Tuesday, July 13, 2010

Καλοκαιρινό


Ήθελα να είμαι βαποράκι που σέρνεται στην Ευριπίδου
ή ίσως μπαχάρι σε ράφι που προκαλεί αλλεργία στη μύτη σου και φτάρνισμα καμιά φορά
κατούρημα που γλείφει τοίχο στο Μοναστηράκι
κι η αμμωνία του σου παίρνει τα ρουθούνια
ή ακόμα κόκκος βρωμιάς στον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων
να ξύνεις με το νύχι σου όταν πας να φας εκεί κοντά
μπορεί και πατημένο περιστέρι στο δρόμο σου
χαλκομανία της ασφάλτου που σήπεται στη ζέστη των 32 βαθμών
δίπλα σε περαστικούς που αναρωτιούνται αν ζουν
ή αν γυρίζουν άσκοπα
αν σήμερα η τηλεοπτική τους δόση θα τους βγάλει
αρρωστάκια αδιόρατα φευγάτα
λυπάμαι, λυπάμαι
στην πόλη του καλοκαιριού δεν το μπορώ
δεν δύναμαι
να παραστήσω την πέτρα που στην επιφάνεια του νερού κάνει δυο γκελ
την άμμο που ξεπλένεται στο αλάτι αντανακλώντας πάνω της τον ήλιο.


Friday, July 09, 2010

Ας πούμε


Ας πούμε.
Βλέπω ένα νησί. Νησί όχι βέβαια της γεωγραφίας. Ναι.
Νησί, λεξιγενές, πάνω σε πλέγμα υφάλου, φτιαγμένο από διαλεγμένες μία προς μία λέξεις, φράσεις, νοήματα, υπαινιγμούς και σαρκασμό.
Έπεσε και λίγο χώμα που το έφερε μάλλον ο άνεμος.
Ύστερα έβρεξε. Έβρεξε πολύ. Τροπική βροχή, σχεδόν τρία χρόνια.
Μετά ήρθαν και προσγειώθηκαν στις υγρές σχισμές του εδάφους, άλλα λόγια, άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Νέες λέξεις, πιο γόνιμες, τόσο καρπερές που φύτρωσαν και βγάλανε κλαδιά και ρίζες.
Γι’ αυτό το νησί σου μιλάω. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν μπορεί να το ψάξει, δεν υπάρχει στους χάρτες ή στις μηχανές αναζήτησης.
Στο Λεξονήσι σου’χω κρατημένο ένα θεωρείο πάνω στα βράχια, κάτω ακριβώς απ’τη ριγέ σκιά της αραιής βλάστησης. Ξέρω φοβάσαι τον ήλιο, μα παράγγειλα μια συννεφιά και πήρα κι αντηλιακό. Αν κάτι δεν θα'θελα, θα ήταν να καούμε κι' έπειτα να γεμίσουμε φακίδες. Θεωρείο όλο δικό σου. Για πάρτη σου.
Στις λέξεις, βασιλεύει εκείνος που τις αγαπάει περισσότερο κι’ εγώ την αγάπη μου γι’αυτές τη ζύγισα και τη βρήκα μισό καντάρι λειψότερη.
Χαλάλι σου.

Monday, July 05, 2010

David Lynch Uncut


Είναι στιγμές απλού αδιέξοδου. Σκέφτεσαι μια ζωή, εξαντλητικά, κάθε μέρα και έρχεται άξαφνα μια στιγμή επιφοίτησης, που όλα φαίνονται διάφανα, απλά.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του David Lynch, ''Catching the Big Fish'', J.P. Tarcher/εκδόσεις Penguin, Ν.Υ. Άλλα χέρια το αγόρασαν, άλλα το δανείστηκαν, αλλά με αυτά και εκείνα έφτασε και στα δικά μου χέρια.
Να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ περιέργεια για το πώς σκέφτεται ο David, του έχω απλά εμπιστοσύνη.

''Most of filmmaking is common sense. If you stay on your toes and think about how to do a thing, it's right there.''

Το γιατί, ναι ήταν κάτι που με ενδιέφερε, αν και απλοποιητικά είχα καταλήξει στο τερατώδες συμπέρασμα, ότι ήταν μάλλον ένας σκοτεινός και μίζερος χαρακτήρας με μεγαλειώδη φαντασία και ταλέντο. Οι εκτιμήσεις όμως ενέχουν εξ’ ορισμού μεγάλη πιθανότητα να πέσεις έξω, διαφορετικά θα ονομάζονταν βεβαιότητες και οι βεβαιότητες βασίζονται σε αδιάσειστα στοιχεία, που εγώ φυσικά δεν είχα. Ο σκοτεινός κόσμος των ταινιών του ήταν ο κόσμος που ξεκίνησε και ο ίδιος, αν και σήμερα αποτυπώνει μόνο τον κόσμο των άλλων.

'' When I fist heard about meditation, I had zero interest in it. I wasn’t interest in it. I wasn’t even curious. It sounded like a waste of time.''

''When I started meditating, I was filled with anxieties and fears. I felt a sense of depression and anger.''


Παρατηρώντας την γαλήνια έκφραση των προσώπων των γιόγκι κατά την διάρκεια του διαλογισμού, έβλεπε ότι τα πρόσωπα τους αποτύπωναν μια υπέρτατη αρμονία και δύναμη, την αίσθηση ότι αυτό που κάνουν τους ισορροπεί, καθορίζοντας παράλληλα το νόημα της ύπαρξης τους.

''That made me think that enlightment must be something real, even though I didn’t know what it was. I figured the only way to try for it was to start diving within and see what unfolded. Because I knew that wasn’t going to happen with life on the surface in L.A.''

Μιλάει για τη ζωή του, τις σκέψεις, τις ταινίες, τη μουσική τους και το φως. Την επίδραση του διαλογισμού στο να καλλιεργεί τις ιδέες του και να κάνει ταινίες. Ζούμε σε ένα σκοτεινό κόσμο και αυτό είναι δεδομένο στις ιστορίες που αποτυπώνονται σε ταινία.
Για το ''Lost Highway'' ο Lynch είχε εντυπωσιαστεί με το σκοτάδι στην ιστορία της δίκης του O.J. Simpson. Τον σοκάριζε η εικόνα ενός χαμογελαστού ανθρώπου που μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν, μπορούσε ακόμα να χαίρεται και να παίζει γκολφ, μπορούσε να συνεχίζει τη ζωή του. Έτσι κατανόησε ότι το μυαλό κάποιων ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να ξεγελιέται ενστικτωδώς, για να αποφύγει κάπως τη φρίκη των πράξεων του. Η ζωή κατακλύζεται από το σκοτάδι.

''You look in darkness, and you see that it’s really nothing: It’s the absence of something. You turn on the light, and the darkness goes…
Don’t fight the darkness. Don’t even worry about the darkness. Turn on the light and the darkness goes. Turn up that light of pure consciousness: Negativity goes. Now you say,''That sounds so sweet.'' It sounds too sweet. But it’s a real thing''


Σε όλες τις φράσεις που ακολουθούν μου θύμισε σκέψεις που συνηθίζω να κάνω.

''I love dream logic; I just like the way dreams go. But I have hardly ever gotten ideas from dreams. I get more ideas from music, or from just walking around.''

''When you see an aging building or a rusted bridge, you are seeing nature and man working together.''

''I don’t necessarily love rotten bodies, but there’s a texture to a rotting body that is unbelievable.''

''Sitting in front of a fire is mesmerizing. It’s magical. I feel the same way about electricity. And smoke. And flickering lights.''

Για να καταλήξω λοιπόν στην φράση που με συγκλόνισε και πιθανά οι μελλοντικοί μου βιογράφοι θα σημειώσουν ότι μου άλλαξε τη ζωή και τον τρόπο που σκέφτομαι τον εαυτό μου:

''Maybe enlightment is far away, but it’s said that when you walk toward the light, with every step, things get brighter. Every day, for me, gets better and better. ''

Σε είχα παρεξηγήσει David.
Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά δεν είναι, David προχώρα και σου ‘ρχομαι το κατόπι, αρκεί να βρω ψυχή να ξεκινήσω.

Sunday, June 27, 2010

Σημάδι


Στο κενό
που
μένει σταθερά άδειο
αφόρητα ασυμπλήρωτο
μηδέν μέσα μου
θα βάλω
χειρουργικά
μπαλονάκι
Κι ύστερα
η τομή
θα κλείσει
μ' αντιβίωση
Τα ράμματα
θα βγουν
αργότερα
τραβώντας τα
Εκεί
για πάντα
σημάδι
χειλοειδής ουλή
να μη ξεχάσω.

Tuesday, June 22, 2010

Υπόσχεση


Η υπόσχεση αποτέλεσε από δημιουργίας για τον άνθρωπο, ένα εξόχως θελκτικό state of mind.
Δεν γνωρίζω γιατί ως είδος είμαστε τέτοιοι πίτουρες,
φτύνουμε δηλαδή την προσφορά και το ανίδρωτο αποτέλεσμα, ασχέτου ποιότητας και μας ηδονίζει το πιθανό, το υποθετικό, το νεύμα στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Μάλλον είμαστε ελαττωματικά μοντέλα ή τελικά τα πάντα συνδέονται με αυτή την καταραμένη διαδικασία της φυσικής επιλογής, το εγωιστικό γονίδιο και τις θεωρίες που δικαιολογούν την απαστράπτουσα υπόσταση του, μέσα στην ερεβώδη άχλη της σύντομης ύπαρξης μας.Ο θάνατος είναι αυτός που καθορίζει το όλον, επομένως και τη βαρύτητα της υπόσχεσης.

Πίνακας του Γ. Ρόρρη.

Tuesday, June 15, 2010

Τοίχος


Τρέχω στο σκοτάδι,
άξαφνα μπρος τοίχος. Σταματάω κλάσματα δευτερολέπτου πριν σπάσω τα μούτρα μου. Γυρίζω πίσω μου, δεύτερος τοίχος κινείται καταπάνω μου, αργά, απελπιστικά αποφασισμένος να με συνθλίψει. Δεν ξέρω τι να κάνω, βιώνω το συναίσθημα του απόλυτου επιθανάτιου εγκλωβισμού. Σχεδόν δεν αναπνέω.
Ξυπνάω με ταχυκαρδία, μούσκεμα στον ιδρώτα. Οι τοίχοι δεν υπάρχουν πια, το συναίσθημα παραμένει. Πίνω ένα ποτήρι κρύο νερό, το πιο πολύ κυλάει πάνω στη μούρη μου, έπειτα στη φανέλα μου, γλείφει το σώμα μου μέχρι που παύει να κινείται. Παγώνω. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι τη θάλασσα, γαλάζια, ακύμαντη, συνεχή, σε μέρα διαυγή και με ήλιο. Ανασαίνω το αεράκι της, μυρίζει φυκιάδα. Ανασαίνω ξανά και οι σφυγμοί μου πέφτουν στο κανονικό.

Monday, June 07, 2010

Ανάποδα


Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.

Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια. Βαριανασαίνω.

Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)

Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.

Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω (κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.

Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.


Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού

Tuesday, June 01, 2010

Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού



Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού ‘The Kousmichoff’, αγορασμένο σε μια στιγμιαία έκρηξη εκλεκτισμού, έξω από το Λούβρο, είχε κρύψει δέκα γραμμάρια μαύρο. Όταν έφυγε, της έμειναν από εκείνον, αυτά και ένα μπουκάλι Bailey’s καβάτζα.
Καιρό μετά, απ’ έξω το μπουκάλι σκονίστηκε, μέσα το ποτό ξίνισε, έκοψε, σε μικρές γαλατένιες ηπείρους, σε σχήματα αλλόκοτα κρούστας, σχεδόν οιωνούς, από κατασκευής πολύ γλυκό, αλλά με ημερομηνία λήξης.
Το μαύρο το κάπνισε όλο και μάλιστα σε ένα βράδυ, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μέχρι που της κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη τη νύχτα που υπολόγισε ότι δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Σκέφτοταν υψηλόφωνα. Σχεδόν σε παράνοια.
‘Τώρα που θα σβήσω το τελευταίο μου τσιγάρο θα χαθώ, θα πάψω, δεν θα υπάρξω πια. Αν ήταν να ξεχάσω για πάντα, ήθελα τα στριφτά μου από δω και πέρα βαριά, κι’αυτό το μούδιασμα να παραμείνει μόνιμο. Μόνιμο σαν αναπηρία.’
Φρούδες ελπίδες, απέλπιδες.

Monday, January 18, 2010

Καθημερινή


Καθημερινή του 1991, πίσω από τη σημερινό Τζόκερ. Στο αυτοκίνητο, με Μπιγκ Μακ, αν θυμάμαι καλά. Μπορεί και προκάτ πατάτα, μπορεί και μηλόπιτα να καίει τον ουρανίσκο, χαμένες trash γεύσεις της νεότητας, χαμένες ώρες σε ένα σερί ατέλειωτων, χιλιάδων χαμένων ωρών.
Δεν σου λέω τίποτα σπουδαίο, δεν αναλύω ταινία σήμερα ή πολιτική θέση, σήμερα είμαι χάλια. Νιώθω ότι ζω σε μια άλλη ζωή, μια εικονική πραγματικότητα και η τριλογία των Μάτριξ μπορεί και να μην έχει συλληφθεί ακόμα.
Νεότητα και μαυρίλα, μα είναι αφύσικο, μα είναι παράταιρο, μα ναι. Θα ‘λεγα, λέω, ότι αν σήμερα, αν ήταν μια φανταστική μέρα, ίσως να ευχόμουν, πόλεμο, μια αλλαγή, την ταραχή, το χάος, τίποτα να μην είναι δεδομένο.
Τότε αγαπημένη μου μορφή, ίσως να έβλεπες πως, πως μέσα στο χάος, θα ήμουν ένας γενναίος άνθρωπος. Αυτός που δεν χρειάζεται να είμαι σήμερα. Ναι, αυτός ακριβώς που πάντα επιθυμούσες να ήμουν. Αν.
Βρέχει και εγώ είμαι τόσο μαλάκας που με συγκινεί το Βροχή και σήμερα και ο Morrisey στο Rubber ring ή στο There is a light that never goes out. Γκίνια.

Sunday, January 10, 2010

Μέσα από τους τοίχους


Ο περσινός Δεκέμβρης φωτιά και καταστολή, οι πόρτες κλειστές, ρολά, αλλόκοτη ερημιά τη νύχτα. Ο φετινός, ένα κρεσέντο από πολύχρωμες ιδέες, εκθέσεις, εκδηλώσεις, λίγες και καλές μουσικές (ακόμα πιο πολλές δεν θα έβλαπταν κανένα, αν, αν ήταν εφικτές από οικονομικής άποψης).
Θα ήθελα να δω ας πούμε κάποτε γιορτές τον Eric Sumo. Έτσι μου έχει καρφωθεί σαν ιδέα. Είχαμε μιλήσει πέρσι για το αν σχεδίαζε κάτι προς τα δω, όποτε και μου είχε πει ότι ευχαρίστως θα ερχόταν αν δινόταν η ευκαιρία. Με ρώτησε αν ήξερα πως ή μπορούσα να κανονίσω κάτι, να το συζητούσαμε. Θα με πέρασε φαίνεται για μουσικό παραγωγό ή διοργανωτή συναυλιών. Γκίνια.
Θα ήθελα να δω και τους Red Hot Chily Peppers, τους S.O.A.D ή τους Sonic Youth ξανά, αλλά για τους πρώτους φοβάμαι πολύ ότι δεν θα αξιωθώ.
Τα μπαρ αποπνέουν πια αυτή την καθολικότητα της ολοήμερης κίνησης, αργόσχολοι το πρωί, καλλιτέχνες, μετά εργαζόμενοι στο κέντρο,wi-fi, εικαστικές εκθέσεις, δοκιμές κρασιών, πάρτι, φουλ free press εδώ και κει στα ράφια.
Λείπει όμως αυτό που χαρακτηρίζει τα αντίστοιχα μέρη σε άλλες χώρες, το νόημα, η διαδραστική επικοινωνία ανάμεσα στον κόσμο, η καθαρή κοινωνικοποίηση που προκύπτει σε χαλαρά μέρη που όλοι θα έπρεπε να συζητούν και να μοιράζονται τις σκέψεις τους, ενώ δεν γνωρίζονται.
Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο απομονωμένοι από ποτέ και δεν φταίει η εποχή, είναι ίσως ο τόπος που έσπειρε με μαεστρία την αμηχανία και τον εγκλεισμό στα δικά μας. Δικούς μας ανθρώπους, δικές μας ζωές, δικούς μας κλειστούς κύκλους, συνεχείς, ασυνεχείς, μα σχεδόν πάντα κλειστούς.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν μέσα σε σύννεφα συμπαγούς καπνού. Κόμπακτ ατμόσφαιρα, όχι πλάκα.
Έτσι όταν μια νύχτα πρόσφατα, από το σκοτάδι μιας συστάδας θάμνων στην παραλία πετάχτηκε ένας Ελληνοαμερικανός να με μαλώσει περιπαιχτικά που άναψα τσιγάρο στο δρόμο, φοβήθηκα. Ύστερα, σε τριάντα μέτρα δρόμο, μου είπε για την αντικαπνιστική πολιτική που έπιασε παντού, για τον ήλιο που ήρθε να μαζέψει προτού το γαϊδουροκαλόκαιρο μας εγκαταλείψει οριστικά (φρούδες ελπίδες) και οι δρόμοι μας χώρισαν ακριβώς την ώρα που έψαχνα κάπου να σβήσω το τσιγάρο μου.
Αν για κάτι ντράπηκα πολύ, μετά την εβδομάδα με τα σκουπίδια, είναι που είμαστε η μόνη χώρα που το αντικαπνιστικό μέτρο δεν έπιασε. Ε ναι, δεν λέγεται μαγκιά αυτό.
Από ένα μπαρ μηδενικής ανταλλαγής ιδεών, κάποιο μεσημέρι έφυγα για το σπίτι με τρία νέα ή ανανεωμένα δωρεάν περιοδικά.
Ενδιαφέροντα θέματα, συνεντεύξεις, εικόνες που ταλαντούχοι φωτογράφοι αποδίδουν με λιτά εκφραστικά κάδρα, τον κόσμο μιας άλλης παράλληλης πόλης, μιας άλλης παράλληλης αισθητικής. Να μην συζητήσω για τη μορφή, το ματ χαρτί και την αιχμηρή μυρωδιά τους ή την εκτύπωση. Μια ευχάριστη αίσθηση.
Μέσα στους κλειστούς τοίχους των εντύπων ίσως κάτι κινείται. Παράδοξο να κινείται όμως σήμερα, σήμερα που το διαδίκτυο φαίνεται να κερδίζει σε όλα τα επίπεδα τις εντυπώσεις. Όταν αυτό θα είναι το μέλλον, όταν θα σημάνει το τέλος του αντιοικολογικού χαρτιού ανάμεσα στα δάκτυλά μας, ίσως εδώ να έχουμε φτάσει στην απόλυτη κορύφωση. Άστοχα; Ίσως, όπως πάντα.
Ο διευθυντής έκδοσης ενός από αυτά σημειώνει κάπου: ‘Έχω διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι το να διαβάζεις περιοδικά είναι μια ντεμοντέ συνήθεια. Δεν φταίει το χαρτί για αυτό, ούτε το internet ή η κοινωνική κρίση. Φταίνε αυτοί που φτιάχνουν τα περιοδικά, αυτοί που προσπαθούν να ξεζουμίσουν εκείνο που έμαθαν κάποτε παλιά. ’
Ξαναξεφυλλίζω σελίδα, σελίδα το δικό του έντυπο και σκέφτομαι, δεν μπορεί, πως βγαίνει όλη αυτή η προσπάθεια, πως βγαίνει δωρεάν;
Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις μου φαίνεται σχεδόν αδύνατον.
Ξαναγυρίζω στην πρώτη σελίδα, το μάτι μου καρφώνεται στις λιγοστές διαφημιστικές καταχωρήσεις, τις μετράω μία προς μία, δέκα κρατικές καταχωρήσεις από τις οποίες κάποιες δισέλιδες και κάνα δύο θέατρα και εκθέσεις. Σε ένα σχεδόν άγνωστο περιοδικό, ή καλύτερα σε ένα περιοδικό με πολύ μικρή κυκλοφορία.
Παλιά κόστιζε δέκα ευρώ. Τι να σχολιάσω;
Δε με νοιάζουν τα βαρύγδουπα λογύδρια των μιντιακών προσώπων, τα λόγια που παρέθεσα.
Βαρέθηκα τους πολιτειακούς γρίφους. Ποιος είναι τι, ποιος είναι ακριβώς τι; Βαρέθηκα και να αναρωτιέμαι καχύποπτα για τα πάντα γύρω μου. Βαρέθηκα να σκοντάφτει η σκέψη μου σε ερωτηματικά μεγάλα και γερτά, να κολλάει η σόλα της σκέψης μου στη γλίτσα.
Ο Ράμφος μιλώντας σε μια εκπομπή προχτές, με την πηγαία αισιοδοξία που τον διακατέχει, δηλώνει ότι είμαστε στην ώρα μηδέν, η πρώτη ανατολική χώρα που καλείται να γίνει δυτική και εκεί αρχίζει το πρόβλημα μας, ο διχασμός και ο πόνος μας, αν κατανοήσουμε αυτό θα αρχίσει να λύνεται ο μίτος που μας πνίγει. Δεν ξέρω αν ακούγεται εύκολο.