στις καριόλες φρένο, από μια ταινία που είχαμε δει παλιότερα. Συνέπεσε με το γεγονός ότι είχε αρχίσει να βγαίνει με μια γκόμενα που του άρεσε πολύ και τον ζόριζε ελάχιστα, τόσο όσο να μη χάνει το ενδιαφέρον του. Βόλτες και θέατρα και ταβερνάκια και πέρα δώθε στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ξέρεις τώρα ‘συ.
Ήταν στη φάση που περίμενε να του δώσει τα κλειδιά του σπιτιού της. Έπειτα μπορεί να σκεφτόταν ένα ταξίδι στην Ανατολή και το καλοκαίρι, δεν θα αργούσε πολύ ακόμα. Αχνά, του πέρναγε από το μυαλό ότι είχε βρει κάπου να σταθεί. Να πάρει μια ανάσα. Τις νύχτες ακουμπούσε την ιδρωμένη πλάτη του στο στήθος της, νιώθοντας μια σχετική ασφάλεια.

Είναι ώρα τώρα, που έχω πιει τα πάντα. Με τα χέρια ορθάνοιχτα, στέκομαι πάνω στο πεζούλι του μπαλκονιού μου, καταχείμωνο, σαν το Χριστό. Το ποτήρι σπασμένο χάμω χάσκει, με τα παγάκια διασκορπισμένα τριγύρω. Κοιτάω στο βάθος της νύχτας, τα φώτα στον ορίζοντα, τη θάλασσα, τους κώλους από μνήμης, πέντε ιδεολογικές γραμμές και τα βάσανα της γενιάς μου. Θεωρίες, θεωρίες, θεωρίες κι απόπατος. Το σκοτάδι είναι πηχτό και οι γάτες ουρλιάζουν να ζευγαρώσουν. Οι φίλοι μου, είναι μαύρα πουλιά. Ζαλίζομαι, θα πέσω, θα πέσω πάνω στα βρεγμένα γυαλιά της εποχής.

Friday, January 25, 2013

Σήμερα



Ο Αλέκος ξύπνησε ανάποδα. Έβρεχε και είχε στραβοκοιμηθεί. Στον ύπνο του στριφογύριζε από εφιάλτες. Ίσως έφταιγε το ελάχιστο σκόρδο που είχε η χτεσινοβραδινή μακαρονάδα. Ίσως, ότι ο νοτιάς, του γάμαγε το νευρικό σύστημα. Είδε μία θεία του, πρώτου βαθμού συγγενή, να του πιάνει τον κώλο και να του κλείνει το μάτι. Ταράχτηκε, ξεχνώντας ίσως, αυτά που του είχε πει ο ψυχίατρος και φίλος: 
Αλέκο όλα τα φροϋδικά όνειρα είναι ξεσπάσματα άγχους.

Πήρε το αμάξι του και οδήγησε προς το Καραϊσκάκη. Είχε να πάει στο συνεργείο. Μετά είχε μια κηδεία στο Μπραχάμι. Δεν είχε κίνηση. Ποτέ δεν είχε κίνηση όπως τις παλιές εποχές. Η βενζίνη, κόστιζε πια, μια περιουσία. Που τότε που πεταγόταν μέχρι το Αιγάλεω για να πάρει ένα βιβλίο από τη Λώρα. Πάνε αυτά. Άντε να διασχίσεις την Αθήνα για να γαμήσεις και για δουλειά. Μέχρι εκεί και με αυτή την προτεραιότητα.
Θυμήθηκε το σπίτι στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Εκείνη την πρωτοχρονιά, μετά το Λέντζο, την είχε δέσει στο κρεβάτι με χειροπέδες. Κατά το μεσημέρι άνοιξε τα πρησμένα μάτια του. Είχε ξημερώσει εδώ και ώρες, αλλά το ισόγειο ήταν κάργα σκοτεινό. Το κινητό της άρχισε να χτυπάει και όπως εκείνη ακόμα ροχάλιζε στο πλευρό του, το άρπαξε με το ένα χέρι. Δυο χέρια ήταν ελεύθερα στο δωμάτιο αυτό, ούτως ή άλλως. Ένα στα βυζιά της κι ένα στο κινητό της.

Φίλε, κοιμάται. Ναι. Όχι, δε με ξέρεις. Μεγάλε έλειπες. Έφευγες πολύ. Και δεν ήσουν και πολύ εντάξει, ε; Καλά, καλά, βρίσε με. Θα κλείσω τώρα. Καλή χρονιά.

Δεν έμενε πια στον Πειραιά και δεν σύχναζε στο Καφέ των Αισθήσεων και είχε την αίσθηση, ότι ήταν λιγότερο διεκδικητικός, ίσως και πιο ευγενικός. Θα αυτοχαραχτηριζόταν χλιαρός, από επιλογή. Ξεκίνησε από το φανάρι με λοξό βέλος πράσινο, για δεξιά. Το περιπολικό κατέβασε το τζάμι δίπλα του. 
Το φανάρι σας ήταν κόκκινο και 700 Ευρώ είναι πολλά λεφτά σήμερα, του είπε ο οδηγός ειρωνικά. Σάλτα και γαμήσου, σκέφτηκε, στ’ αρχίδια μου και τα φανάρια, στ’ αρχίδια μου και το σήμερα σου.

Το βράδυ πήρε τηλέφωνο το Σωτήρη.

Στην κηδεία δεν κλάψαμε πολύ. Μόνο η μάνα μου.  Ήταν πια πολύ μεγάλη και χρόνια είχε αρχίσει να τα χάνει. Σε αναλαμπές της, λέγαμε απλά τα νέα μας. Αλλά τι να σου πει απ' το γηροκομείο; 
Στο τραπέζι που ακολούθησε γελάσαμε. Ήπιαμε επίσης. Κάποια στιγμή μου είπαν, χαμήλωσε λίγο τον τόνο σου ρε, ακούγεσαι.
Θυμήθηκα την ιστορία που φαντάστηκε το χαμένο της μυαλό, την εξηντάρα ανιψιά της να κάνει πιάτσα στη Συγγρού, να επιβιβάζεται σε αμάξι, να τρακάρουν και να ακούγεται το μπατσικό, μέχρι το Φιξ. Ύστερα, είπα για ένα όνειρο που την τάραξε, ότι ήρθε λέει η Δευτέρα Παρουσία και επέστρεψαν όλοι οι πεθαμένοι. Μαζί κι ο άντρας της. Δεν τον ήθελε πια πίσω, δεν τον ήθελε πια καθόλου και του το είπε: άκου Μπάμπη, δεύτερη ζωή μαζί δεν θέλω να περάσουμε, φτάνει μία.
Γελάσαμε ξανά.
Βελόνες, δακτυλήθρες και πατρόν. Γνωστή μοδίστρα για τα δεύτερα, τα καθημερινά, της αθηναϊκής ελίτ. Πολλή δουλειά και ωραία ρούχα. Πάντα σχολίαζε ό,τι φορούσαμε και τα υφάσματα τους. Έλεγε, να αγοράζεις ακριβά παπούτσια και ζώνες. 
Κάποτε, σε μια κρίση απολογισμού, θυμήθηκε και το Νίκο. Έπαιρνε τη μάνα μου, κοριτσάκι, βόλτα και αφήνοντας την να παίζει στο δρόμο με τις κούκλες της, ''συζητούσε'' με τον κύριο Νίκο, κανά δυο ώρες στο γραφείο του. Μετά ήταν χαρούμενη. 
Κάποιοι άνθρωποι κουλαντρίζουν τη ζωή τους έτσι ή αλλιώς.
Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, έστω και λίγο, ζούνε μέσα μας. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια. Και η εικόνα τους είναι αυτή που κρατάμε καρφωμένη στη συγκίνηση, ούτε ο ξεπεσμός, ούτε η παρακμή.
Επίσης ευτυχώς που για μερικούς, δεν υπάρχει άλλος κόσμος, δεύτερη ζωή δεν έχει. Συνωστισμός. Θα είχαμε και ατόφια δράματα.

Η φωτογραφία του Δημήτρη Αλιματήρη

Tuesday, December 18, 2012

Σκηνές




Εργοτάξια 

Ακούς το θόρυβο από τρυπάνια και σφυριά. Συνεννοούνται με τα μάτια και συχνά πυκνά φωνάζουν, για να ακουστούν μεταξύ τους, όταν δουλεύουν μακριά. Σκόνη πάνω στα ρούχα της δουλειάς. Πολύ σκόνη. Ιδρώτας, χειμώνα καλοκαίρι. Στα καρφιά κρεμασμένα παντελόνια και πουκάμισα που θα βάλουν φεύγοντας. Τα πρόσωπα τους, έχουν μια καθαρότητα, σα να μη συμβαίνει τίποτα παράξενο στον κόσμο. Καφέδες το πρωί, μάθανε κι αυτοί στο φρέντο, το μεσημέρι ίσως μπύρες και λίγα γέλια. Όταν θα φύγουν, όλα θα είναι έτοιμα, λειτουργικά, καμιά υποκειμενικότητα στο έργο τους. Τα σχέδια εκτελούνται κι αν η επίβλεψη είναι σωστή, όλα θα γίνουν όπως πρέπει, στο χρόνο τους. Δε γράφουνε ποίηση εδώ μέσα.

Μεταφορές

Χαρτί αμπαλάζ με μπουρμπουλήθρες και χιλιόμετρα φαρδιά κολλητική ταινία. Τυλίγουν ένα μικρό σύμπαν. Αλβανοί και Βορειοηπειρώτες. Ο ένας φίλος του άλλου, έχει έρθει για μαύρο μεροκάματο. Κουβαλάνε στα χέρια καναπέδες τριθέσιους, από τον πέμπτο όροφο, με τις σκάλες. Κερνάς καφέ ή αναψυκτικό, πακετάρεις τίποτα κούτες από μόνος σου. Τα μάτια τους αρχίζουν να σου δείχνουν συμπάθεια. Προπάντων αρχίζουν να μιλάνε, όχι μόνο ν’ απαντούν στις ερωτήσεις. Φύλαξε λίγο το ανοικτό φορτηγό, σου λένε. Περνάνε Πακιστανοί και δεν το έχουν δύσκολο να σαλτάρουν, να μας πάρουν τα πράγματα. Καλά κάνεις και φεύγεις, εδώ που ήρθες είναι καλύτερα. Τους αρέσουν τα προάστια. Τα σπίτια με κήπο. Η θάλασσα. Η ζωή τους είναι εδώ, τα παιδιά τους γεννιούνται εδώ. Πίσω δεν γυρίζουν. Μέχρι τώρα όλα ήταν μια χαρά. Αύριο κάτι θα γίνει. Με ένα ψυγείο στην πλάτη, κάθιδροι και κάτι μου λέει στην έκφραση τους, ότι μπορεί να έχουν και δίκιο. Μπορεί και όχι.

Γήπεδα

Δρασκελίζεις την είσοδο της θύρας με ένα ουίσκι σε πλαστικό χαμηλό ποτήρι. Ανάβεις και τσιγάρο. Μπροστά, η εκκλησία των χαρμανιασμένων αντρών. Μιλάνε για τη ζωή τους, τα σπίτια, τη δουλειά. Μέχρι να ξεκινήσει το ματς. Η βουή στα αυτιά θα  γίνει ένας ψαλμός συγχρονισμένος. Χριστοί, παναγίες, σταυροί, άει γαμήσια. Από μέσα τους, αυτή η οργή, κύμα που σκάει στην πράσινη όχθη του γηπέδου. Καμιά φορά, ξέφρενο πανηγύρισμα, στο γκολ. Χαρά. Κι η ήττα, πέφτει βαρύ στένεμα στο στήθος. Άλλη φορά. Έξω, σε λίγες ώρες, ξημερώνει αληθινή ζωή.

Φωτογραφία  Ricardo Diez Baeza

Wednesday, November 21, 2012

Μαρτυρίες



Θέατρο

Την παίρνω τηλέφωνο. Της λέω έλα, θα σε πάω στο Μαρμαρινό, παίζει και η ξαδέρφη μου. Κατεβαίνει ντυμένη, μάλλον όχι για θέατρο. Στενή μαύρη φούστα, εφαρμοστή μπλούζα, μυτερές γόβες. Το έχει μάθει το μάθημα, το κορίτσι. Ο κόσμος στο θέατρο είναι αυτοί ακριβώς που χλευάζουμε. Και μερικοί ακόμα. Οι άσχετοι. Μένουμε προσηλωμένοι. Χαζεύω τα πόδια της Τζήμου. Μου σφίγγει το χέρι. Το ξέρω, την ενοχλεί να κοιτάω άλλες γυναίκες. Ύστερα χαιρετάμε. Θα πάμε στο σπίτι που μας έχουν καλέσει. Ποτά και πατατάκια και συζήτηση προ μνημονίου. Λίγο αμήχανη η ατμόσφαιρα. Δεν έχουν ακόμα συνηθίσει που κάθε τόσο τους πάω κι άλλη γκόμενα. Συν τη μόνιμη. Είναι λίγο σαν απροειδοποίητες εξετάσεις. Προσέχουν τι θα πουν. Εκείνη είναι κουμπωμένη. Της χτυπάω το χέρι, όταν τσιμπάει πατατάκια από νευρικότητα. Είναι σαν κλαράκι κι όμως θα της πω, θα γίνει ο κώλος σου, κωλάρα. Τα ξημερώματα θα μας βρουν ξεκούμπωτους και αγκαλιά στο κρεβάτι της. Είμαι σίγουρος ότι με αγαπάει κι υποφέρει γι’αυτό, μέσα στην ευτυχία που της αναλογεί.


Σκυλάδικο

Πρέπει να είμαι προσηλωμένη στο αντικείμενο του πόθου. Πρέπει. Διαφορετικά χάνω τον προσανατολισμό μου. Μου λέει, βάλε κάτι ξέκωλο, μαύρο ψηλό πέδιλο και θα έρθω να σε πάρω στις έντεκα. Το μαγαζί έχει μαζέψει τη σάρα και τη μάρα. Καθόμαστε σε κεντρικό τραπέζι και τα όργανα στριγκλίζουν. Οι φωνές, παράφωνες, προσπαθούν απεγνωσμένα να τραβήξουν την προσοχή. Το αλκοόλ κυλάει, η μια γουλιά μετά την άλλη, από ανία και για να αντέξω. Με ενοχλεί το κορδόνι από το στρίγκ. Ύστερα έρχεται η παραζάλη του καπνού και του θορύβου, το ελαφρύ μεθύσι και το μόνο λαϊκό που ίσως είχα τραγουδήσει, σε νορμάλ συνθήκες, ενός αποχαιρετισμού ή μιας μικρής γιορτής. Ή μιας πικρής γιορτής.  Με σπρώχνει πάνω στο τραπέζι. Θολώνουν όλα, το μόνο που βλέπω είναι μάτια να κοιτάν τα πόδια μου, χαμηλά και από κάτω. Αδηφάγες ματιές, για μια λωρίδα εσώρουχο. Θέλουν να με γαμήσουν όλοι. Θέλω να με γαμήσουν όλοι. Είμαι δικιά τους. Εσύ, που έφερες όλο τον πόθο στα πόδια μου, είσαι πια καμένο χαρτί.


Tate Modern

Είμαι κάτω από τον Τάμεση. Μαύρο παλτό και χαμηλά μποτάκια. Ψιλόβροχο και κρύο. Η μύτη κόκκινη. Όλοι φοράνε ριγέ μάλλινα κασκόλ. Δεν έχει κίνηση στους δρόμους. Μόνο κάτι στελέχη του κώλου, καπνίζουν στην εξώπορτα μιας πολυεθνικής. Στην είσοδο το κόκκινο χωνί του Kappoor με ρουφάει. Σαν τεράστιο μουνί. Που πας ρε μαλάκα αν δεν πας μια Tate; Κι ανατριχιάζω μπροστά στα εργαλεία του Beuys. Άλλο ένα γαμημένο μήνυμα από ‘κει που δεν το θέλω. Σιωπή από ‘κει που έχω φύγει. Το πάνω ψωμί του BLT μου κολλάει στον ουρανίσκο, με θέα το ποτάμι. Με θέα τη γκριζαδούρα. Θα την αφήσω, δεν πάει άλλο. Ούτε ένα τηλέφωνο η καριόλα να δει αν προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Α γαμήσου. Αγάπη. Αρχίδια. Η επιτυχία να με αγνοείς. Σε έχω απατήσει ήδη στα πλάνα μου, χωρίς να το θέλω. Ενστικτωδώς. Περπατάω περνώντας τη Millenium Bridge. Οι ώρες έχουν γίνει βαριές από την υγρασία. Καμιά μοναξιά δεν είναι πιο διαμπερής.


Η φωτογραφία από το Turbine Hall του Anish Kapoor, στην Tate Modern