Monday, August 02, 2010

'Εψαξα να σε βρω



Έψαξα να σε βρω, Ρομπέρτο, έψαξα να σε βρω, σε πρόδωσα, έκλαψα, έκλαψα, ώσπου έγινα ένα μικρούλικο νησάκι στη μέση της θάλασσας και τα τελευταία κύματα έχουν αρχίσει να με πνίγουν. Πόνεσα, τόσο πολύ, που θα μπορούσε ο πόνος μου να γεμίσει τα βάραθρα της γης και να ξεχειλίσει ηφαίστεια. Θέλω να μείνω μαζί σου Ρομπέρτο, θέλω να παρακολουθώ κάθε χτύπο απ’ την καρδιά σου, κάθε ανάσα απ’ το στήθος σου, με το αυτί κολλημένο πάνω σου θ’ ακούω τον θόρυβο των μηχανισμών στο σώμα σου όπως προσέχει ένας μηχανικός τη μηχανή του. Θα φυλάξω όλα σου τα μυστικά, θα είμαι το κιβώτιο με τα μυστικά σου, θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου. Θ’ αγρυπνώ δίπλα στα όπλα σου, θα τα προστατεύω απ΄τη σκουριά. Θα είσαι ο πράκτορας μου και το μυστικό μου κι εγώ, στα ταξίδια σου, θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου.
Roberto Zucco (1988)

Εσύ.
Για σένα που τα λόγια αυτά, δεν είναι λόγια ξένα. Έκλαψα, έκλαψα και ύστερα δε σε πρόδωσα. Πνιγόμουν απ΄ τα τελευταία κύματα. Δεν ήξερα πια άκρη να διαλέξω να πιαστώ και ξέρεις πως είναι ο πνιγμός. Θυμάσαι τότε που μου σφίγγες το λαιμό και λιποθύμησα; Χάθηκα μεσ’ τους σπασμούς μου, έσβησα. Πνιγόμουν και ήδη είχα αναχωρήσει. Μικρό και σκοτεινό ταξίδι.
Πόνεσα πολύ.
Αν με άφηνες θα κολλούσα το αυτί μου επάνω σου, όπως κολλούσα τα μάτια μου όταν κοιμόσουν. Φοβόμουν ότι οι εφιάλτες σου, οι χρόνια ριζωμένοι δεν θα έφευγαν ποτέ.
Θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου, τα γράμματα σου, τα βιβλία, τις κομμένες σελίδες, τις φωτογραφίες. Ότι σου αρέσει να μοιράζεσαι, ότι τα μάτια σου τραβάει, ότι σε κάνει να γελάς σ’ αυτή τη βρώμικη πόλη.
Η μυστική κρυψώνα σου, που θα γυρνάς τα βράδια. Εκεί που έτρεχες να μυρίσεις λίγη ησυχία. Εκεί που άπλωνες το χέρι να πάρεις απλόχερα ότι σου έλειπε.
Θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου. Μαζί θα ταξιδέψουμε τον κόσμο. Ξεκινάμε από τα μοναστήρια του Θιβέτ.
Γιατί εκεί; Ίσως θα ήθελες να δεις μαζί μου την μακρινή Ποτάλα, την ιερή πόλη, να σου κρατώ σφικτά το παγωμένο χέρι, όταν κοιτάς τις σκεπασμένες από ομίχλη κορυφογραμμές. Δεν ξέρω μήπως αν φτάσει εκείνη η ώρα, αν κάποτε υπάρξει τέτοια στιγμή, εκεί κοντά στην κορυφή του κόσμου, αν με αξιώσει η τύχη να αναστραφεί η τεθλασμένη μας πορεία, αν κάποιο θαύμα συμβεί από εκείνα που κανείς με στοιχειώδη λογική δεν θα περίμενε ποτέ, αν τότε το αντέξω και δεν βουτήξω στο κενό. Δεν ξέρω.

Και Εσύ.
Τι θέλεις, τι ζητάς από μένα; Το βλέπεις, δεν έχω περιθώρια, στενεύει ο χρόνος μου.
Να σε κρατήσω από το χέρι;
Νομίζεις είναι απλό;
Στο τραπέζι της προσφοράς πρέπει ν’ απλώσεις κάτι αξίας, κάτι να δώσεις. Δεν έχεις καταλάβει ότι εγώ μπορώ να σε σώσω απ΄τη ζωή σου. Μπορώ να γίνω ο αχθοφόρος και η αγάπη σου. Δεν βλέπω όμως τη δίψα στη μάτια σου ή το διαυγές εκείνο βλέμμα που λέει αλήθεια. Για το ταξίδι διαλέγεις πάντα τον πιο δυνατό, αυτόν που ξέρει να αφηγείται ιστορίες. Η άκρη της γης είναι αιώνες δρόμο και η σιωπή είναι φρικτή. Πίστεψες ποτέ ότι ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή;
Θα ήθελα να είμαι ξερόκλαδο που φοβούνται μη το σπάσουν, μα μέσα μου φωλιάζει η δύναμη. Μπορώ να σε εμπνεύσω και να σε σύρω εν ανάγκη μέχρι το τέλος. Υποψιάζομαι ότι δεν είσαι άνθρωπος που πείθεται να ακολουθεί ή να χαράσσει μια λογική πορεία στο χάρτη. Και εγώ, που δε γελάστηκα ποτέ και παίζω στα δάκτυλα μου τους άτλαντες του κόσμου, βλέπω ξεκάθαρα με τα μικρά μου μάτια πως για κανένα ταξίδι δεν έχεις ψυχή. Ίσως για τίποτα δεν κάνεις, έτσι που ράθυμα με ειρωνεία στο βλέμμα με κοιτάς για να με κρίνεις.
Δεν θέλω αγαπητικό, δεν θέλω σύζυγο. Ένας αγαπητικός είναι όπως ο ήλιος, όσο ζεσταίνει, τόσο απλώνει γύρω μας την έρημο. Δεν θέλω να ‘μαι σαν ένα τροφαντό δεντράκι στη μέση μιας ερήμου με βότσαλα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι μυξιάρη, και φαντάζεσαι ότι μπορείς να προκαλείς τη φύση; Δε σε ρωτάω τι σ’ αρέσει, δε σε ρωτάω τι ανάγκη νιώθεις. Ακόμα και οι πέτρες ζευγαρώνουν, δεν θα το αποφύγεις εσύ. Ακόμα και αν δεν νιώθεις την ανάγκη, βγες έτσι κι αλλιώς, γιατί θα φας χαστούκι.
Στεκεσ’ εκεί και καπνίζεις σαν καμιά πουτάνα που την ανακρίνουν. Ποιος σου’ χει μάθει να καπνίζεις ολομόναχος; Ένας άντρας μπορεί να καπνίζει μες τα θαμνά, πίνοντας μπύρα και χουφτώνοντας κορίτσια, κάποιος όμως που καπνίζει ολομόναχος ειν’ ανώμαλος.

Tabataba (1986)


Wednesday, July 21, 2010

Τα ψηλόλιγνα κορίτσια


Υπάρχουν κάτι ψηλά κορίτσια με χυτά πόδια και λεπτά χέρια. Περπατούν ανάλαφρα και δεν τους χρειάζονται πολλά φτιασίδια. Λίγο τα μακριά ίσια μαλλιά τους, η περήφανη κορμοστασιά, το διάφανο κραγιόν στα χείλια και όλα αυτά μαζί τις κάνουν διαφορετικές από το πλήθος. Το βλέμμα τους είναι κάπου αλλού, χαμένο στις σκέψεις τους, που κανείς δεν ξέρει αν είναι σημαντικές ή όχι. Μιλούν ήρεμα, γλυκά, χαμηλόφωνα και η ατονία αυτή είναι που πάει πολύ στην όλη τους μορφή. Δεν βιάζονται ποτέ και δεν βυθίζονται σε νευρικές απότομες κινήσεις. Ντυμένες με ρούχα που δεν είναι ποτέ φανταχτερά, στέκονται ανάλαφρα στις μακριές πατούσες τους, που τα καλοκαίρια βυθίζονται στην άμμο.
Κάποιοι λατρεύουν τα ψηλόλιγνα κορίτσια, τους μαγνητίζει το νωχελικό τους βάδισμα και ο απόκοσμος αέρας τους. Κάποιοι ίσως και να ζηλεύουν το ύψος που αόριστα ατενίζουν τα πάντα. Κάποιοι όμως μένουν αδιάφοροι στην αρμονία των κινήσεων τους και στο χαμένο φως των ματιών τους. Σκέφτονται ότι η όψη τους και μόνο, αψεγάδιαστο σημάδι της φύσης, δεν λέει απαραίτητα ότι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Ίσως γυρεύουν ακόμα τόνο στην άχρωμη ζωή τους, ίσως είναι υπερκόσμιες και ανάλαφρες για να τις λυγίσεις σε βρώμικα κρεβάτια. Ίσως αν το χέρι σου αρπάξει τη λεπτή τους μέση, να μην ταράξει την γαληνή τους και τότε. Ίσως τα πλάσματα αυτά, να μη μπορούν να λικνιστούν ποτέ, με τη χάρη που απαιτεί η τέχνη του έρωτα και του θανάτου. Να αναζητούν τη λάμψη, που μόνο ετερόφωτα μπορούν να αποκτήσουν, στην αποδοχή ενός προστάτη. Μπορεί το ρομαντικό τους βλέμμα, που σπάνια χαρίζουν, να κρύβει καλά μια συνηθισμένη ψυχή με μικροαστικές αλήθειες, που τίποτα στον θέαμα τους δεν προδίδει. Αιώνιες μούσες μιας εικαστικής παράστασης στο δρόμο της ζωής. Πίσω από το φαίνεσθαι, μια πιθανή ακύμαντη λίμνη, ή το τέλος της περιπέτειας.


Σε αυτούς που στάθηκαν στην επιφάνεια των πραγμάτων.

photo Cartie Bresson

Tuesday, July 13, 2010

Καλοκαιρινό


Ήθελα να είμαι βαποράκι που σέρνεται στην Ευριπίδου
ή ίσως μπαχάρι σε ράφι που προκαλεί αλλεργία στη μύτη σου και φτάρνισμα καμιά φορά
κατούρημα που γλείφει τοίχο στο Μοναστηράκι
κι η αμμωνία του σου παίρνει τα ρουθούνια
ή ακόμα κόκκος βρωμιάς στον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων
να ξύνεις με το νύχι σου όταν πας να φας εκεί κοντά
μπορεί και πατημένο περιστέρι στο δρόμο σου
χαλκομανία της ασφάλτου που σήπεται στη ζέστη των 32 βαθμών
δίπλα σε περαστικούς που αναρωτιούνται αν ζουν
ή αν γυρίζουν άσκοπα
αν σήμερα η τηλεοπτική τους δόση θα τους βγάλει
αρρωστάκια αδιόρατα φευγάτα
λυπάμαι, λυπάμαι
στην πόλη του καλοκαιριού δεν το μπορώ
δεν δύναμαι
να παραστήσω την πέτρα που στην επιφάνεια του νερού κάνει δυο γκελ
την άμμο που ξεπλένεται στο αλάτι αντανακλώντας πάνω της τον ήλιο.


Friday, July 09, 2010

Ας πούμε


Ας πούμε.
Βλέπω ένα νησί. Νησί όχι βέβαια της γεωγραφίας. Ναι.
Νησί, λεξιγενές, πάνω σε πλέγμα υφάλου, φτιαγμένο από διαλεγμένες μία προς μία λέξεις, φράσεις, νοήματα, υπαινιγμούς και σαρκασμό.
Έπεσε και λίγο χώμα που το έφερε μάλλον ο άνεμος.
Ύστερα έβρεξε. Έβρεξε πολύ. Τροπική βροχή, σχεδόν τρία χρόνια.
Μετά ήρθαν και προσγειώθηκαν στις υγρές σχισμές του εδάφους, άλλα λόγια, άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Νέες λέξεις, πιο γόνιμες, τόσο καρπερές που φύτρωσαν και βγάλανε κλαδιά και ρίζες.
Γι’ αυτό το νησί σου μιλάω. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν μπορεί να το ψάξει, δεν υπάρχει στους χάρτες ή στις μηχανές αναζήτησης.
Στο Λεξονήσι σου’χω κρατημένο ένα θεωρείο πάνω στα βράχια, κάτω ακριβώς απ’τη ριγέ σκιά της αραιής βλάστησης. Ξέρω φοβάσαι τον ήλιο, μα παράγγειλα μια συννεφιά και πήρα κι αντηλιακό. Αν κάτι δεν θα'θελα, θα ήταν να καούμε κι' έπειτα να γεμίσουμε φακίδες. Θεωρείο όλο δικό σου. Για πάρτη σου.
Στις λέξεις, βασιλεύει εκείνος που τις αγαπάει περισσότερο κι’ εγώ την αγάπη μου γι’αυτές τη ζύγισα και τη βρήκα μισό καντάρι λειψότερη.
Χαλάλι σου.

Monday, July 05, 2010

David Lynch Uncut


Είναι στιγμές απλού αδιέξοδου. Σκέφτεσαι μια ζωή, εξαντλητικά, κάθε μέρα και έρχεται άξαφνα μια στιγμή επιφοίτησης, που όλα φαίνονται διάφανα, απλά.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του David Lynch, ''Catching the Big Fish'', J.P. Tarcher/εκδόσεις Penguin, Ν.Υ. Άλλα χέρια το αγόρασαν, άλλα το δανείστηκαν, αλλά με αυτά και εκείνα έφτασε και στα δικά μου χέρια.
Να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ περιέργεια για το πώς σκέφτεται ο David, του έχω απλά εμπιστοσύνη.

''Most of filmmaking is common sense. If you stay on your toes and think about how to do a thing, it's right there.''

Το γιατί, ναι ήταν κάτι που με ενδιέφερε, αν και απλοποιητικά είχα καταλήξει στο τερατώδες συμπέρασμα, ότι ήταν μάλλον ένας σκοτεινός και μίζερος χαρακτήρας με μεγαλειώδη φαντασία και ταλέντο. Οι εκτιμήσεις όμως ενέχουν εξ’ ορισμού μεγάλη πιθανότητα να πέσεις έξω, διαφορετικά θα ονομάζονταν βεβαιότητες και οι βεβαιότητες βασίζονται σε αδιάσειστα στοιχεία, που εγώ φυσικά δεν είχα. Ο σκοτεινός κόσμος των ταινιών του ήταν ο κόσμος που ξεκίνησε και ο ίδιος, αν και σήμερα αποτυπώνει μόνο τον κόσμο των άλλων.

'' When I fist heard about meditation, I had zero interest in it. I wasn’t interest in it. I wasn’t even curious. It sounded like a waste of time.''

''When I started meditating, I was filled with anxieties and fears. I felt a sense of depression and anger.''


Παρατηρώντας την γαλήνια έκφραση των προσώπων των γιόγκι κατά την διάρκεια του διαλογισμού, έβλεπε ότι τα πρόσωπα τους αποτύπωναν μια υπέρτατη αρμονία και δύναμη, την αίσθηση ότι αυτό που κάνουν τους ισορροπεί, καθορίζοντας παράλληλα το νόημα της ύπαρξης τους.

''That made me think that enlightment must be something real, even though I didn’t know what it was. I figured the only way to try for it was to start diving within and see what unfolded. Because I knew that wasn’t going to happen with life on the surface in L.A.''

Μιλάει για τη ζωή του, τις σκέψεις, τις ταινίες, τη μουσική τους και το φως. Την επίδραση του διαλογισμού στο να καλλιεργεί τις ιδέες του και να κάνει ταινίες. Ζούμε σε ένα σκοτεινό κόσμο και αυτό είναι δεδομένο στις ιστορίες που αποτυπώνονται σε ταινία.
Για το ''Lost Highway'' ο Lynch είχε εντυπωσιαστεί με το σκοτάδι στην ιστορία της δίκης του O.J. Simpson. Τον σοκάριζε η εικόνα ενός χαμογελαστού ανθρώπου που μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν, μπορούσε ακόμα να χαίρεται και να παίζει γκολφ, μπορούσε να συνεχίζει τη ζωή του. Έτσι κατανόησε ότι το μυαλό κάποιων ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να ξεγελιέται ενστικτωδώς, για να αποφύγει κάπως τη φρίκη των πράξεων του. Η ζωή κατακλύζεται από το σκοτάδι.

''You look in darkness, and you see that it’s really nothing: It’s the absence of something. You turn on the light, and the darkness goes…
Don’t fight the darkness. Don’t even worry about the darkness. Turn on the light and the darkness goes. Turn up that light of pure consciousness: Negativity goes. Now you say,''That sounds so sweet.'' It sounds too sweet. But it’s a real thing''


Σε όλες τις φράσεις που ακολουθούν μου θύμισε σκέψεις που συνηθίζω να κάνω.

''I love dream logic; I just like the way dreams go. But I have hardly ever gotten ideas from dreams. I get more ideas from music, or from just walking around.''

''When you see an aging building or a rusted bridge, you are seeing nature and man working together.''

''I don’t necessarily love rotten bodies, but there’s a texture to a rotting body that is unbelievable.''

''Sitting in front of a fire is mesmerizing. It’s magical. I feel the same way about electricity. And smoke. And flickering lights.''

Για να καταλήξω λοιπόν στην φράση που με συγκλόνισε και πιθανά οι μελλοντικοί μου βιογράφοι θα σημειώσουν ότι μου άλλαξε τη ζωή και τον τρόπο που σκέφτομαι τον εαυτό μου:

''Maybe enlightment is far away, but it’s said that when you walk toward the light, with every step, things get brighter. Every day, for me, gets better and better. ''

Σε είχα παρεξηγήσει David.
Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά δεν είναι, David προχώρα και σου ‘ρχομαι το κατόπι, αρκεί να βρω ψυχή να ξεκινήσω.

Sunday, June 27, 2010

Σημάδι


Στο κενό
που
μένει σταθερά άδειο
αφόρητα ασυμπλήρωτο
μηδέν μέσα μου
θα βάλω
χειρουργικά
μπαλονάκι
Κι ύστερα
η τομή
θα κλείσει
μ' αντιβίωση
Τα ράμματα
θα βγουν
αργότερα
τραβώντας τα
Εκεί
για πάντα
σημάδι
χειλοειδής ουλή
να μη ξεχάσω.

Tuesday, June 22, 2010

Υπόσχεση


Η υπόσχεση αποτέλεσε από δημιουργίας για τον άνθρωπο, ένα εξόχως θελκτικό state of mind.
Δεν γνωρίζω γιατί ως είδος είμαστε τέτοιοι πίτουρες,
φτύνουμε δηλαδή την προσφορά και το ανίδρωτο αποτέλεσμα, ασχέτου ποιότητας και μας ηδονίζει το πιθανό, το υποθετικό, το νεύμα στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Μάλλον είμαστε ελαττωματικά μοντέλα ή τελικά τα πάντα συνδέονται με αυτή την καταραμένη διαδικασία της φυσικής επιλογής, το εγωιστικό γονίδιο και τις θεωρίες που δικαιολογούν την απαστράπτουσα υπόσταση του, μέσα στην ερεβώδη άχλη της σύντομης ύπαρξης μας.Ο θάνατος είναι αυτός που καθορίζει το όλον, επομένως και τη βαρύτητα της υπόσχεσης.

Πίνακας του Γ. Ρόρρη.

Tuesday, June 15, 2010

Τοίχος


Τρέχω στο σκοτάδι,
άξαφνα μπρος τοίχος. Σταματάω κλάσματα δευτερολέπτου πριν σπάσω τα μούτρα μου. Γυρίζω πίσω μου, δεύτερος τοίχος κινείται καταπάνω μου, αργά, απελπιστικά αποφασισμένος να με συνθλίψει. Δεν ξέρω τι να κάνω, βιώνω το συναίσθημα του απόλυτου επιθανάτιου εγκλωβισμού. Σχεδόν δεν αναπνέω.
Ξυπνάω με ταχυκαρδία, μούσκεμα στον ιδρώτα. Οι τοίχοι δεν υπάρχουν πια, το συναίσθημα παραμένει. Πίνω ένα ποτήρι κρύο νερό, το πιο πολύ κυλάει πάνω στη μούρη μου, έπειτα στη φανέλα μου, γλείφει το σώμα μου μέχρι που παύει να κινείται. Παγώνω. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι τη θάλασσα, γαλάζια, ακύμαντη, συνεχή, σε μέρα διαυγή και με ήλιο. Ανασαίνω το αεράκι της, μυρίζει φυκιάδα. Ανασαίνω ξανά και οι σφυγμοί μου πέφτουν στο κανονικό.

Monday, June 07, 2010

Ανάποδα


Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.

Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια. Βαριανασαίνω.

Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)

Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.

Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω (κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.

Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.


Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού

Tuesday, June 01, 2010

Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού



Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού ‘The Kousmichoff’, αγορασμένο σε μια στιγμιαία έκρηξη εκλεκτισμού, έξω από το Λούβρο, είχε κρύψει δέκα γραμμάρια μαύρο. Όταν έφυγε, της έμειναν από εκείνον, αυτά και ένα μπουκάλι Bailey’s καβάτζα.
Καιρό μετά, απ’ έξω το μπουκάλι σκονίστηκε, μέσα το ποτό ξίνισε, έκοψε, σε μικρές γαλατένιες ηπείρους, σε σχήματα αλλόκοτα κρούστας, σχεδόν οιωνούς, από κατασκευής πολύ γλυκό, αλλά με ημερομηνία λήξης.
Το μαύρο το κάπνισε όλο και μάλιστα σε ένα βράδυ, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μέχρι που της κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη τη νύχτα που υπολόγισε ότι δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Σκέφτοταν υψηλόφωνα. Σχεδόν σε παράνοια.
‘Τώρα που θα σβήσω το τελευταίο μου τσιγάρο θα χαθώ, θα πάψω, δεν θα υπάρξω πια. Αν ήταν να ξεχάσω για πάντα, ήθελα τα στριφτά μου από δω και πέρα βαριά, κι’αυτό το μούδιασμα να παραμείνει μόνιμο. Μόνιμο σαν αναπηρία.’
Φρούδες ελπίδες, απέλπιδες.