Friday, November 19, 2010

Κόκκινο


Το διπλανό τραπέζι είναι κόκκινο. Οι ξύλινες καρέκλες είναι εξίσου κόκκινες.
Δυο Κινέζοι από τη μία μεριά και από την άλλη τρεις Έλληνες της εναλλακτικής σκηνής. H νεαρή Κινέζα μιλάει στο διπλανό της, κάνουν που και που παύσεις για να φάνε Μύστικ Πίτσα.
Όταν οι υπόλοιποι αρχίζουν μια εκτενή ανάλυση για το Μάο και τις τακτικές του, τους ρίχνω μια έντονη ματιά γεμάτη απορία.
Η παρέα τους με εντυπωσιάζει περισσότερο και από πορτραίτο ανάπηρου της Diane Arbus.

Monday, November 08, 2010

Red Sparowes


Ξεκινάς να πας στη συναυλία ενός συγκροτήματος που αγαπάς γιατί σου ξύνει με τον ήχο του τα σωθικά, όσο ακριβώς σου αρέσει και ανεβάζει τους παλμούς της καρδιάς σου, κάνοντας σε να νιώθεις για λίγο ίσως, ότι είσαι ένας ζωντανός άνθρωπος.
Δεν περιμένεις και πολλά από το live, δεν είσαι από αυτούς που θα παρασυρθούν εύκολα, κι’ όμως, η μουσική τους από κοντά χαράζεται στην επιφάνεια του σώματος σου. Τέσσερις κιθάρες και ένας ντράμερ σε χτυπάνε χωρίς έλεος, σε μια μελωδική παράκρουση.
Ο αέρας δονείται, το ξύλινο πάτωμα συντονίζεται, τα τύμπανα σου αγκαλιάζουν οριακά την ένταση και νιώθεις ότι έχεις γίνει ανάλαφρη σκιά που τινάζεται ανελέητα, δεξιά, αριστερά, στην οροφή και πίσω, σ’ένα ροκ παραλήρημα των καλύτερων στιγμών τους με την υπογραφή δυο εμβληματικών μουσικών του Bryant Clifford Meyer και του David Clifford.

we left the apes to rot, but find the fang grows within

Wednesday, November 03, 2010

In my end is my beginning


''And you see behind every face the mental emptiness deepen. Leaving only the growing terror of nothing to think about;
Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing
I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without love,
For love would be love of the wrong thing; there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.''


East Coker
T.S.Eliot

Sunday, October 24, 2010

Η ιστορία του ματιού


Είπε,
μπροστά στην οθόνη μου, τον παίζω.
Δεν είναι καθόλου γοητευτικό θέαμα αυτό. Αλήθεια. Πίστεψε με.
Τίποτα πιο ιδιωτικό από κραυγές ηδονής που σκίζουν τη σιωπή της μαλακίας.
Ναι, δεν είναι ένα θέαμα που θα έπρεπε να δεις. Εντελώς προσωπικός ο αυτοερωτισμός μου και συ που έχεις σχέση μαζί μου είσαι κάτι άλλο.
Μαζί σου πηδιέμαι, μόνος μου τον παίζω και το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Στο ένα σχήμα συμμετέχεις στο άλλο είμαι μόνος, καθορίζοντας τις συνθήκες κατ’ απόλυτο λόγο, ω πόσο εγωιστής είμαι, ακόμα και σ’ αυτό.
Ουρλιάζω χύνοντας τη βαθιά μοναξιά μου.


Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω άλλη μια μαλακία, και τ’ άλλο βράδυ τα μάτια μου ήταν τόσο κομμένα που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά καλά, έκρυψε το πρόσωπο της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.


Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.

Wednesday, October 13, 2010

Ψιλόβροχο στον ώμο της



Ψιλόβροχο. Οι πλάκες του Συντάγματος γλιστράνε. Ένα στρώμα γλίτσας προσθέτει στο ζειν επικινδύνως. Πολύ όμως.
Όλοι τρέχουν μήπως γλυτώσουν τις ψιχάλες, κάνοντας ζίγκ ζάγκ να αποφύγουν τον Πακιστάνο που στοχεύει στο μάτι με κάποια απ’ τις ομπρέλες του.
Εκείνη έχει φρεσκοβαμμένα τα νύχια της μαύρα, σε μια προσπάθεια το έξω της να δείχνει ξεκάθαρα το πως νοιώθει μέσα της. Μόλις βγήκε από ένα κομμωτήριο. Ήταν η μόνη πελάτισσα. Η κρίση ίσως.
Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ τη μέσα στο βαγόνι για Φιξ.
Δεν κάνει ζέστη, έπιασε το πρώιμο κρύο, αυτό που με την υγρασία θα δώσει γόνιμο ενδιαίτημα σε όλους τους ιούς που συχνάζουν στη αττική γη, φέτος, αυτή τη χρονική στιγμή. Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια.
Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, στέκει ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτάει βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τον κοιτάει ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγουν στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Αυτός απορημένος. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Φοβάται να ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι της άρεσε, αλλά θα πει αμέσως μπα η ιδέα μου ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να’ταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;
Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.

Sunday, October 10, 2010

Σάββατο βράδυ


Η ώρα έχει πάει τρεις, δεν το έχω καταλάβει ακόμα, ο εγκέφαλος παγωμένος απέναντι στα κατεβασμένα ρολά του μετρό, κάνει κάποια κλάσματα δευτερολέπτου να δώσει εντολή να κοιτάξω το ρολόι μου. Δεν φοράω όμως ρολόι, εδώ και χρόνια.
Ύστερα στο πορτοφόλι μου έχω πενηντάρικο και για να γλυτώσω την γκρίνια του ταξιτζή, που τη βαριέμαι σα διάολο βραδιάτικα, στέκομαι μπροστά στο περίπτερο να χαλάσω, κοιτώντας δέκα λεπτά γύρω, γύρω, περιοδικά και διάφανα ψυγεία. Τα έχω χαμένα.
Φτάνουν δυο, τρία ποτά και σκόρπιες σκέψεις, για να κολλήσω για τα καλά σε έναν αυτιστικό, σιγανό χορό, σέρνοντας τα πόδια μου και χαζεύοντας αδιάφορα.
Θα πάρω ένα φρεσκοστυμμένο χυμό, μια κρέμα και ένα ρυζόγαλο (Λακαφώση απ’ τη Σταμάτα), ότι πιο εξωτικό είχε ο άνθρωπος, και έφυγα.
Λήγουν στις 10/10/10, ούτε αυτό δεν ήμουν σε θέση να δω, ας είχα πάρει στην τελική ένα πακέτο τσιγάρα που ήταν το πιο λογικό. Αλλά όχι.
Όχι άλλες σκέψεις, φτάνει. Να κάνω έναν όρθιο διαλογισμό. Αδειάζω το μυαλό μου, κοιτάω το κενό-και τα συνεργεία που καθαρίζουν την πλατεία, εστιάζω πάνω σε ένα φωτισμένο τοίχο, με τη μπλε σακούλα στο χέρι. Ησυχία. Διαύγεια.
Την ίδια μπλε σακούλα που μου έλεγαν πριν λίγο, ότι είχαν δει να κουβαλάει ο Jarvis Cocker σε ένα μαγαζί στο κέντρο του Λονδίνου, κάποιο βράδυ.
Common people.
Έπειτα στο δρόμο του γυρισμού θυμήθηκα
αυτό το συγκλονιστικό ποίημα, σε κάθε εκδοχή του και λύγισα, με τη μπλε σακούλα στο χέρι.
Αν θες κάποιον να μοιραστείς τη ζωή σου, χρειάζεσαι κάποιον ζωντανό.
Δεν αντέχω άλλα μπαλώματα.
Ήταν ένα όμορφο βράδυ, τουλάχιστον μπορώ και κοιμάμαι πια.

υσ1. bonus Jarvis ή Sadie Frost στα νιάτα τους
υσ2. η φωτογραφία από τον the lazy photographer
υσ3. a warm hi σε όλους και ιδιαίτερα σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χάρβαρντ, Ελβετία και Palo Alto

Wednesday, October 06, 2010

Αρχή της Απαρχής


Μια μέρα ή μια νύχτα-ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;- ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος, ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα, ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω από το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ’ έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ’ ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ’ αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα.
Με ξύπνησε μια λάμψη.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Η Γραφή του Θεού.
El Aleph, 1949.
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης



Κινηματογράφος σημαίνει εικόνα. Η εικόνα πηγάζει από μια ιδέα. Μια ιδέα που ίσως έγραψε κάποιος πριν το 1949 και συ ο διαβασμένος άντλησες έμνευση απ' αυτήν. Η ιδέα παραμένει ξένη, του άλλου, και σε σένα ανήκει μόνο η εικόνα, για πάντα.

Monday, October 04, 2010

Πατάρι


Κοίτουσε το πατάρι, επίμονα.
Άλλες μέρες κοιτούσε επίμονα τη μεταλλική του μπάρα για έλξεις, που σφηνώνει στο κούφωμα της πόρτας. Σχεδόν θρησκευτικά.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα. Με αυτή τη σειρά.
Για μέρες καρφωνόταν. Βλέμμα κενό.

Κάποτε θυμάμαι γέλαγε, μετά ίσως λιγότερο.
Τελευταία έλεγαν ότι ήταν ανέκφραστος.
Κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς, τι μεσολάβησε.
Ήταν η αρρώστια, ήταν η ζωή του;
Κανείς δεν είχε μια γαμημένη βεβαιότητα, μόνο ιδέες, θεωρίες και σενάρια.

-Από το αστυνομικό τμήμα σου τηλεφωνώ, ξέρεις...
-Ατύχημα;

Toν βρήκε να αιωρείται από ένα σχοινί γερό, δεμένο με ναυτικό κόμπο πάνω στη μπάρα, που κράταγε κόντρα σφηνωμένη στην πόρτα του παταριού. Εκκρεμής.
Σαν χριστουγεννιάτικο στολίδι.

υσ. Γεια. Πάντα αναρωτιέμαι, πάντα λυπάμαι.

Saturday, September 18, 2010

Τα πιάνα γκρεμίστηκαν


Θυμάμαι

Θυμάμαι πόσο περίμενες τους αποκριάτικους χορούς. Ένα αληθινό κοινό για το ταλέντο σου, που φρέσκο, γεμάτο όραμα, είχε αριβάρει από μια χώρα μακρινή. Εκεί, σκληρή δουλειά, αγαμία και στερήσεις. Εδώ, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς πάνω απ’ το πιάνο.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, τα κρατικά κονδύλια δεν φρόντιζαν την τέχνη, σκόρπιζαν σε τσέπες ιδιοτελών σφουγγοκωλάριων. Ατιμίες σε μια χώρα που την πνίγει η σκόνη. Επιτέλους, μια ευκαιρία να σε ακούσουν εκείνοι που διαθέτουν όλη τη δύναμη στα χέρια τους. Επιτέλους δικαίωση.

Τα πιάνα

ο πατριάρχης θα κατασκεύαζε το τρένο των οροπεδίων...για να σταματήσει το αίσχος των τρομοκρατημένων μουλαριών στις άκρες των γκρεμών που κουβαλούσαν με δυσκολία πιάνα με ουρά για αποκριάτικους χορούς στις καφεφυτείες, γιατί εκείνος είχε δει την καταστροφή των τριάντα πιάνων με ουρά που κομματιάστηκαν σε μια άβυσσο και για τα οποία είχαν πει και είχαν γράψει πολλά, ως και στο εξωτερικό, παρόλο που μόνο εκείνος μπορούσε να δώσει μια αληθινή μαρτυρία, είχε βγει στο παράθυρο κατά τύχη ακριβώς τη στιγμή που γλίστρησε το τελευταίο μουλάρι και παρέσυρε τα υπόλοιπα στην άβυσσο, έτσι ώστε κανένας άλλος δεν είχε ακούσει το τρομαγμένο ουρλιαχτό από το κοπάδι που γκρεμιζόταν και την ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζί του παίζοντας απο μόνα τους μες στο κενό, καθως γκρεμίζονταν προς το βαθος μιας πατριδας που τότε ήταν όπως όλα πριν απο εκείνον, απέραντη και αβέβαιη, ως το σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν μέρα ή νύχτα μέσα στο αιώνιο λυκόφως με ομίχλη απο ζεστό ατμό στις βαθιές χαράδρες όπου είχαν κομματιαστεί τα αυστριακής προέλευσης πιάνα...
Το τρομαγμένο ουρλιαχτό απο το κοπάδι που γκρεμιζόταν.
H ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζι, παίζοντας απο μόνα τους, μες στο κενό.

Επίλογος

Θα περιμένεις ακόμα στην καφεφυτεία, τα πιάνα, μαζί σου και η αμήχανη ορχήστρα. Μα δεν λυπάμαι για σένα, που θα σχολάσει πρώιμα αυτή η δουλειά. Θα με κατηγορήσεις για αυτό που μόλις είπα, το ξέρω, αλλά εσύ έχεις καιρό, έχεις το χάρισμα.
Λυπάμαι για τα παιδιά, που ξεβράκωτα περίμεναν τη μεγαλη γιορτή. Τις συγχορδίες από τ’ αυστριακά πιάνα να ντύσουν τη γύμνια της φυτείας του καφέ. Δούλοι στη μοναξιά των υψιπέδων, όπου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις ακούγονται εξαίσιες μουσικές. Είχες την ευκαιρία για ένα κοινό αγνό, άμαθο σε τέτοια τύχη, ικανό να ακούσει σε σένα το θεό που κατέβηκε να τους ευλογήσει, απρόσμενα, στη μέση ενός χαμένου κόσμου. Ξετσίπωτη πολυτέλεια και θαύμα μαζί.
Κι’ ύστερα τι μήνυμα να στείλω και πως θα φτάσει έγκαιρα; Έκατσα και έγραψα πάνω σε κάτι κιτρινισμένες σελίδες δυο αράδες.
Ο αποκριάτικος χορός φέτος δεν θα γίνει.
Τα πιάνα γκρεμίστηκαν στο βάθος μια πατρίδας αβέβαιης.
Μην περιμένεις άλλο. Το μέλλον αργεί.
Γύρισε πίσω.

Friday, September 10, 2010

Στο βάθος


1
Η Α κάποτε ήταν αδύνατη. Όταν ήταν νέα. Τώρα δεν είναι φυσικά μεγάλη, τριανταφεύγα θα’ναι, αλλά τι σημασία έχει, το στόμα έχει την τρομακτική ιδιότητα να συγκρατείται μόνο από ορισμένους ανθρώπους. Από άλλους όχι. Δεν. Είναι από μόνο του μια αδηφάγα μηχανή, ανεξέλεγκτη. Λυπούνται και τρώνε, χαίρονται και τρώνε, πίνουν και τρώνε, δεν γαμιούνται και τρώνε, σοκολάτες, ότι να’ ναι. Έτσι είναι αυτά.
Ύστερα προβάλλεται με κάποιο μαγικό τρόπο στο εγώ τους, η προσωπικότητα και το περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο φαντασιακά πλήρες. Μονολογούν, εμένα δε με νοιάζει η επακριβής εμφάνιση μου. Είμαι διαβασμένη, θέτω ερωτήματα, παρακολουθώ ροκ συναυλίες, πολύ σινεμά, αγαπώ τον εαυτό μου, ως έχει. Ο καθρέφτης ξεχειλίζει με το είδωλο της, αλλά ως δια μαγείας δεν είναι εκείνη, η ίδια, βλέπει μια εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, έτσι στα γρήγορα το μάτι την προσπερνά και γυρίζει την πλάτη της, χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα. Ποιος έχει χρόνο για εικόνες άλλωστε σε ένα σύμπαν εικονοκλαστικό; Μόνο για ‘συναισθήματα’, που τι περίεργο, όσο χαλάει η εικόνα τόσο γίνονται πιο στραβά, ανόρεχτα και ιδιότυπα. Λες και η εικόνα, η αποδοχή της εικόνας, είναι το χέρι που σε κρατά στην επιφάνεια των πραγμάτων, σωσίβιο απ’ ένα δήθεν πάτο.

2
Ο Β κάποτε ήταν γεμάτος, γεμάτος και αγύμναστος. Στενές πλάτες, κοιλίτσα. Νόμιζε ότι αυτό ήταν η φανερή του αποτυχία. Θυμάμαι ότι ήταν περίεργος με τα κορίτσια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε το σώμα του. Άλλοι πολύ χειρότεροι σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Έτσι γυμνάστηκε, γυμνάστηκε μέχρι αηδίας. Σε χρόνους που τον βάρυνε ιατρική οικογενειακή μιζέρια και θανατικό. Δύσκολη περίοδος. Έβαλε ένα στοίχημα με τη ζωή και το κέρδισε είπε, για δες, κοιλιακοί για τρίλιζα και στα έξτρα μια αποτρίχωση, γιατί αλλιώς πως να προσέξεις το γραμμωμένο σώμα. Ξεκάθαρα Το σώμα.
Η πρώτη κουβέντα όταν συναντούσε κάποιον απ’ τα παλιά, δεν ήταν ίσως κλασικές επιτυχίες που είχε αρκετές, πολιτικές αυταπάτες ή επαγγελματικά όνειρα, ήταν η δήλωση, δεν είμαι όπως με θυμάσαι, έχω γυμναστεί πολύ.

3
Ένα ζεστό απόγευμα στη Ρώμη, άκουσα την πια βαριά ψυχαναλυτική δήλωση για το φαγητό που μέχρι σήμερα μπορώ να μαρτυρήσω αυτήκοα.
‘Αν χάσω βάρος, θα αλλάξω, θα γίνω σαν εσάς, θα συγκρίνομαι πλέον μαζί σας και ύστερα η όποια αποτυχία μου που τώρα είναι ανεκτή λόγω κιλών, θα με οδηγήσει σε απελπισία. Δεν θα υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία για τη στραβή μου τύχη’. Απελπισία. Κι’ έπειτα τι να πει κανείς, όχι δεν είναι έτσι ή μην αναμασάς φτηνές δικαιολογίες;
Κυκλοφορούσε δυστυχώς και ο Δήμιος του Έρωτα του Γιάλομ, δεν ήταν απίθανο να διαβάσει τη Χοντρή κυρία.
Σκέφτηκε πως είχε ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο σώμα: είχε χάσει σαράντα κιλά και στο γραφείο υπήρχε μια συνάδελφος που ζύγιζε τόσο. Και τότε φαντασίωνε πως θα ήταν να έκανε νεκροψία και να κήδευε αυτό το ‘σώμα’ που είχε ξεφορτωθεί. Πάντα λαχταρούσε το σεξ και θύμωνε που η στάση της κοινωνίας προς τους παχύσαρκους την καταδίκαζε σε σεξουαλική ματαίωση. Μόνο τώρα που πλησίαζε ένα σωματικό βάρος που θα επέτρεπε να της γίνουν κάποιες σεξουαλικές προσκλήσεις, μόνο τώρα που τα όνειρα της ήταν γεμάτα με απειλητικά αντρικά πρόσωπα, αναγνώρισε πόσο πολύ φοβόταν το σεξ.

4
Δουλεύουμε σε τόσα επίπεδα την εξέλιξη μας, εικόνα, συναίσθημα, σεξουαλικότητα, λογική, πνεύμα, που η απαρχή πνίγεται σε ένα πηγάδι γεμάτο με πτώματα που αποσυντίθενται. Τα χαμένα μας κιλά, τα κερδισμένα μας σώματα, η νιότη, τα φτηνά πλασαρισμένα πρότυπα, οι φωτογραφίες που αποτύπωσαν το χάλι ή το σφρίγος, τι βλέπουν οι άλλοι, η λαγνεία που σου ανήκει, η λαγνεία που δε θα σου αξιωθεί ποτέ, τι πετάμε, τι πεισματικά κρατάμε με τα νύχια μας.
Ποιος βρίσκεται πίσω από το πρόσωπο σου; Με φρίκη ίσως καταλάβεις απότομα ότι το πρόσωπο σου δεν είσαι εσύ,
το σώμα σου όμως είσαι.