
1
Η Α κάποτε ήταν αδύνατη. Όταν ήταν νέα. Τώρα δεν είναι φυσικά μεγάλη, τριανταφεύγα θα’ναι, αλλά τι σημασία έχει, το στόμα έχει την τρομακτική ιδιότητα να συγκρατείται μόνο από ορισμένους ανθρώπους. Από άλλους όχι. Δεν. Είναι από μόνο του μια αδηφάγα μηχανή, ανεξέλεγκτη. Λυπούνται και τρώνε, χαίρονται και τρώνε, πίνουν και τρώνε, δεν γαμιούνται και τρώνε, σοκολάτες, ότι να’ ναι. Έτσι είναι αυτά.
Ύστερα προβάλλεται με κάποιο μαγικό τρόπο στο εγώ τους, η προσωπικότητα και το περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο φαντασιακά πλήρες. Μονολογούν, εμένα δε με νοιάζει η επακριβής εμφάνιση μου. Είμαι διαβασμένη, θέτω ερωτήματα, παρακολουθώ ροκ συναυλίες, πολύ σινεμά, αγαπώ τον εαυτό μου, ως έχει. Ο καθρέφτης ξεχειλίζει με το είδωλο της, αλλά ως δια μαγείας δεν είναι εκείνη, η ίδια, βλέπει μια εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, έτσι στα γρήγορα το μάτι την προσπερνά και γυρίζει την πλάτη της, χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα. Ποιος έχει χρόνο για εικόνες άλλωστε σε ένα σύμπαν εικονοκλαστικό; Μόνο για ‘συναισθήματα’, που τι περίεργο, όσο χαλάει η εικόνα τόσο γίνονται πιο στραβά, ανόρεχτα και ιδιότυπα. Λες και η εικόνα, η αποδοχή της εικόνας, είναι το χέρι που σε κρατά στην επιφάνεια των πραγμάτων, σωσίβιο απ’ ένα δήθεν πάτο.
2
Ο Β κάποτε ήταν γεμάτος, γεμάτος και αγύμναστος. Στενές πλάτες, κοιλίτσα. Νόμιζε ότι αυτό ήταν η φανερή του αποτυχία. Θυμάμαι ότι ήταν περίεργος με τα κορίτσια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε το σώμα του. Άλλοι πολύ χειρότεροι σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Έτσι γυμνάστηκε, γυμνάστηκε μέχρι αηδίας. Σε χρόνους που τον βάρυνε ιατρική οικογενειακή μιζέρια και θανατικό. Δύσκολη περίοδος. Έβαλε ένα στοίχημα με τη ζωή και το κέρδισε είπε, για δες, κοιλιακοί για τρίλιζα και στα έξτρα μια αποτρίχωση, γιατί αλλιώς πως να προσέξεις το γραμμωμένο σώμα. Ξεκάθαρα Το σώμα.
Η πρώτη κουβέντα όταν συναντούσε κάποιον απ’ τα παλιά, δεν ήταν ίσως κλασικές επιτυχίες που είχε αρκετές, πολιτικές αυταπάτες ή επαγγελματικά όνειρα, ήταν η δήλωση, δεν είμαι όπως με θυμάσαι, έχω γυμναστεί πολύ.
3
Ένα ζεστό απόγευμα στη Ρώμη, άκουσα την πια βαριά ψυχαναλυτική δήλωση για το φαγητό που μέχρι σήμερα μπορώ να μαρτυρήσω αυτήκοα.
‘Αν χάσω βάρος, θα αλλάξω, θα γίνω σαν εσάς, θα συγκρίνομαι πλέον μαζί σας και ύστερα η όποια αποτυχία μου που τώρα είναι ανεκτή λόγω κιλών, θα με οδηγήσει σε απελπισία. Δεν θα υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία για τη στραβή μου τύχη’. Απελπισία. Κι’ έπειτα
τι να πει κανείς, όχι δεν είναι έτσι ή μην αναμασάς φτηνές δικαιολογίες;
Κυκλοφορούσε δυστυχώς και ο Δήμιος του Έρωτα του Γιάλομ, δεν ήταν απίθανο να διαβάσει τη Χοντρή κυρία.
Σκέφτηκε πως είχε ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο σώμα: είχε χάσει σαράντα κιλά και στο γραφείο υπήρχε μια συνάδελφος που ζύγιζε τόσο. Και τότε φαντασίωνε πως θα ήταν να έκανε νεκροψία και να κήδευε αυτό το ‘σώμα’ που είχε ξεφορτωθεί. Πάντα λαχταρούσε το σεξ και θύμωνε που η στάση της κοινωνίας προς τους παχύσαρκους την καταδίκαζε σε σεξουαλική ματαίωση. Μόνο τώρα που πλησίαζε ένα σωματικό βάρος που θα επέτρεπε να της γίνουν κάποιες σεξουαλικές προσκλήσεις, μόνο τώρα που τα όνειρα της ήταν γεμάτα με απειλητικά αντρικά πρόσωπα, αναγνώρισε πόσο πολύ φοβόταν το σεξ.
4
Δουλεύουμε σε τόσα επίπεδα την εξέλιξη μας, εικόνα, συναίσθημα, σεξουαλικότητα, λογική, πνεύμα, που η απαρχή πνίγεται σε ένα πηγάδι γεμάτο με πτώματα που αποσυντίθενται. Τα χαμένα μας κιλά, τα κερδισμένα μας σώματα, η νιότη, τα φτηνά πλασαρισμένα πρότυπα, οι φωτογραφίες που αποτύπωσαν το χάλι ή το σφρίγος, τι βλέπουν οι άλλοι, η λαγνεία που σου ανήκει, η λαγνεία που δε θα σου αξιωθεί ποτέ, τι πετάμε, τι πεισματικά κρατάμε με τα νύχια μας.
Ποιος βρίσκεται πίσω από το πρόσωπο σου; Με φρίκη ίσως καταλάβεις απότομα ότι το πρόσωπο σου δεν είσαι εσύ, το σώμα σου όμως είσαι.